Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013 20:19

Κορνέλια και Γκλόρια, οι συνομήλικες στα δύσκολα από κοντά.

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Κυκλοφορούν ταινίες και ταινίες. Κάποιες απ’αυτές παίρνουν βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ, καλές κριτικές, αλλά συχνά δεν κόβουν αρκετά εισιτήρια ανάλογα της ποιότητάς τους. Έχουμε παρακολουθήσει μπόλικες τέτοιες ταινίες. Αρκετές μας άρεσαν πολύ, άλλες έτσι κι έτσι και τις υπόλοιπες δεν τις αντέξαμε.

 

Λέγοντας μας άρεσαν, εννοούμε πως νιώσαμε ότι φυσούσαν ένα φρέσκο και ζωογόνο αεράκι που μας ξέπλυνε τα μάτια και βρήκε τρόπους να μας αναταράξει τα εντός μας λιμνάζοντα ύδατα. Τις τέσσερις προηγούμενες εβδομάδες είδαμε τέσσερις τέτοιες ταινίες, που μέχρι τώρα έχουν κόψει από 4.000 έως 35.000 εισιτήρια. Θα προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε εδώ δυο τρεις από τις σκέψεις που μας προκάλεσαν.

Οι ταινίες αυτές είναι, η  Χιλιανή «Γκλόρια», η Ρουμάνικη «Οικογενειακή υπόθεση», η  Γαλλοϊρανική « Το παρελθόν» και η Αμερικάνικη «Frances Ha». Αυτό που ενώνει αυτές τις φθινωπορινές λοξές ταινίες είναι το κεντρικό πρόσωπο. Σε όλες είναι μία γυναίκα. Δύο συνομήλικές μου, μια μεσήλικη και ένα γυναικοκόριτσο. Από την αρχή της περιόδου έχουν προβληθεί κι άλλες που ανήκουν στην ομάδα αυτή, όπως η « Θλιμμένη Τζάσμιν» του Γούντι Άλλεν, «Σεπτέμβρης» της Πένυς Παναγιωτοπούλου, «Η ζωή της Αντέλ» του Αμπντελατίφ Κεσίς και η «Gravity» του Αλφόνσο Κουαρόν. Μακάρι αυτή η επιλογή από μέρους των παραγωγών να σημαίνει κάτι περισσότερο επί της ουσίας, πέρα από τη διαπίστωσή τους ότι το γυναικείο κοινό που παγκοσμίως παρακολουθεί ταινίες είναι μεγαλύτερο από το ανδρικό.

Ναι, αλλά γιατρέ μου εξακολουθούμε να μην τα πηγαίνουμε καλά. Αγαπητή μου κυρία, θυμίστε μου σας παρακαλώ τι σχέση  έχετε μαζί του; Μητέρα του είμαι. Αχά, τότε κυρία μου να ξέρετε, ότι κι αν κάνετε, όπως κι αν το κάνετε, πάντα ένα λάθος θα είναι. Μα είστε σίγουρος δόκτωρ Φρόυντ ότι δεν υπάρχει κάποια, έστω μικρή, ελπίδα;

Η 60χρονη Κορνέλια, που ζει στο Βουκουρέστι τα έχει όλα; Μμμμ; Σχεδόν. Έχει υψηλή κοινωνική θέση, πλούτο, άντρα γιατρό, η ίδια είναι αρχιτεκτόνισσα που ασκεί με επιτυχία το επάγγελμα της σκηνογράφου, έχει καλλιτεχνικές ανησυχίες. Είναι μία γυναίκα καλοστεκούμενη που άνετα καταφέρνει με φινέτσα και στυλ να επιβάλλεται στον περίγυρό της. Πολλές φορές αρκεί μόνο ένα βλέμμα της για να παίρνει αυτό που θέλει. Τι της λείπει και έγινε θέμα ταινίας; O μοναχογιός της. Που συζεί με μια γυναίκα και το παιδί της. Και ποιο είναι το πρόβλημα; Ένας γιος που παλεύει να απογαλακτιστεί και μια μάνα που υποφέρει γι'αυτό.

Το έργο παίρνει μπρος όταν η Κορνέλια μαθαίνει πως ο γιός της, κάνοντας μία παράνομη προσπέραση, σκότωσε ένα μικρό φτωχό αγόρι έξω από ένα χωριό. Η κάμερα παίρνει από πίσω την Κορνέλια στην προσπάθειά της να μετατρέψει μια δημόσια υπόθεση σε οικογενειακή, χρησιμοποιώντας γι'αυτό όλα τα μέσα κι όλες τις σχέσεις της. Η αστυνομία, η δικαιοσύνη, η ιατρική, όλοι οι ρουμάνικοι θεσμοί υπάρχουν, αλλά μπρος την δύναμη αυτής της μάνας που θέλει να σώσει το γιο της, αποδεικνύονται χάρτινοι πύργοι. Ακόμα κι ο γιός της στα ζόρια που περνάει στην αρχή υπακούει σε ότι του λέει.

Αλλά γιατί να κατηγορήσει ένας γιος ή μια κόρη, αυτήν την επιβλητική και καπάτσα κυρία που περιφέρεται με τη γούνα της γεμάτη αυτοπεποίθηση από γραφείο σε γραφείο, προσπαθώντας να μην αφήνει τίποτα στην τύχη; Όλες οι μάνες του κόσμου το ίδιο δεν θα είχαν τη διάθεση να κάνουν; Δεν θα προσπαθούσαν πάση θυσία, χρησιμοποιώντας τη δύναμη και το χρήμα, τα επιχειρήματα και την συναισθήματική τους ευφυία , να πέσει το παιδί τους στα μαλακά; Απέναντι σε μια μάνα που αγαπάει στα όρια της εξάρτησης το παιδί της, οι πολιτείες όλου του κόσμου, γνωρίζουν πως πρέπει να έχουν τα μάτια δεκατέσσερα. Γιατί όλες οι μάνες της οικουμένης, ανεξάρτητα από τι πιστεύουν και ποιες είναι οι αρχές τους τους, πάντα θα κάνουν ότι περνάει από το χέρι τους για να γλυτώσουν τα παιδιά τους. Και σε καθεστώτα όπου η διαφθορά είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού κι όπου οι ηθικές αντιστάσεις είναι ανύπαρκτες, είναι πιο εύκολο η Κορνέλια, σύμβολο των ανθρώπων που έχουν εσωτερικεύσει το ότι ο κόσμος τους ανήκει, να σώσει το παιδί της. Όμως ενώ παρακολουθούμε  μ’ενδιαφέρον τα σούρτα φέρτα της Κορνέλιας από απόσταση αναπνοής, δεν ταυτιζόμαστε μαζί της, αλλά ούτε να γινόμαστε και εισαγγελείς με ρομφαία εν δράσει. Μ’ένα έξοχο τρόπο την ζούμε από εκείνη την συναισθηματικά απόσταση που δεν καθιστά ανενεργό τον στοχασμό μας και δεν ακυρώνει την κατανόηση μας. Και γι’αυτήν και για όλους όσους συμπαρασύρει στο διάβα της. Μα και για μας.

Όμως αυτό που δίνει μια διαφορετική προοπτική σ’αυτό το έργο είναι η τελευταία σκηνή. Εκεί όπου ο δολοφόνος γιος και ο πατέρας του νεκρού αγοριού δίνουν διστακτικά τα τρεμάμενα χέρια τους. Είναι σαν να μας προτείνει το έργο κάτι άλλο, κάτι που σίγουρα δεν είναι πολιτικά ορθό, αλλά τι είναι; Βαθύτατα αντιδραστικό ή ακραία ρηξικέλευθρο; Και το κάνει όταν μας καλεί να αναρωτηθούμε αν το αποτέλεσμα που προέκυψε από τη δράση της Κορνέλιας είναι σωστότερο και πιο λειτουργικό απ’αυτό που θα πετύχαινε η δικαιοσύνη με την τιμωρία του γιού. Γιατί στη δικιά της εξέλιξη όλοι είναι σε καλύτερη κατάσταση. Οι γονείς του παιδιού είπαν τον πόνο τους στην Κορνέλια, έβγαλαν την επιθετικότητά τους, άκουσαν και τον δικό της, πήραν και χρήματα για να φροντίσουν τον άλλο γιό τους. Ο γιος της Κορνέλιας συναισθάνθηκε αυτό που έκανε, ντράπηκε, κοίταξε στα μάτια τον πατέρα του νεκρού παιδιού και ζήτησε συγνώμη που την πήρε. Κι όλα αυτά μέσα σε μια πένθιμη ατμόσφαιρα και με τις αναμεταξύ τους εντάσεις να λειτουργούν τελικά πιο λυτρωτικά, απενοχοποιητικά κι απελεύθερα για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Ο 35χρονος Κάλιν Πέτερ Νέτζερ αναρωτιέται λοιπόν, αν ο κόσμος του πλούτου και της φτώχειας είναι καλύτερα να δοκιμάζουν να τα βρίσκουν μεταξύ τους, παρά να εμπιστεύονται ακόμα και τη καλύτερη περίπτωση μιας τυφλής δικαιοσύνης με τις απρόσωπες και τυπικά γραφειοκρατικές λύσεις της, που το μόνο για το οποίο ενδιαφέρονται είναι η τιμωρία. Φαίνεται ότι ο ίδιος πιστεύει πως θα είναι καλύτερα τ’αποτελέσματα όταν οι άμεσοι ενδιαφερόμενοι μιας ιστορίας δικαίου, αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους και κυνηγούν τις δικές τους λύσεις, έστω και με τις πλάτες των ρουτινιάρικων θεσμών. 

Το άλλο ατού της βαλκάνιας αυτής ταινίας, είναι η σκηνή προς το τέλος όπου η εκπληκτική Λουμινίτα Γκεοργίου ακούει έκπληκτη το γιο της να της προτείνει μία λύση στο δικό τους πρόβλημα. Της ξεκαθαρίζει λοιπόν, ο σχεδόν άβουλος κανακάρης της, με μια εκπληκτικά διαυγή σκέψη, τη σχέση του μαζί της. Αν με ξαναπάρεις τηλέφωνο, τα πράγματα ανάμεσά μας θα συνεχίσουν να έχουν τα ίδια χάλια, της λέει. Άσε με να σε πεθυμήσω εγώ, κάνε υπομονή μέχρι εγώ να σε αναζητήσω. Και μέχρι τότε, πήγαινε ταξίδια, βρες ένα χόμπι, έναν εραστή. Θα σε πάρω, σ’ένα μήνα, σ’ένα χρόνο, ίσως ποτέ, αλλά άσε να νοιώσω την ανάγκη σου, κι εγώ να έρθω να σε βρω. Άσε με να απογαλακτιστώ, θα μπορούσε να της πει με λίγα λόγια. Ακούς χερ Φρόυντ; Υπάρχει ελπίδα, υπάρχει, και την βρήκε ο υιός ο μοσχοαναθρεμμένος. Όμως τίποτα δεν μας εγγυάται πως αυτή, η πάνω απ'όλα μάνα, με την δολοφονική αγάπη της και την ατόφια απόγνωσή της, θα αποδεχτεί τη λύση του γιου της. Η ταινία κέρδισε την Χρυσή Άρκτο στο φετινό φεστιβάλ Βερολίνου. 

 

Γκλόρια δεν ξέρω γιατί δεν είμαι. Με νοιώθω πιο συχνά ως τελευταίο πυρετό του Άκη Πάνου να τραγουδάω μαζί με τον Μαργαρίτη  "τα χρόνια φύγαν δεν υπάρχουν άλλοι στόχοι, …να μείνει δίπλα μου, να μείνω ζωντανός ".  Αλλά και με την Κορνέλια διαφέρει η η Χιλιανή Γκλόρια, μια 58χρονη διοπτροφόρος κυρία, διαζευγμένη, που τριγυρνάει στους δρόμους του Σαντιάγκο λίγο αφηρημένη, λίγο αποξενωμένη. Μια γυναίκα που σχεδόν δεν έχει τίποτα, εκτός δυο τρεις φίλους, τις συνήθειες της και τις συνειδητοποιημένες επιθυμίες της. Εξ αιτίας αυτών δεν ανήκει στη στρατιά των αόρατων γυναικών. Η Γκλόρια είναι μια γυναίκα που όταν δεν εργάζεται, οδηγεί τραγουδώντας ερωτικά τραγούδια του συρμού και απολαμβάνει το χορό σε νυχτερινά κέντρα όπου πίνει και φλερτάρει. Κι ενώ αυτή έχει καλές σχέσεις με τα παιδιά της δεν συμβαίνει το ίδιο με τον συνταξιούχο που σχετίζεται πιο στενά. Αυτός βρίσκεται σε μια σχέση αλληλεξάρτησης με τις δυο κόρες του που τον παίζουν στα δάκτυλά τους. Κι αυτή η κατάσταση είναι που την σπάει στην ακομπλεξάριστη και διαθέσιμη για όλα Γκλόρια, παρόλο που νιώθει όμορφα μαζί του. Και είναι αυτό που δεν το αντέχει αυτή και που εξ αιτίας της βάζει τέλος σ’αυτήν τη σχέση. Κάποια άλλη στη θέση της, εγώ και πολλοί άλλοι που γνωρίζω, μάλλον θα ακούγαμε τη φωνή της σύνεσης και θα συμβιβαζόμασταν με τον τελευταίο πυρετό. Μα αυτό είναι το εκπληκτικό των ανθρώπων. Οι εξαίσιες διαφορές μας! Και το εκπληκτικό της τέχνης. Που μπορεί και μας κοινωνεί αυτές τις διαφορές εξευγενίζοντάς μας και φέρνοντας τον έναν στη θέση του άλλου. Το «τίποτα» που τελικά επιλέγει η Γκλόρια, έχει την υπογραφή της εκτόνωσής της όταν πυροβολεί τον εραστή της με χρώματα, μια εκπληκτική πολιτισμική επινόηση. Αυτό είναι και το οριστικό της αντίο της που το λέει με ευφορία. Μετά η Γκλόρια μόνη, δίχως οργή κι απωθημένα, θα μελαγχολήσει, αλλά δεν θα μας μιζεριάσει. Θα συνεχίσει συμφιλιωμένη με ότι τέλειωσε, προσπαθώντας ν’ανοίξει καινούργια παράθυρα στη ζωή της. Όχι όμως μ’εκείνον τον αμοράλ κυνισμό του στυλ «πάμε γι’άλλα μάγκες, το πάρτι συνεχίζεται». Αλλά προσπαθώντας ν’αφουγκραστεί τους χτύπους της καρδιά της και να τους μετατρέψει σε όρους ζωής. Γι’αυτό νιώθει την ανάγκη να συντονιστεί με τα μέσα της. Κι έτσι για πρώτη φορά θα χορέψει δίχως τα τεράστια γυαλιά της κι έτσι θα αρχίσει να βλέπει με τρυφερότητα τη ζωή της. Κι εμείς αυτήν.   

Βγαίνοντας από το σινεμά αισθανόμουν να με διακατέχει ένα πνεύμα ηρωικό, παρόλο που οι τόνοι της ταινίας δεν είχαν τίποτα επικό. Κατάφερε όμως, αυτή η σεμνή και χαλαρών τόνων ταινία του 40χρονου Σεμπαστιάν Λέλιο να με κεράσει τη δύναμη της έξοχης Παουλίνας Γκαρσία για ζωή. Υποδύθηκε εξαιρετικά μια μεγάλη γυναίκα που αφουγκράζεται τις ανάγκες της και δεν υποκύπτει στα στερεότυπα της ηλικίας της. Που καταφέρνει να μας μεταγγίσει δίχως άχαρο διδακτισμό και υστερία, ότι δεν της ταιριάζει να είναι η ζωντανή περιφορά του «κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει», αλλά παρόλη την ηλικία της βρίσκεται πιο κοντά στο εφηβικό "όλα ή τίποτα". Μια ταινία που μας συστήθηκε ευγενικά, κρατώντας εκείνες τις αποστάσεις που ούτε μας πάγωσαν, ούτε μας έκαψαν, επιτρέποντας, μέσα από εντελώς συνηθισμένες καταστάσεις, ν'ανθίσουν χαλαρά τα φιλικά μας αισθήματα. Και για την Γκλόρια με την ακραία περηφάνια της και για τον εαυτό μας.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013 14:12
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση