Δεν είναι προφανές γιατί οι νέοι δεν νοιάζονται ούτε για τα νιάτα τους που πέρασαν και πάνε ούτε για τις πίσω τους σελίδες ούτε για ένα κάποιο «τότε», αλλά για το εδώ και τώρα: και στο εδώ και στο τώρα τοποθετούν τον Διονύση Σαββόπουλο.
Αλλά, επίσης, και στο για πάντα. Να, σκέφτομαι, αυτό είναι που δεν θα προσπαθήσω να καταλάβω: ποια ακριβώς είναι η δύναμη που ορίζει το τώρα και για πάντα. Ποιες είναι οι νότες, ποιοι οι στίχοι που απλώνονται από τους μακρινούς συλλογικούς μας ορίζοντες ως τον σφυγμό της κάθε μέρας, ζωογόνες φλέβες προς μια καρδιά που δεν κουράστηκε. Όχι, δεν κουράστηκε. Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ και δεν προσπαθώ να καταλάβω, μου αρκεί που υπάρχει.
Βλέποντας τον Σαββόπουλο ενδεδυμένο τώρα με μια νέα κομψότητα (διαλέγω τη λέξη συνειδητά) του συμφιλιωμένου χρόνου, με τις κινήσεις και τις αποχρώσεις μιας κάποιας γαλήνης αλλά και με τις αιφνίδιες σπίθες μιας αέναης ανησυχίας, ακούγοντάς τον έτσι όπως τώρα τραγουδά με φωνή της οποίας το μέταλλο συμπυκνώθηκε σε κάτι πιο σπάνιο, αισθάνομαι ότι τον περιβάλλει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο στέκεται μόνος και μοναδικός, και απολύτως άφθαρτος.
Αισθάνομαι ότι η μουσική του, αποψιλωμένη από οτιδήποτε περιττό, τον περικλείει, απρόσβλητο πια, ανίκητο κι απόρθητο μέσα της. Η μουσική του τον περιφρουρεί και μαζί (με τρόπο μυστήριο και μαγικό) περιφρουρεί κι εμάς: όσα πιστέψαμε και θησαυρίσαμε πραγματικά, όσα παραμένουν δικά μας, παραμένουν ασφαλή μέσα στη μουσική του. Και νομίζω πως διαβάζω, αιωρούμενο αποπάνω του, κάποιο μήνυμα που δεν είναι μόνο για μένα, δεν είναι μόνο για τη γενιά του και τη γενιά μου αλλά και για τις πολλές επόμενες που τρέχουν να τον ακούσουν και να χτυπήσουν παλαμάκια, να χορέψουν και να τραγουδήσουν μαζί του κοιτώντας τον με χαρά και δέος – έτσι κοιτάς έναν «θρύλο», όπως τον αποκάλεσε μια νεαρή κοπέλα, όμως θρύλο ολοζώντανο και κυρίως αληθινό: γιατί αυτό ήταν ο Σαββόπουλος, στα καλύτερα και στα χειρότερα. Και αν το δέος είναι κάτι που ίσως δεν επεδίωξε ποτέ, η χαρά τού ταιριάζει γάντι.
Ναι, το μήνυμα είναι διακριτό και τον ακολουθεί ως γκράφιτι πάνω από το κεφάλι του, ως συνοδευτική τιμητική φρουρά αλλά και ως χαρμόσυνη, ανυπότακτη μπάντα εφήβων: ότι όλοι εμείς, οι για πάντα εκδρομείς, ανήλικοι διαρκώς κι αμόλυντοι ευτυχώς, τον ακούμε και θα τον ακούμε. Έτσι το όρισαν, το βλέπω τώρα, οι τίτλοι τ’ ουρανού.

Σ’ αυτή την ηλικία που έφτασα, έμαθα πώς να μην καταλαβαίνω. Πώς να αποδέχομαι ότι δεν έχω ούτε τις λέξεις ούτε τις σκέψεις για να εξηγήσω γιατί κάποιες δυνάμεις (λυτρωτικές, σωτήριες) μας βρίσκουν και μας περικυκλώνουν, εισβάλλουν εντός μας και τους παραδινόμαστε. Σαν, ας πούμε, κάποια τραγούδια. Το να πούμε ότι η αληθινή τέχνη είναι διαχρονική, είναι κοινοτοπία· το να πούμε ότι ένα τραγούδι που σε συγκινούσε όταν ήσουν νέος και μετά λιγότερο νέος σε συγκινεί ακόμα, είναι ως και ανιαρό· το να πούμε όμως ότι υπάρχει ένας 80άρης Έλληνας καλλιτέχνης που μαζεύει σε φεστιβάλ ροκ μουσικής ένα νεανικό κοινό που τρέχει να τον ακούσει, δεν είναι συνηθισμένο, δεν είναι προφανές.