Διηγήματα (220)
Η εξαφάνιση του μικρού Ηρακλή μεγαλοβδόμαδα στη Σαλονίκη, ( του Πάνου Ιωαννίδη)
Επιλέγουσα ή Συντάκτρια Ράνια Ροκιά
Ο Ρουσέτος δεν συνηθίζει να περνάει από το γραφείο μου. Ούτε εγώ συνηθίζω να κατεβαίνω κυριακάτικα, πόσο μάλλον την Κυριακή των Βαΐων.
Είχα υποσχεθεί στην Πέρσα να την πάω για φαγητό. Το κορίτσι μου είχε ελεύθερη Κυριακή στην υπηρεσία της μετά από καιρό, και δεν μπορούσα να της χαλάσω χατίρι. Τον τελευταίο καιρό είχε ριχτεί με τους συναδέλφους της με στο κυνήγι μιας σπείρας από τα Βαλκάνια που χρησιμοποιούσε τα οφέλη της Golden Visa, για να αγοράζει κοψοχρονιά σπίτια στη Χαλκιδική. Οι βίλες χρησιμοποιούταν ως παράνομοι οίκοι ανοχής που στελεχωνόταν από θύματα του trafficking για να ικανοποιούνται οι τουρίστες. Κατάφεραν και έπιασαν τον αρχηγό και τον βασικό σύνδεσμο του στην Ελλάδα.
Θα σε δω στην κόλαση των σκυλάδικων φιλαράκο (διήγημα του Σπύρου Βουδούρη) + η ξεχωριστή Κυρία Καίτη Ντάλη
Επιλέγουσα ή Συντάκτρια Ράνια Ροκιά
«Εδώ μωρέ, στη Βενιζέλου πιο πάνω. Δουλεύει μια παλιά μου και είπα μπας και θέλει καμιά επανασύνδεση. Εσύ πού πας»;
«Αθήνα, δουλειά».
«Ωραία».
«Μη χαθούμε πάλι» …απομακρύνεται τρία βήματα σκεφτικός «να σου πω, Καίτη Ντάλη γουστάρεις»;
«Πεθαίνω».
«Έλα απόψε δέκα, δέκα και μισή» μου δείχνει με το κεφάλι το διαμέρισμά του στο ισόγειο.
Καθώς μια γυναίκα γερνάει....Η ελπίδα
Επιλέγων ή Συντάκτης Λάκης Ιγνατιάδης
Ένα απόσπασμα από το διήγημα του Τζον Μάξγουελ Κουτσί "Καθώς μία γυναίκα γερνάει" ( 2003-07).
[.......]Η κόρη της διευθύνει μία γκαλερί στη Νίκαια. Η κόρη της είναι πια,
πρακτικά, Γαλλίδα.
Ο γιος της με την Αμερικανίδα σύζυγό του και τα Αμερικανάκια παιδιά του,
σύντομα θα είναι πρακτικά Αμερικανός.
Έτσι με το που εγκατέλειψαν τη φωλιά πέταξαν μακριά από τη Μελβούρνη.
Θα μπορούσε μάλιστα να υποθέσει κανείς, ότι αν δεν γνώριζε πολλά, ότι
πέταξαν μακριά για να ξεφύγουν από εκείνη.
Και τα τρία αποσπάσματα μοιάζουν και οι τρεις μουσικές παρομοίως, παρόλο που διαφέρουν, ίσως επειδή μ'αρέζουν
Επιλέγων ή Συντάκτης Λάκης Ιγνατιάδης
"Όταν ρώτησαν τον Μεγάλο Χαν τι έχει καταλάβει από τα ταξίδια του, αυτός απάντησε, πως αυτό που κατάλαβε είναι πως η ζωή είναι μία κόλαση. Αλλά συνεχίζει ο Μεγάλος Χαν και λέει:
Ή μπαίνουμε λοιπόν μέσα στην κόλαση και γινόμαστε ένα απ'αυτή ή στην καρδιά της κόλασης φτιάχνουμε μία όαση και ζούμε εκεί".
Του Ιταλού δημοσιογράφου, πεζογράφου, και δοκιμιογράφου Ίταλο Καλβίνο ( Σαντιάγκο, Κούβα, 1923 - Σιένα, Ιταλία, 1985) από το "Αόρατες πόλεις"( 1972).
Σχόλιο του Αργύρη Μπακιρτζή ( Θεσ/νίκη, 1947) : " Νησίδες συλλογικότητας χρειαζόμαστε: από δύο ανθρώπους, παρέες φίλων, μέχρι μεγάλες ομάδες. Αυτός είναι ίσως ο μόνος τρόπος να επιβιώσουμε, να ζήσουμε και να αντιδράσουμε".
Ελληνίδες διηγηματογράφοι 1975-2025 (40 επιλογές από τον Π.Ενιγουέϊ)
Επιλέγουσα ή Συντάκτρια Ελένη Ε. Νανοπούλου
Το διήγημα και η γυναικεία γραφή, και τα δύο συχνά υποτιμημένα, κουβαλούν μια διπλή παρεξήγηση.
Το πρώτο θεωρείται «προθάλαμος» του μυθιστορήματος, σαν κάτι πρόχειρο ή ενδιάμεσο, ενώ η γυναικεία γραφή αντιμετωπίζεται συχνά επιφυλακτικά, με στερεότυπα του τύπου: «γράφει με το συναίσθημα», ή «απευθύνεται σε γυναίκες».
Όμως στην περίοδο που εξετάζουμε διαμορφώθηκε ένα από τα πιο τολμηρά και πειραματικά σώματα λόγου από Ελληνίδες διηγηματογράφους που δεν έχουν να ζηλέψουν κάτι από τα αντίστοιχα των ομότεχνων του αντρικού φύλου.
Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου 'πεσε ήταν μισό, του Παύλου Νιρβάνα
Επιλέγων ή Συντάκτης Φώτης Νυχτολέας
Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ’πεσε -ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε - στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα- βγήκε μοιρασμένο.
Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά!
Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού.
Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.
«Ξεχάσαμε», είπε, «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ’ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός».
Κατέβασε το μαχαίρι.
«Του φτωχού...» ονομάτισε.
Γιάννης Μπρούζος: Τι πραγματικά αξίζει / 24 γράμματα στον γιο μου
Επιλέγουσα ή Συντάκτρια Ελένη Ε. Νανοπούλου
Ονομάζομαι Γιάννης Μπρούζος, είμαι 41 ετών, εκπαιδευτικός και πατέρας του 7χρονου Στέλιου.
Μέσα σε μια δύσκολη περίοδο με σοβαρά προβλήματα υγείας (θεραπείες και επεμβάσεις για 2 καρκίνους τελικού σταδίου), βρήκα διέξοδο και δημιουργική δύναμη να γράψω ένα βιβλίο: μια συλλογή από 24 γράμματα στον γιο μου, με τίτλο «Τι πραγματικά αξίζει».
Έχω την χαρά να το μοιραστώ σήμερα μαζί σας.
Γύρω από το βιβλίο δημιουργήθηκε ένα κύμα αλληλεγγύης που βοήθησε να προχωρήσει η αυτοέκδοσή του σε έντυπη μορφή και να στηριχθούν τα ιατρικά μου έξοδα.
Η κυρία Μαίρη πάει για ύπνο (διήγημα της Χαράς Ζυμαρά)
Επιλέγουσα ή Συντάκτρια Ράνια Ροκιά
Βγαίνω από το κτήριο και κοντοστέκομαι ευθυτενής. Ισιώνω το σάλι μου και κοιτάζω τριγύρω. Δεν με βλέπει κανένας. Ξεδιπλώνω το χαρτομάντηλο που μου ‘δωσε πριν από λίγο ο γιατρός και σκουπίζω την άκρη των ματιών μου.
Βγάζω το καθρεφτάκι από την τσάντα και τσεκάρω το μακιγιάζ μου. Κάποτε βαφόμουν το πρωί και ως το βράδυ με πέρναγες για το ίδιο φρεσκοβαμμένη. Τώρα, η σκιά πάνω στα σακουλιασμένα μου βλέφαρα άντε ν’ αντέξει μία ώρα. Πόσο μάλλον αν έχω κλάψει κιόλας.
Οι γιαγιάδες που λείπουν, της Τασούλας Επτακοίλη, από το fb
Επιλέγουσα ή Συντάκτρια Ράνια Ροκιά
Οι γιαγιάδες μας πήγαιναν για μπάνιο νωρίς το πρωί. «Πριν μας κάψει το λιοπύρι». Φορούσαν το μαγιό τους (ολόσωμο μαύρο ή μπλε συνήθως), το αμάνικο πετσετέ φόρεμά τους (εμπριμέ ή ριγέ) και το πλατύγυρο καπέλο τους, και έβαζαν τα «σύνεργα» της παραλίας σε μια μεγάλη ψάθινη τσάντα: την πετσέτα τους, ένα θερμός με παγωμένο νερό, ένα ταπεράκι με λίγες φέτες καρπούζι ή πεπόνι ή ένα-δυο τσαμπιά σταφύλι και μερικά παξιμάδια, και το τελευταίο Ρομάντσο, μεταξύ άλλων. Εμπαιναν στο λεωφορείο χαμογελαστές κι αν τύχαινε να έχουν πάρει κι εμάς μαζί τους, έκαναν παζάρια για το εισιτήριο. «Μισό κόψε για το παιδί! Μην το βλέπεις έτσι ανεπτυγμένο, κύριε εισπράκτορα, ούτε οκτώ χρόνων δεν είναι ακόμη…».
Οι γιαγιάδες μας έστρωναν την ψάθα τους κάτω από αλμυρίκια ή πεύκα. Φορούσαν τα πλαστικά παπούτσια και το σκουφάκι τους, με τα ανάγλυφα λουλουδάκια, βεβαιώνονταν ότι έχουμε βάλει σωστά τα μπρατσάκια μας κι έμπαιναν στη θάλασσα κρατώντας μας σφιχτά από το χέρι. Κολυμπούσαν στα ρηχά, έκαναν πηγαδάκια με τις φίλες τους, μιλούσαν χαμηλόφωνα όταν η κουβέντα γύριζε στο κουτσομπολιό, γελούσαν δυνατά. Και ποτέ δεν μας έχαναν από τα μάτια τους. «Μην ξανοίγεσαι, να πατώνεις!». «Βάλε το καπέλο σου, θα πάθεις ηλίαση!».
Οι γιαγιάδες μας γύριζαν στο σπίτι την ώρα που έπρεπε να πάρουμε το φαγητό από τον φούρνο. Γιουβέτσι ή κατσικάκι με πατάτες ή παστίτσιο ή γεμιστά που εκείνες είχαν φτιάξει –«για να ξεκουραστεί, επιτέλους, κι η μάνα σου»– σχεδόν αξημέρωτα. Εφτιαχναν σαλάτα, έκοβαν ψωμί, έβγαζαν τις μπίρες από το ψυγείο, γέμιζαν μια καράφα με νερό, έστρωναν τραπέζι για παιδιά και εγγόνια. «Θα ξαπλώσω λίγο, να ξεκουραστώ, και το απόγευμα θα πάμε για παγωτό. Αν είσαι καλό παιδί και δεν κάνεις φασαρία, θα σου πάρω και Μίκυ Μάους», έσκυβαν και μας έλεγαν συνωμοτικά καθαρίζοντάς μας ένα ροδάκινο ή ένα σύκο στο τέλος του γεύματος.
Οι γιαγιάδες μας έλεγαν ιστορίες συναρπαστικές, μας διάβαζαν παραμύθια, άκουγαν τα παράπονά μας. Σπάνια μας μάλωναν κι όταν η μαμά τύχαινε να βγάλει την παντόφλα για να μας φοβερίσει, έπειτα από κάποια δική μας σκανταλιά, εκείνες άνοιγαν σαν φτερούγες τα χέρια τους και μας έκλειναν σε αγκαλιές-φωλιές.
Χωρίς τις γιαγιάδες μας το παζλ του καλοκαιριού θα παραμένει ημιτελές. Οσα χρόνια κι αν περάσουν, ακόμη κι όταν κάποιοι γίνουν γιαγιάδες και παππούδες οι ίδιοι, ένα κομμάτι του πάντα θα λείπει. Θα το γεμίζουμε με αναμνήσεις, με νοσταλγία και με την αγάπη που, όσο αναπνέουμε, θα αισθανόμαστε για τις «δυο φορές μαμάδες μας».
Από το ΖΩΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ, https://www.facebook.com/profile.php?id=61569178355396
"Η ντροπή ντροπή δεν έχει", διήγημα της Ελένης Νανοπούλου
Επιλέγων ή Συντάκτης Λάκης Ιγνατιάδης
Κι όμως να ντρέπεσαι για την ντροπή σου βασανιστικό γίνεται καμιά φορά. Το δεκατριάχρονο κορίτσι με το ποδήλατο έπαιρνε την στροφή για το σχολείο καθημερινά χωρίς να κοιτάξει απέναντι τα τρία αδελφικά σπίτια με τις ωραίες κοπέλες -ξαδέλφες- σε ηλικία γάμου. Τι δουλειά είχε με τις μεγάλες, τι να πει, μόνο κλεφτά να τις θαυμάζει μπορούσε. Αν, βέβαια, ερχόταν κατά μέτωπο μια καλημέρα το πρωί, ένα γειά σας το μεσημέρι, τα έλεγε, αναγκαστικά. Αλλά και με τους άλλους χωριανούς απέφευγε τα πολλά πολλά.
