Νότες με ρυθμούς και μελωδίες

Νότες με ρυθμούς και μελωδίες (99)

xidakis1Αποσπάσματα από το άρθρο του Νίκου Ξυδάκη που δημοσιεύτηκε με τον τίτλο "Που πάει το τραγούδι όταν τραγουδηθεί;".

Τα τραγούδια του 5ου Λυκείου Νίκαιας, του λεπταίσθητου Γ. Κωστογιώργη, της Νεφέλης Φασούλη και του Αντώνη Απέργη, είναι οι πυγολαμπίδες και οι φαρίσκοι, τραγούδια που καταργούν το «πουθενά» της μαζικής χαύνωσης.

Πού ήταν τα τραγούδια αυτά, που ανάβλυζαν ρυάκια μέσ’ από τις αχανείς ψηφιακές στέρνες; Ηταν εδώ.

eurovisionΛίγες χρονιές έχω παρακολουθήσει, το λίγο που άντεχα βεβαίως, τον τελικό της Eurovision. Και κάθε φορά έλεγα στον εαυτό μου ποτέ ξανά. Έλα όμως που μετά από λίγα χρόνια έπεφτα θύμα της διαφήμισης και κάποιας σχετικής συγκυρίας και κατέληγα να ψιθυρίζω στον εαυτό μου, αν θες να γίνεις σοφός, ποτέ μην λες ποτέ. Ακόμα και όταν έχει γερή βάση αυτό το "ποτέ", όπως ας πούμε αυτός ο μουσικός  διαγωνισμός που δεν είναι του γούστου μου από κάθε άποψη κι έτσι πολύ γρήγορα τον βαριέμαι.

Φέτος πάντως, από την μια μεριά η Σάττι, που την πάω και που παρόλο δεν με κέρδισε το τραγούδι που παρουσιάζει, εν τούτοις με έπιασε αυτή τη φορά ο ανταγωνιστικός πατριωτισμός μου και θέλω να κερδίσει, και από την άλλη

rizuΔώρα Σελλά. Σε μια εποχή που νιώθω πως οι συνεχείς εναλλαγές εικόνων και η "φασαρία" έχουν πάρει πολύ περισσότερο χώρο απ' ό,τι τους πρέπει, είχα την ανάγκη αυτό ειδικά το βίντεο κλιπ να είναι σαν ταινία μικρού μήκους και να μην παίξω καθόλου. Δε θα μπορούσα ποτέ βέβαια να φανταστώ την τεράστια τιμή που θα μου έκανε η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, λέει η Μαρίζα Ρίζου.

Το τραγούδι και η ταινία μας αναφέρονται σε αυτήν την αργή και βασανιστική μη ουσιαστική συναισθηματική διαθεσιμότητα. Σε αυτήν τη συνθήκη που όλα φαίνονται "μια χαρά", αλλά που όμως με ένα φύσημα όλο το οικοδόμημα καταρρέει. Που όλα γίνονται, αλλά δε συμβαίνουν. Που πνίγεσαι αλλά δεν ξέρεις και τι σου φταίει. Δε σε χωράει ο τόπος.

sati2Δυο φορές το άκουσα και επί του παρόντος δεν μου βγαίνει να το ξανακούσω. Κι αυτό, διότι, κατ'εμέ, δεν κούμπωσε το βίντεο με το τραγούδι, το δεύτερο, διότι, το βίντεο και πολύ μπουκωμένο το βρήκα και γιατί οι χιλιάδες φωτογραφίες του πολύ λίγο αντιπροσωπεύουν την χώρα ( που παίζει κι όλας να μην έχει ταυτότητα στη φάση αυτή, αλλά ούτε και να βρίσκεται σε μια πορεία συγκρότησης κάποιας δικής της εσωτερικής κι έτσι να στρουθοκαμηλίζει ασύστολα) και γιατί από όλες σχεδόν τις φωτό καμία ποιητικότητα δεν εισέπραξα). Και τρίτο και το πιο σημαντικό, το τραγούδι ελάχιστα με έπιασε. Στίχοι σχεδόν εφηβικοί με μόνο θετικό ότι είναι στα ελληνικά, και τα περάσματα από το ένα μουσικό είδος στο άλλο ήταν καρφωτά, δίχως εσωτερική συνοχή. Τι εύχομαι;

mutsis

 Πέθανε, λέει, ο Δήμος Μούτσης. Έτσι απλά. Κάποιες ραδιοφωνικές εκπομπές θα εκφράσουν τον άφατο πόνο τους, θα βάλουνε δύο, τρία τραγουδάκια του εκλιπόντος, έτσι για ξεκάρφωμα, κι αυτό ήτανε! Κάποιες μικρές αναφορές στη τηλεόραση κ' επεκεί "αύριο πάλι" θα γυρίσουνε στην κατάντια των πρωινάδικων. 

Πέθανε, λέει, ο Δήμος Μούτσης. Και τι έμεινε, ένα παράπονο. "Μ' ένα παράπονο" λοιπόν, ας δούμε ποιος ήταν αυτός ο μεγάλος μουσικός. Γιατί ο Δήμος Μούτσης ανήκε στους μεγάλους μουσικούς της χώρας μας.

Υπηρέτησε το ελληνικό τραγούδι όντας στην αφάνεια. Στην αφάνεια σχετικά με το αξιακό του μέγεθος, για να μη παρεξηγηθώ. Πιο πολύ κρυβότανε, με κατεβασμένο το κεφάλι, παρά προέβαλε το έργο του και κυρίως τον εαυτό του.  

Για να δούμε λίγο τη διαδρομή του.

CyrusΜε επιχειρήματα και αναλύσεις, με σοφίες, παρατηρήσεις και καπάκι οι ενθουσιασμοί είναι δύσκολο να πείσεις οποιονδήποτε να του αρέσει κάτι που αρέσει σ'εσένα, ιδιαίτερα αν αυτό είναι έργο τέχνης. Γενικά βοηθάει πάντως να μπαίνεις στον κόπο για να εξηγείς τι είναι αυτό που σου αρέσει και γιατί και αυτό είναι κάτι που μπορεί να έχει ενδιαφέρον τουλάχιστον για σένα. Ακόμα και όταν το ίδιο έργο αρέσει σε άλλους, γιατί έχω παρατηρήσει ότι συχνά αρέσει για διαφορετικούς λόγους. Έχω όμως διαπιστώσει ότι σε περιπτώσεις που γενικά οι γνώμες αποκλίνουν για ένα συγκεκριμένο έργο, γνώμες που στη τελική έχουν να κάνουν με το γούστο και την ομορφιά και η διαφωνία εξακολουθεί να αντέχει, έστω και με μεταλλάξεις/μετασχηματισμούς, το τελευταίο και αδιαπραγμάτευτο μη επιχείρημα είναι το "γιατί έτσι μου αρέσει ρε φίλε" και στο κάτω κάτω της γραφής για όλους ισχύει η αρχαία λαϊκή ρήση "περί ορέξεως κολοκυθόπιτα", που είναι η τελεία και παύλα του διαλόγου.

bluesΔεκατέσσερα σνουζ

της Δευτέρας τα μπλουζ

όπως πάντα

 στο μυαλό μου μια μπάντα

ένα λίτρο καφές

μήπως πάρω στροφές

δεν το βλέπω

μαύρη μέρα προβλέπω

ets5Ναταλί Χατζηαντωνίου. Eν θερμώ οι πρώτες πρώτες σκέψεις ακούγοντας το νέο άλμπουμ του Θανάση Παπακωνσταντίνου με τον μυστηριώδη τίτλο-λατινογενή νεολογισμό «Urbanum» και με 12 κομμάτια, κυρίως ορχηστρικά, που καθένα έχει τον δικό του χαρακτήρα ως προς το μουσικό ύφος, ήταν:


α) ότι αυτή τη φορά ο Θανάσης κάνει έναν δίσκο πρώτα για τον εαυτό του και δευτερευόντως για τους ακροατές του (κι αυτό δεν είναι τόσο αυτονόητο όσο μοιάζει σε δημιουργούς που έχουν φανατικό κοινό, «προσδεμένο» συχνά σε συγκεκριμένες περιόδους της δημιουργίας τους),

tzinaΜια επιθυμία να τους δούμε ζωντανά και τους δύο μαζί σε ένα ταβερνάκι, με φούντωσε. Για τον Καραντίνη ότι και να πεις λίγα είναι...τόσα χρόνια ο άνθρωπος κεντάει. Έλα όμως που και η νεαρή Βασιλεία δεν πάει πίσω. Με κέρδισε με αυτό το τραγούδι, όχι μόνο με τη φωνή της αλλά και με την ψυχή και σώματι ερμηνεία της. Λιτή και θεατράλε, με μια περιπαιχτική τσαχπινιά, πετυχαίνοντας να αποδραματοποίησει το τραγούδι, αποδεκτό, μιας και στην εποχή μας δεν έχει ισχυρό έρισμα το να οδηγεί οπωσδήποτε σε γάμο η μακροχρόνια σχέση και να διασώσει την ψυχή του τραγουδιού. Κατ'εμέ η Τζίνα έχει τα φόντα να λάμψει, εννοείται με πολύ δουλειά και να μας ανεβάσει στα άδυτα των αδύτων μας.

Όσο για το χασαποσέρβικο, στίχοι μουσική από τον μάστορα του είδους Βασίλη Τσιτσάνη, κυκλοφόρησε το 1946 σε άλμπουμ 78 στροφών, με πρώτους ερμηνευτές τους Στελλάκη Περπινιάδη και Ιωάννα Γεωργακοπούλου.

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2023 19:30

Μια μελωδία για τον Σεπτέμβρη, του Κούρτ Βάιλ

Επιλέγουσα ή Συντάκτρια

kurtvailΔημήτρης Καραΐσκος. Τέσσερις αιώνες μετά τη γέννηση της όπερας στην Ιταλία, εμφανίστηκε στη Γερμανία ένα εκρηκτικό της απότοκο. Ηταν το «επικό θέατρο» του δραματουργού Μπέρτολτ Μπρεχτ και του συνθέτη Κουρτ Βάιλ, που μίλησε με πάταγο για τον ταραχώδη γερμανικό μεσοπόλεμο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ηταν η εποχή που κάτω από το γκρίζο σύννεφο που κρεμόταν πάνω από τη γερμανική κοινωνία, μια γενιά καλλιτεχνών έκανε ένα θαύμα. Ζωγράφοι σαν τους Οτο Ντιξ και Μαξ Μπέκμαν τραβούσαν τον εξπρεσιονισμό έξω από τα όρια του ρομαντικού, μιλώντας ωμά, σκληρά και ρεαλιστικά για την περιρρέουσα δυστοπική πραγματικότητα.

Σελίδα 1 από 8