Το άλλο άκρο, το ανάλαφρο, είναι η αδέσμευτη εικοσιεπτάχρονη, που ζει στο Μανχάταν και επιδιώκει να δουλέψει ως δασκάλα χορού. Σε όλο το έργο μετακομίζει από διαμέρισμα σε διαμέρισμα, αλλάζοντας συνεχώς συγκάτοικους. Την λένε Φράνσις, οι γονείς της μένουν κάπου στην Καλιφόρνια, είναι αισιόδοξη και μαχητική.
Όμως γιατί παντρεύεται και ξαναπαντρεύεται η Μαρί; Μήπως, επειδή ως ομορφότερη απαιτεί τον ουρανό με τα’άστρα κι εκτρέφει στα κρυφά, κάτω από τη γλώσσα της σμέρνες και λάσα; Και ως γνωστόν, το λάσο πρέπει να το πετάξεις για να πιάσεις κάποιον. Κι η σμέρνα, εκ φύσεως, αυτό που διακαώς επιθυμεί είναι να δαγκώνει, η αιμοβόρα. Να κάτι που μπορεί να τσακίζει τους άντρες της που την εγκαταλείπουν. Μάθαμε επίσης απ’τη ζωή, ότι οι ομορφότερες ακόμα κι αν δεν το επιδιώκουν, είναι συνεχώς ποθούμενες κι άρα σε κατάσταση πολιορκίας. Αυτό μέρα με τη μέρα αποσταθεροποιεί τους αγαπημένους τους, μιας και για να ανταποκριθούν σ’αυτόν τον σκληρό ανταγωνισμό θα πρέπει συνεχώς να υπερβαίνουν τον εαυτό τους. Μήπως λοιπόν, γι’αυτό η Μαρί ξανά και ξανά ερωτεύεται; Μήπως ο αναπόφευκτος ναρκισσισμός της επιταχύνει την εξάντληση των χαρών του γάμου; Αλλά αυτός ο μαραθώνιος δεν είναι δίχως συνέπειες. Αν και η αιτία δεν ήταν καθαρή το αποτέλεσμα ήταν. Σε μερικές σκηνές λοιπόν, η Μαρί ήταν εντελώς χαμένη με την απόγνωση να την ζωγραφίζει. Δεν ξέρω γιατί, αλλά τότε μόνο την συμπάθησα.
Τι άλλο κυριαρχεί στο έργο; Τα ατέλειωτα λόγια, οι εξαιρετικοί διάλογοι, που μου θύμισαν την Κων/πολη, χρόνια πριν. Ένα από αυτά που με είχαν εντυπωσιάσει τότε, ήταν το ακατάπαυστο μπούρου μπούρου όλων με όλους. Η λογοδιάρροια λοιπόν της ανατολής που δεν είναι ακριβώς φλυαρία και του στυλ άλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε. Είναι λόγια που διηγούνται κι αναλύουν καθημερινές περιπέτειες και ζητούν εξηγήσεις για ότι έγινε, λόγια που αναμασούν τα ίδια και τα ίδια αλλά κι ετοιμάζουν την επόμενη κίνηση, φράσεις που εκφράζουν ένα κράμα λογικής και συναισθημάτων. Αλλά γιατί η επικοινωνία στο Παρίσι δυσκολεύεται; Γιατί οι άνθρωποι αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τα μετεωρίζοντα προβλήματα των σχέσεών τους; Γιατί συνεχώς χρειάζονται να μεσολαβούν κάποιοι τρίτοι για να λυθούν οι κόμποι; Ίσως ο τίτλος να είναι η εξήγηση. "Το παρελθόν" που κουβαλούν. Είναι φανερό πως αυτό έχει ένα ιδιαίτερο βάρος γι’αυτούς τους μετανάστες όταν αναγκάζονται να προσαρμοστούν στα δεδομένα της χώρας που ζουν. Ένας κλειστός και παραδοσιακός κόσμος μέσα τους - αυτό που ήταν - κι ένας πιο ανοιχτός κι εξατομικευμένος έξω τους, που απαιτεί της ενεργητική τους συμμετοχή - αυτό που θα είναι ;. Κατάλαβα πως οι διαφορές αυτών των δύο κόσμων είναι η πηγή της εσωτερικής τους έντασης και του μπετόν της επικοινωνίας των ηρώων που ταλαιπωρούνται σ’αυτήν την ταινία ανάμεσα σ'αυτό που υπήρξαν και σ'αυτό που δεν είναι ακόμα. Όπως κι από αυτά που έζησαν μεταξύ τους και θέλουν να ξεφύγουν και δεν θέλουν. Άλλος βραχνάς κι αυτός με πληγές απ'αυτές που ο χρόνος δεν τις γιατρεύει εύκολα. Γι’αυτό η Μαρί σε όλη την ταινία είναι συνεχώς στην πρίζα και διαρκώς ένα δράμα κυοφορεί. Αλλά αυτή η κατάσταση όπου απουσιάζει η χαρά, η ελαφρότητα, η ξεγνοιασιά δεν μου ταιριάζει. Κι αποχωρώ παραχωρώντας τη θέση μου στον γλυκύτατο Αχμάντ. Αυτός μπορεί να βοηθήσει. Σιγά σιγά γίνεται ο εξομολόγος της μεγάλης κόρης. Από τη στιγμή εκείνη και μετά κάθε αλήθεια που αποκαλύπτεται φαίνεται να είναι τελική και να υπόσχεται τη λύτρωση. Αλλά δεν είναι. Η κάθε αλήθεια γίνεται η αιτία να αποκαλυφθεί από τους εμπλεκόμενους μια άλλη αλήθεια και κατόπιν μια άλλη, όπως οι ρώσικες μπαμπούσκες που βγαίνει η μία μέσα απ’την άλλη. Κι αυτό που με μαεστρία αναδεικνύει στην οθόνη ο σκηνοθέτης είναι αυτό που αποκαλούν οι γραφιάδες, «τα διάφορα επίπεδα της πραγματικότητας».
Το εντυπωσιακό σ’αυτό το έργο, όπως και στα περισσότερα έργα από την Περσία, είναι ο πολύ σημαντικός ρόλος που έχουν στην εξέλιξη της υπόθεσης τα παιδιά. Είναι εκπληκτικός ο απλός και φυσικός τρόπος που ο 41χρονος σκηνοθέτης Ασγκάρ Φαραντί υφαίνει όλο το δίκτυο των αλληλοεπιδράσεων μικρών και μεγάλων. Όπως επίσης και για τον τρόπο που δείχνει να επιδρά τους ήρωες της ταινίας ότι τους τριγυρίζει. Μ’έναν διάφανο και άμεσο κινηματογραφικό τρόπο, ο Φαραντί μας εικονοποιεί το πως οι άνθρωποι επηρεάζουν τα γύρω τους και πως αυτά παράλληλα τους διαμορφώνουν.
Την Μαρί, που την υποδύεται εκπληκτικά η Γαλλοαργεντινή Μπερενίς Μπεζό ( βραβείο α' γυναικείου ρόλου στο φεστιβάλ των Καννών 2013) δεν την ερωτεύτηκα. Ούτε όμως κι αυτή εμένα. Αν και με πρόσεξε, αν και αβίαστα μ'έβαλε στο σπίτι της κι έζησα από κοντά το δράμα τους, εν τούτοις έτσι όπως ήταν δοσμένη στην περιπέτειά της, με κράτησε σε μια απόσταση. Όμως μ’αυτούς τους τύπους δεν αισθάνθηκα έξω από τα νερά μου. Όλα τους μου είναι οικεία. Υπάρχουν ατομικές ιστορίες απλές και μπλεγμένες, οι άνθρωποι έχουν στόχους, κάνουν υποθέσεις, αλληλεπιδρούν, υπάρχει μια σχετική σαφήνεια για τα κίνητρά τους και διεκδικούν με λόγια και πράξεις αυτά που θέλουν. Κι όλος αυτός ο κόσμος των οικογενειακών σχέσεων έχει αφ’εαυτού ένα νόημα. Κάπως έτσι μεγάλωσα. Κάπου ανάμεσα στο παραδοσιακό και στο σύγχρονο έχω την εντύπωση πως κινήθηκαν πολλοί απ'τους ανθρώπους της γενιάς μου, συνειδητά, αλλά και ασυνείδητα. Γι’αυτό όλοι αυτοί οι άνθρωποι της ταινίας δεν μου είναι ξένοι. Ίσα ίσα, επειδή είναι κι ανατολίτες τους νιώθω και πολύ δικούς μου. Όταν λοιπόν, λύσουν τους κόμπους τους και κάπως χαλαρώσουν, πάλι φίλοι θα είμαστε. Και τους είπα, αν θελήσουν οτιδήποτε από μένα, ευχαρίστως θα τους το δώσω.
Γιατί αφέθηκα να με παρασύρει στον κόσμο της η Φράνσις; Γιατί είναι χαρμόσυνη και εξωστρεφής. Αλλά και γιατί συχνά αναρωτιέμαι, όταν βλέπω αυτά τα νέα παιδιά να τριγυρνούν στην πόλη μας, σε τι θεό πιστεύουν, ποια είναι και που το πάνε; Γι’αυτό ξύπνησα τον 30χρονο εαυτό μου και του επέτρεψα να περπατήσει μαζί με την Φράνσις στην πόλη της, το Μανχάταν. Γλιστρήσαμε λοιπόν, σε μια ασπρόμαυρη ταινία που έρεε ήρεμα και φιδίσια σαν ποτάμι κάτω στον κάμπο. Μαζί με τη Φράνσις μετακομίζαμε από διαμέρισμα σε διαμέρισμα με διαφορετικούς συγκάτοικους κάθε φορά. Άλλοτε συμμετέχοντας στα έξοδα κι άλλοτε φιλοξενούμενοι, μιας και η Φράνσις έψαχνε και για δουλειά.
Ακούστε όμως τι λέει σε μια σκηνή η Φράνσις στη φίλη της, θέλοντας να εκφράσει ένα γενικότερο κλίμα. Είμαστε καλή μου οι πρώτες γυναίκες στην ιστορία που μαζικά δεν έχουμε την επιθυμία να κάνουμε παιδιά. Κι αυτό, όχι γιατί μια οικονομική κρίση δεν το επιτρέπει. Αλλά τότε γιατί; Και με τους έρωτες κάτι παρόμοιο πλανάται στην ατμόσφαιρα. Σαν να μην υπάρχει μια βαθύτερη επιθυμία. Διαδέχονται ο ένας τον άλλον, καλοπερνάνε, λίγο πόνος, λίγη θλίψη, αλλά δεν τους οδηγούν σ' έναν άλλον κόσμο του εαυτού τους, δεν κάνουν ένα τη χαρά με τη λύπη, τη ζωή με το θάνατο. Γι’αυτό δεν ερωτεύτηκα και τη Φράνσις κι αυτή εμένα. Έμεινα να αναρωτιέμαι γι’αυτά τα όντα, αν κάποια στιγμή η υδραργυρική τους κατάσταση θα σταθεροποιηθεί και θα φανεί ένα πρόσωπο. Αν κι αυτό που μου φαίνεται πιο πιθανόν είναι ότι η απροσδιόριστη και φευγάτη Φράνσις, ένα πλάσμα υβριδιακό, κάτι ανάμεσα σε παιδί κι ενήλικα, θα παραμείνει έτσι μέχρι τα βαθειά γεράματα. Και δεν ξέρω γιατί, αλλά πείστηκα πως αυτά θα είναι τα όντα που τις επόμενες δεκαετίες θα αυξάνονται, θα πληθαίνουν και θα κατακυριεύουν τη Γη. Η ασάφειά τους, τα πολλά τους έτσι κι αλλιώς κι άμα λάχει κι αλλιώτικα, τα φλου και τα πάμε γι’άλλα θα τους βοηθάνε ν’αντέχουν έναν κόσμο που δεν θα έχει τόσο σημασία αν γίνεται ή όχι όλο και πιο αφιλόξενος, άκαρδος κι ανταγωνιστικός, αλλά ότι θα εξατμίζεται όλο και πιο γρήγορα για όλο και πιο πολλούς, το όποιο νόημά του και ενδιαφέρον. Αλλά σαν αντιστάθμισμα, σαν αποκούμπι, αυτά τα πλάσματα του κοντινού μας μέλλοντος, θα έχουν τις φιλίες τους που θα τις προσέχουν σαν τα μάτια τους. Γιατί αν λείπουν κι αυτές τότε η ζωή ίσως και νά'ναι αφόρητη. Έτσι έγινα κι εγώ φίλος με την Φράνσις. Την υποδύεται η έξοχη Γκρέτα Γκεργουίνγκ, που είναι και συνσεναριογράφος. Ο δε 44χρονος Νόα Μπάουσμπαχ, γέννημα θρέμμα του Μπρούκλιν, ελάχιστες φορές την πάτησε με σπουδαιοφανείς αμερικανιές, γι’αυτό κι ήταν υπέροχος. Κι έτσι στο τέλος του στείλαμε δυο γλυκά φιλιά για την Frances Ha. Περιμένουμε μ’ανυπομονησία την επόμενη ταινία του.
Η τελευταία επί του πιεστηρίου σκέψη: Μήπως οι νέοι αναμεταξύ τους δεν βιώνουν ο ένας τον άλλον ως αδέσμευτο φλου άνθρωπο; Μήπως εμάς τους μεγαλύτερούς τους, μας βλέπουν έτσι;

Το ένα άκρο, το βαρύ της δέσμευσης, ζει στα περίχωρα του Παρισιού