Νότες με ρυθμούς και μελωδίες

Νότες με ρυθμούς και μελωδίες (150)

ikonomidisΣτα τελευταία 20 περίπου χρόνια από τις 6 ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη έχω δει τις τέσσερις και πιο πολύ μου άρεσε "Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς". Ένας λόγος, από όσα μου έμειναν, ήταν που βάφτισε ένα φιλμ νουάρ σε μία κωμωδία βάζοντας γι'αυτό μία γυναίκα σε πρώτο ρόλο. Ή, να το πω αλλιώς, ήταν η πρώτη φορά που βγήκα από την σκοτεινή αίθουσα και δεν ένιωθα βαριά την καρδιά μου και σε ένταση. Πάντως με δεδομένο ότι διάγουμε μία κατάσταση όπου ο καθένας που θέλει να δει μία ταινία έχει σήμερα πολλούς τρόπους πέρα από το να πάει σινεμά , η ταινία κοντεύει μέσα στις πρώτες δεκαπέντε πρώτες μέρες προβολής της τα 80χιλ εισιτήρια, και αυτοί που παρακολουθούν την κίνηση των ταινιών ισχυρίζονται ότι είναι μία καλή επίδοση που προοιωνίζει να ξεπεράσει τα 150χιλ.

savopoulos2Δ. Κούρτοβικ ( Αθήνα, 1948). Επιστρέφοντας από το εξωτερικό, όπου βρισκόμουν τις μέρες που πέθανε ο Διονύσης Σαββόπουλος, είδα στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μου μια παραπομπή στο πιο κάτω κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη, τον οποίο εκτιμώ ως έναν από τους ελάχιστους κριτικούς με πρωτότυπη σκέψη και αιχμηρό λόγο που έχουμε σήμερα.

Το κείμενο, ενδιαφέρον όπως όλες οι παρεμβάσεις του, δίνει το ερέθισμα σ’ εμένα τον μια γενιά μεγαλύτερο, επομένως της γενιάς του Σαββόπουλου, να πω με τη σειρά μου μια-δυο κάπως «λοξές» κουβέντες για τον μεταστάντα βάρδο.

fb8Fotios Katsiroubas. Η μουσική του σαλονιού, ιδιαίτερα τον 19ο αιώνα, θεωρήθηκε φορέας αστικής καλλιέργειας.

Εκτελούνταν σε κλειστούς, επιτηδευμένους χώρους, με ρεπερτόριο που στόχευε στη λεπτότητα, την ευγένεια και

τη διακριτική τέρψη.

Στην Ευρώπη, οι ρομαντικές μινιατούρες για πιάνο ή οι λυρικές άριες, απευθύνονταν σε ακροατήρια που

διέθεταν μόρφωση και χρόνο για να καλλιεργήσουν το αισθητικό τους κριτήριο.

Επρόκειτο για μουσική που λειτουργούσε ως δείκτης κοινωνικού κύρους.

Αντίθετα, η μουσική του δρόμου είχε τη δύναμη της αμεσότητας.

Γεννιόταν μέσα στον παλμό της καθημερινότητας, στις αγορές, στις πλατείες, στις πορείες, στους πανηγυρισμούς

ή ακόμη και στους αγώνες για ελευθερία.

Ο ρυθμός, το πάθος και η αμεσότητα της την καθιστούσαν όχημα επικοινωνίας για τα απλά στρώματα της κοινωνίας.

ogdooΑν ο Σεπτέμβρης είναι η πραγματική Πρωτοχρονιά για πολλούς εκεί έξω, ο μήνας δηλαδή που επιστρέφουμε πιο ξεκούραστοι, γεμάτοι νέους στόχους και σχεδόν σίγουροι ότι θα τους πετύχουμε, τότε καλώς κι εμείς αποφασίσαμε να βάλουμε περισσότερο χρώμα και παιχνίδι στην καθημερινότητα μας, μετατρέποντας μας σε πλάσματα που μοιάζουν με καρτούν, παραμένοντας πάντα με τα πόδια γερά στην πραγματικότητα.

Με αυτή τη φρεσκάδα και ανέμελη διάθεση, επιστρέφουμε ακόμη πιο δυναμικά όχι σαν να τα πρωτοβρόχια, αλλά σαν δροσερό αεράκι που φέρνει μαζί του 6.500 αγαπημένα και διαχρονικά τραγούδια καλλιτεχνών που ήδη αγαπάμε αλλά και αυτών που γνωρίζουμε σαν ευχάριστη έκπληξη κάθε μέρα. 

athensvoiceΜαρία Ιωάννα Σιγαλού: Στο Νο42 της λίστας του DJ Mag- η πιο ηχηρή ελληνική είσοδος στην παγκόσμια σκηνή.

Primer Music Festival 2025: Το φετινό line-up φέρνει 16 acts και 17 international artists. Είσαι έτοιμος για την πιο iconic μουσική βραδιά ηλεκτρονικής μουσικής;

Για χρόνια, όταν μιλούσες για μεγάλα φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής, η Ελλάδα ήταν συνήθως εκτός συζήτησης. Η κουβέντα πήγαινε σε ονόματα όπως Tomorrowland, Ultra, Sónar, EXIT, Awakenings.

batisΤο κείμενο που ακολουθεί το διάβασα πριν μερικές μέρες στο fb, αναρτημένο από μία από τις πολλές ομάδες που έχουν ως θέμα το σμυρνέικο, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι. Αν κάποιος δεν έχει συντονιστεί συχνά με αυτά τα τραγούδια, τότε είναι απίθανο να έχει ακούσει κάτι για τον Μπάτη, παρόλο που θα είναι πολύ πιθανό να έχει υπόψιν του τους πρωτοκλασάτους Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Καζαντζίδη και άλλους ξεχωριστούς αυτής της μουσικής μας παράδοσης. Το όνομα του Μπάτη το πρωτάκουσα το 1972 στο τραγούδι του Σαββόπουλου " Ζεϊμπέκικο" που σε ένα στιχάκι του λέει ποιητική αδεία: " Ο πατέρας μου ο Μπάτης / ήρθε από τη Σμύρνη το εικοσιδυό / κι έζησε σαράντα χρόνια/ σ'ένα κατώι μυστικό". Μου κίνησε την περιέργεια και ρωτώντας και ψάχνοντας, κάτι που εκείνα τα χρόνια δεν ήταν καθόλου εύκολο, στο τέλος με όσα έμαθα, πολυτάλαντος, πολυτεχνίτης και πολυμήχανος τύπος της πιάτσας είπα και του έβγαλα το καπέλο.  

motsartΣτα 94 του χρόνια έφυγε από τη ζωή στις 17 Ιουνίου ο χαρισματικός Αυστριακός ποιητής του πιάνου Aλφρεντ Μπρέντελ. Γεννημένος το 1931 στο Βίζενμπεργκ της Μοραβίας που άλλοτε αποτελούσε μέρος της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας και σήμερα ανήκει στην Τσεχία, έκλεισε τα μάτια του την Τρίτη 17 Ιουνίου στο Λονδίνο, το οποίο είχε επιλέξει ως έδρα του από το 1970.

Υπήρξε ο πρώτος πιανίστας που ηχογράφησε όλα τα πιανιστικά έργα του Μπετόβεν και στη διάρκεια της περίπου εξηντάχρονης σταδιοδρομίας του ηχογράφησε επίσης όλα τα κοντσέρτα του τέσσερις φορές.

nea1Σ’ αυτή την ηλικία που έφτασα, έμαθα πώς να μην καταλαβαίνω. Πώς να αποδέχομαι ότι δεν έχω ούτε τις λέξεις ούτε τις σκέψεις για να εξηγήσω γιατί κάποιες δυνάμεις (λυτρωτικές, σωτήριες) μας βρίσκουν και μας περικυκλώνουν, εισβάλλουν εντός μας και τους παραδινόμαστε. Σαν, ας πούμε, κάποια τραγούδια. Το να πούμε ότι η αληθινή τέχνη είναι διαχρονική, είναι κοινοτοπία· το να πούμε ότι ένα τραγούδι που σε συγκινούσε όταν ήσουν νέος και μετά λιγότερο νέος σε συγκινεί ακόμα, είναι ως και ανιαρό· το να πούμε όμως ότι υπάρχει ένας 80άρης Έλληνας καλλιτέχνης που μαζεύει σε φεστιβάλ ροκ μουσικής ένα νεανικό κοινό που τρέχει να τον ακούσει, δεν είναι συνηθισμένο, δεν είναι προφανές.

petroloukasΧριστίνα Τσατσαράγκου. Τον είπαν βιρτουόζο και “μάγο” του κλαρίνου, ζωντανό θρύλο της δημοτικής μουσικής και παράδοσης και δάσκαλο. Ιδού μερικά πράγματα που ίσως δεν ήξερες για τον δεξιοτέχνη του κλαρίνου Πετρολούκα Χαλκιά.

Η Ήπειρος θρηνεί τη φωνή της μέσα από το κλαρίνο. Θρηνεί έναν ολόκληρο κόσμο που περνά στη σφαίρα του μύθου. Ο θρυλικός δεξιοτέχνης του κλαρίνου Πετρολούκας Χαλκιάς – ο μουσικός που έγινε ήχος, ψυχή και παράδοση – έφυγε από τη ζωή όπως έζησε: γεμάτος μουσική.

sporttimeΓρηγόρης Κεντητός. Ήταν 1958, μόλις η τρίτη φορά που διοργανωνόταν ο διαγωνισμός της Eurovision. Στο στούντιο AVRO του Χίλφερσουμ της Ολλανδίας, ένας νεαρός άντρας βγήκε στη σκηνή και άρχισε να τραγουδά κάτι ακατανόητο. “Volare, oh oh… Cantare, oh oh oh oh…”. Στιγμιαία, το κοινό πάγωσε. Ο Domenico Modugno δεν κρατούσε απλώς ένα μικρόφωνο. Κρατούσε την αρχή ενός θρύλου.

Το τραγούδι λεγόταν Nel blu, dipinto di blu. Είχε γραφτεί λίγους μήνες πριν, σχεδόν τυχαία, και μιλούσε για έναν άνθρωπο που ένιωθε ότι πετούσε στον ουρανό, μέσα στο μπλε του ονείρου. Μια ψυχεδέλεια πριν από την εποχή της, μια pop μελωδία πριν καν υπάρξει όρος για να την περιγράψει. Ο Modugno ( Polignano, 1928 - Lampedusa e Linosa, 1994)  σηκώθηκε από το σκαμνί, άνοιξε τα χέρια του σαν να πετούσε και τραγούδησε με φωνή που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη.