Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018 17:52

Οι νεκροί του Πολυτεχνείου 1973, «αυτοί οι αγώνες συνεχίζονται δεν εξαγοράζονται δεν δικαιώθηκαν»

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

gm9Αφιέρωση: Αυτή η ανάρτηση αφιερώνεται στους πεσόντες (δολοφονημένους από την χούντα)  άντρες και γυναίκες  της εξέγερσης του Πολυτεχνείου  1973.

Αφιερώνεται επίσης   στους πρωτεργάτες/σες της νέας αναρχίας στον ελλαδικό χώρο  αρχής γενομένης από αυτή την εξέγερση.

Ενάντια στον ιστορικό αναθεωρητισμό (δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο κλπ) που επιχειρείται από την δεξιά, την ακροδεξιά (φασίστες) και μια μερίδα αριστερών νεοφιλελε .  Επίσης ενάντια στην παλιά και νέα σταλινική εκδοχή των λευκών σελίδων της ιστορίας.

 

Κεφάλαια: Α) αυτοι οι αγωνες συνεχιζονται δεν εξαγοραζονται δεν δικαιωθηκαν BΗ δράση των Αναρχικών στην εξέγερση του Πολυτεχνείου 1973  Γ) Οι νεκροί του Πολυτεχνείου

Α) Αυτοί οι αγώνες συνεχίζονται δεν εξαγοράζονται δεν δικαιώθηκαν. 

10 χρόνια ντοκουμέντα

Συγγραφέας: Συλλογικό έργο

Πρώτη έκδοση : Αυτόνομη Πρωτοβουλία Πολιτών Αθήνα 1983

Σελίδες: 208

Επιμέλεια / σχολιασμός: Γιώργος Μεριζιώτης

Παρουσίαση (Από τον πρόλογο της έκδοσης)

{…} Πριν τέσσερα χρόνια είχαμε κάνει μια προσπάθεια που αναφερόταν στη Εξέγερση του Νοέμβρη 1973 και στις άγνωστες πτυχές της. Μαζί παρουσιάζαμε τις επετείους του Πολυτεχνείου μετά το 1974 και την εργατική κινητοποίηση της 23 Ιούλη 1975.

Όπως εξελίχθηκαν τα γεγονότα και όπως μπορούμε να κρίνουμε τα πράγματα παρ’ όλο που η προσπάθεια εκείνη δεν ήταν χωρίς αξία, σήμερα επιβάλλεται μια συνέχεια. Μια συνέχεια με παρουσίαση, συνοπτική αναγκαστικά, των αγώνων του λαού μας στα τελευταία 15 χρόνια. Μια περίοδο αρκετά μεγάλη αλλά και πολύ σημαντική ταυτόχρονα. Αυτό, γιατί βλέποντας κανείς αποσπασματικά τα γεγονότα χάνει το δάσος πίσω από το δένδρο.

Είναι κάτι που δεν κάλυπτε η προηγούμενη προσπάθειά μας, αλλά και εκείνο που πιστεύουμε ότι λείπει από το κίνημα. Αποφασίσαμε να καλύψουμε αυτό το διάστημα, μετά το πραξικόπημα της 21 Απρίλη 1967 μέχρι και το Πολυτεχνείο του 1980, ελπίζοντας πως θα μπορέσουμε να δώσουμε μια συνολική εικόνα των γεγονότων και των κινητοποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν αυτά τα χρόνια. Επιδίωξή μας εκτός από μια συνολική εικόνα, είναι να δώσουμε τη δυνατότητα να αντιμετωπιστεί με κριτικό μάτι (και γιατί όχι, αυτοκριτικό) η πορεία που ακολούθησε το κίνημα.

Σ’ αυτή τη χρονική περίοδο γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ένα κίνημα από τα κάτω. Ένα κίνημα των ίδιων των μαζών καθόλου τηλεκατευθυνόμενο, που έκφραζε τους πόθους, την αγωνία, την οργή, τα απωθημένα τους ενάντια σε μια εκμετάλλευση από εχθρούς και «φίλους». Για πρώτη φορά ο κόσμος προσπάθησε μόνος του, για μια μεγάλη περίοδο, να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του. Αγωνίστηκε, πάλαιψε, χτυπήθηκε, συκοφαντήθηκε, δολοφονήθηκε… υποχώρησε. Οι πρωτοβουλίες, οι αγώνες των μαζών δεν χάνονται, ούτε και όταν υποχωρούν. Αυτό είναι μια πολύτιμη αλήθεια απ’ όλα αυτά τα χρόνια.

Ελπίδα μας είναι ότι θα μπορέσουν να διορθωθούν τα λάθη και οι ατέλειες του παρελθόντος και να δημιουργηθεί ένα επαναστατικό-κοινωνικό κίνημα αντάξιο και σύμφωνο με τις πραγματικές επιδιώξεις και τα συμφέροντα του λαού μας. Είναι αλήθεια ότι όλα αυτά συμπίπτουν με μια κατάσταση τελμάτωσης και αδιαφορίας. Μιας προσπάθειας να βολευτεί ο καθένας κάπου, να «αράξει» και να «κοιτάξει την πάρτη του». Δεν ξεχνάμε, παρ’ όλα αυτά, ότι μια τέτοια περίοδος είναι που προετοιμάζει το λαϊκό κίνημα για νέους αγώνες, πιο σημαντικούς και πιο ανεβασμένους όταν αξιοποιείται σωστά.

Προσπαθήσαμε να δώσουμε όσα περισσότερα ντοκουμέντα του κινήματος είχαμε διαθέσιμα αποφεύγοντας τα κοινώς γνωστά. Παρ όλα αυτά, τα περισσότερα είναι γνωστά στη λεγόμενη «πρωτοπορία» και γι’ αυτό ίσως να θεωρηθούν βαρετά σ’ αυτήν. Όμως δεν έχουμε σκοπό να επαναλάβουμε γνωστά πράγματα σε γνωστούς ανθρώπους. Επιδίωξή μας παραμένει να υπάρξει επικοινωνία όλου αυτού του υλικού και των αγώνων με τους μη «ειδήμονες», με τον κόσμο. Με τον κόσμο που στάθηκε στην πρώτη γραμμή όλων αυτών των αγώνων. Που πάλεψε, πίστεψε, πικράθηκε, απογοητεύτηκε και… περιμένει. Μ’ αυτούς που πραγματικά ενδιαφέρονται για την σημερινή κατάσταση και θέλουν να ψάξουν τις αιτίες που οδήγησαν στο σήμερα. Ίσως, λοιπόν, μια καλή βοήθεια σ’ αυτή την κατεύθυνση να αποτελεί η προσπάθειά μας.

Γιατί ακόμα υπάρχουν «σκοτεινά» σημεία στα μυαλά του περισσότερου κόσμου. Γι’ αυτό ευθύνεται πολύ η κομματική προπαγάνδα, η αποπληροφόρηση, η σιωπή και η συνενοχή. Πολλοί πηγαίνουν να τιμήσουν κάθε χρόνο τους νεκρούς του Πολυτεχνείου. Ελάχιστοι όμως ξέρουν ΠΩΣ ακριβώς ξεκίνησε η κατάληψη και κάτω από ποιες συνθήκες πραγματοποιήθηκε η εξέγερση. Ακόμα, ελάχιστοι γνωρίζουν τον πραγματικό ρόλο και τις επιδιώξεις των κομμάτων και των παρατάξεών τους στον φοιτητικό και τον εργατικό χώρο κατά το διάστημα και μετά την διχτατορία. {…}

Το βιβλίο σε pdf: Νοέμβριος 73.pdf

και εδώ: https://www.scribd.com

Β) Η δράση των Αναρχικών στην εξέγερση του Πολυτεχνείου 1973

Δημοσιεύουμε ένα μικρο κείμενο ενός από τους πρωτεργάτες της σύγχρονης αναρχίας στην Ελλάδα, του εκλιπόντος συντρόφου Χρήστου Κωνσταντινίδη, από το περιοδικό Πεζοδρόμιο 7, εκδόσεις Διεθνή Βιβλιοθήκη (που ίδρυσε ο ίδιος) . Στο κείμενο επιχειρεί να περιγράψει κάποιες στιγμές από την δράση των αναρχικών στο Πολυτεχνείο το Νοέμβρη του 1973.

Σχετικά με το κείμενο

Το κείμενο αυτό γράφτηκε αρχικά στις 13 – 14 του Νοέμβρη 1974 για να συζητηθεί στις 17 του μηνός στη βραδυά που οργάνωσε η Ένωση Ελλήνων Φοιτητών του Στρασβούργου. Η βραδυά αυτή σημάδευε επίσημα την ημέρα των βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα και ημιεπίσημα -εφόσον κάτι πρέπει να γιορτάζεται- την επέτειο της εξέγερσης του Νοέμβρη και της σφαγής, φοιτητών ή άλλων.

Μια βραδυά συζήτησης της Ένωσης Ελλήνων Φοιτητών του Στρασβούργου δεν είναι τίποτα παραπάνω απ’ αυτή τη βραδυά συζήτησης και δεν προσέφερε καμμιά διασαφήνιση για τον Νοέμβρη του 1973, όπως άλλωστε δεν μπορούσε ,να προσφέρει καμμιά κριτική, έστω και θεωρητική, του κειμένου. Η επιθυμία να βρεθεί μια ελκυστικώτερη διέξοδος οδήγησε στη δημοσίευση του κειμένου. Πάντως χρειάζεται να σημειωθεί ότι δημοσιεύεται για να υποστεί μια έμπρακτη κριτική κι έτσι να μπορέσει να ξεφύγει από τη θεωρητική ρουτίνα των απαντήσεων και αντιαπαντήσεων. Το κείμενο ξαναγράφτηκε με τη βοήθεια της κριτικής ορισμένων συντρόφων.  (Από την έκδοση)

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ

{…} Μέσα στα πλαίσια μιας σημείωσης θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε συνοπτικά τη δράση των «αναρχιών». Ή ομάδα αυτή, χωρίς να αποτελεί τυπική οργάνωση, λειτούργησε οργανωμένα στα γεγονότα του Νοέμβρη, όπως επίσης και σέ μία σειρά άλλων δραστηριοτήτων. Στους κόλπους της περιλαμβανόταν και ο σύντροφος πού γράφει, αυτές τίς γραμμές. Θα περιοριστούμε στην επέμβασή της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι άλλοι «αναρχικοί» δεν λειτούργησαν μεμονωμένα μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο.

Ήδη την Τετάρτη το απόγευμα (σ.τ. συν. μιλάει για την πρώτη μέρα κατάληψης του Πολυτεχνείου ) ή ομάδα αυτή των συντρόφων χρησιμοποιώντας σπρέι και ξεκολλώντας από τα τρόλεϊ πού περνούσανε από την Πατησίων τα διαφημιστικά, έγραψαν (όπως επίσης και στο εσωτερικό του Πολυτεχνείου) αρκετές δεκάδες συνθήματα.

Ή προβολή των συνθημάτων από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης (τηλεόραση) με στόχο να επισείσουν τον εφιάλτη τής κοινωνικής ανατροπής οδήγησε σέ αντίθετα από τα προσμενόμενα αποτελέσματα, στο μέτρο πού αυτά συντέλεσαν σέ μια ριζοσπαστικοποίηση και σέ μία απαρχή ξεπεράσματος τής ψευδούς αντίθεσης Δημοκρατίας – Δικτατορίας.’ Αναφέρουμε ορισμένα από τα συνθήματα: «Κοινωνική Επανάσταση», «Κράτος = καταστολή», «Κάτω το Κεφάλαιο», «Κάτω το Κράτος»,» Κάτω ο Στρατός», «Μάης 1968», «Γενική Εξέγερση», «Κάτω ή μισθωτή Εργασία», «Το προλεταριάτο είναι νεκροθάφτης τής μισθωτής εργασίας», «Το προλεταριάτο στο δρόμο», «Εργατικά Συμβούλια»,»0ί εργάτες δεν έχουν πατρίδα», «Οι πατριώτες είναι μαλάκες»,» Κάτω ή ‘Εξουσία».

Η σελίδα της Πανσπουδαστικής Νο8 που μιλάει για 300 προβοκάτορες (κάντε κλικ στη φώτο)

Ή πανικόβλητη απόκριση των λακέδων του Κράτους και του Κεφαλαίου στην αγέρωχη Επιβεβαίωση των στόχων τής Κοινωνικής Επανάστασης, αποκρυσταλλώθηκε για πρώτη φορά στην παράνομη «Πανσπουδαστική «(Νο 8-Γενάρης-Φλεβάρης 1974»*).

«Καταγγέλλουμε τη προσχεδιασμένη εισβολή στο χώρο του Πολυτεχνείου τη Τετάρτη, 15 τον Νοέμβρη, 350 περίπου οργανωμένων πραχτόρων τής ΚΥΠ, σύμφωνα με το προβοκατόρικο σχέδιο των Ρουφογάλη- Καραγιαννόχουλου, μέ βάση τίς εντολές του παραμερισμένου τώρα τέως πρωτοδικτάτορα Παπαδόπουλου και τής αμερικανικής CIΑ, με στόχο να προβάλουν με κάθε μέσο τραμπουκισμού και προβοκάτσιας γελοία και αναρχικά συνθήματα και συνθήματα πού δεν εκφράζανε τη στιγμή και τίς συγκεκριμένες δυνάμεις. Για να μπορέσουν έτσι ν’ απομονώσουν το κίνημα μας και την εκδήλωσή μας του Πολυτεχνείου από σύνολο του λαού και τής νεολαίας. Για να μπορέσουν παραπέρα, κατασκευάζοντας ( και με τη βοήθεια των χουντικών μέσων ενημέρωσης) την εικόνα μιας μεμονωμένης εξτρεμιστικής επαναστατικοαναρχικής εξέγερσης πού δεν έχει τη συμπαράσταση του λαού ,να ξαναχρησιμοποιήσουν το χιλιοτριμμένο πρόσχημα του επαπειλούμενου κοινωνικού καθεστώτος». Και για να το εμφανίσουν ότι: «δεν ήταν παρά οι έξαλλες μηδενιστικές ενέργειες αμετανόητων αναρχικών στασιαστών καταστροφέων».

Παρακάτω μας διαβεβαιώνει ότι: «τα συνθήματά μας: Ψωμί-Παιδεία-‘Ελευθερία, 20% για τη Παιδεία, Κάτω ή χούντα ,Έξω οι Αμερικάνοι, Εργάτες Αγρότες Φοιτητές, Όλοι Ενωμένοι, Λαϊκή κυριαρχία, Εθνική Ανεξαρτησία έπνιξαν τίς ψευτοεπαναστατικές κραυγές τής ΚΥΠ και των χαφιέδων της πού αιφνιδιαστικά είχαν προβάλει με πανό και με την τραμπούκικη κατάληψη δύο μεγάφωνων, συνθήματα όπως: Κάτω το Κράτος, Κάτω η Εξουσία. Μάης του ’68, καί είχαν πρωτοστατήσει σέ κάποιες ανεδαφικές επικλήσεις για άμεση λαϊκή εξανάσταση και άμεση γενική απεργία».

 

Πανό αναρτημένο στα κάγκελα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη ´73 στην Πατησίων

Ή εξοικείωση με τη λέξη «χαφιές» των συντακτών του παραπάνω κειμένου δεν είναι καθόλου τυχαία. Πηγάζει από τη φύση του επαγγέλματός τους. Ήδη σήμερα είναι έμμισθοι χαφιέδες τής μπρεζνιεφικής γραφειοκρατίας και αύριο, επίδοξοι αυθεντικοί χαφιέδες τής «σοσιαλιστικής» Ασφάλειας κάποιας ελληνικής «Λαϊκής Δημοκρατίας». Αλλά για να μην τούς αδικήσουμε θα πρέπει να πούμε ότι θα είναι χαφιέδες και ‘Ασφαλίτες αλλιώτικοι άπ’ τούς άλλους. Πράγματι, πάνω από τα ανακριτικά τους γραφεία, μέσα στις φυλακές και τα ψυχιατρεία τους μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και μέσα στα εργοστασιακά τους κάτεργα… πάνω στα πηλήκια και τα γαλόνια τους θα υπάρχουν σφυροδρέπανα, σε από το Δημοκρατικό Κράτος να τούς ανακαλύψει και να τούς τιμωρήσει! Κι όμως αυτό το μαρξιστικό κάθαρμα γνώριζε πολύ χαλά και ονομαστικά δύο τουλάχιστον συντρόφους.

Κατά τίς 1 μετά τα μεσάνυχτα μέσα στην αίθουσα Γκίνη είχαν μαζευτεί 300 περίπου άτομα. Πρώτος πήρε το λόγο ένας σύντροφος ο οποίος ζήτησε να μη θεσπιστεί κανένα προεδρείο για να «διευθύνει» τη Συνέλευση, και υποστήριξε ότι ο καθένας θα πρέπει να έχει υπευθυνότητα και να γνωρίζει ότι πρέπει να είναι σύντομος και να δίνει το λόγο σέ κάποιον άλλο. ’Αφού αυτά έγιναν αποδεχτά, συνέχισε πάνω στην αυτονομία του ταξικού αγώνα και τής ίδιας τής Συνέλευσης, ή οποία δεν εκπροσωπεί χαρά μόνο τον εαυτό της άλλα και δεν δέχεται να εκπροσωπηθεί από κανέναν άλλο.

Γράφει σχετικά ή «Εργατική Πάλη»(Ν° 15-23 Νοεμβρίου 1974): «Το πρώτο πρόβλημα πού υπήρχε αφορούσε τη διεύθυνση τής συζήτησης. Έγιναν πολλές προτάσεις για πρόεδρο η προεδρείο τής συνέλευσης δίχως επίσης και ή πρόταση να μην υπάρξει κανενός είδους προέδρευση πού έγινε και υποστηρίχτηκε από τούς αναρχικούς και άναρχίζοντες. Τό θέμα δημιούργησε αρκετή σύγχυση και ολόκληρη ή συζήτηση έγινε κάτω άπ’τή διεύθυνση διαφόρων αγωνιστών πού πρωτοβουλιακά προσπαθούσαν να βάλουν κάποια τάξη στη συζήτησή και πολλές φορές ή συνέλευση κατέφευγε στη γενική ψηφοφορία για. ν ‘αποφασιστεί να κάποιος θα έπρεπε να συνεχίσει ή να του αφαιρεθεί ο λόγος.»

Και συνεχίζει παρακάτω: «Ή τάση πού έφραζαν οι «αντιεξουσιαστές» και οι αναρχικοί δούλεψε συνειδητά για να αποτρέψει κάθε οργανωμένη προσπάθεια τόσο μέσα στην ίδια την συνέλευση όσο και στα καθήκοντα για την κινητοποίηση πού έβαζε αυτή στον εαυτό της, οι ομιλητές της επέμεναν πάρα πολύ σέ ιδεατά σχήματα για τη μελλοντική κοινωνία επαναλαμβάνοντας πολλές φορές διάφορες θέσεις του Γγκύ ντέ Μπόρ άπ’ το «Κοινωνία και θεάματα» και την ιδανική κοινωνία που δεν θα υπάρχει καμιά εξουσία. Θεωρούσαν ότι αυτά τα πράγματα ήταν άμεσα εφαρμόσιμα και γι’ αυτό αντιατάσσονταν σέ κάθε ιεράρχηση και οργάνωση μέσα στη συνέλευση. Ή στάση αυτής τής τάσης προκάλεσε επίσης σοβαρή καθυστέρηση και σύγχυση μέσα στη συνέλευση.»

Μετά από αδιάκοπες συζητήσεις, και φυσικά διαφωνίες, μιας νύχτας έγινε σαφές ότι ‘ όλοι η σχεδόν όλοι όσοι μετείχαν στη Συνέλευση ήταν σύμφωνοι με το αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο του αγώνα (ανεξάρτητα από τη διάσταση πού του έδινε ό καθένας) και αποφασίστηκε να βγει μια διακήρυξη και να μοιραστεί το πρωί σέ εργοστάσια και σέ χώρους όπου μαζεύονται εργαζόμενοι. Πάνω στο θέμα τής διακήρυξης πρέπει να υπογραμμίσουμε μια πλαστογραφία πού υπάρχει στο κείμενο των «Ανωνύμων». Σαν γνήσιοι και αδίστακτοι αριστεριστές, μάς διαβεβαιώνουν ότι ή Συνέλευση ψήφισε μια διακήρυξη ή οποία μάλιστα εκτυπώθηκε. ’Αλλά η διακήρυξη, έτσι τουλάχιστον όπως μας τη δίνουν εκ των υστέρων υπάρχει μόνο στο κεφάλι τους, και δυστυχώς γι’ αυτούς εκτυπώθηκε μονάχα μερικούς μήνες μετά το Νοέμβρη και στο εξωτερικό.

Πιο κοντά στην αλήθεια βρίσκεται το βιβλίο ενός τροτσκιστή με τίτλο: «Τα Νοεμβριανά στο φως του μαρξισμού» και πού είναι το μοναδικό – απ’όλα όσα έχουν δημοσιευτεί- πού αναφέρει -φυσικά έτσι όπως το καταλαβαίνει-το γεγονός στη σελίδα 25-6 με υπότιτλο πολύ χαρακτηριστικό: «Ή διακήρυξη πού δεν έγινε».

«… Με σύντομη επεξεργασία παρουσιάστηκαν δύο σχέδια διακήρυξης. Το πρώτο- πού εμφανίστηκε σαν τροτσκιστικό- καθόριζε το σοσιαλιστικό προσανατολισμό του κινήματος, απευθύνονταν προς τούς εργάτες, ζητούσε τη δημιουργία επιτροπών παντού, έθετε ζήτημα γενικής απεργίας στην πάλη κατά τής δικτατορίας. Κατέληγε στην ανάγκη δημιουργίας επαναστατικού κόμματος. Ως ένα βαθμό, εξέφραζε το γενικό προσανατολισμό του τροτσκισμού ανολοκλήρωτο. Αλλά δεν έθετε ζήτημα εξουσίας. Το άλλο, εξέφραζε τίς απόψεις των αναρχιών. Με μερικές παραλλαγές, προσανατολίζονταν στη σοσιαλιστική λύση, ζητούσε την επέμβαση τής Εργατικής τάξης και την κατάληψη των Εργοστασίων. Έθετε επίσης θέμα γενικής απεργίας και δημιουργίας συμβουλίων πού θα πάλευαν για τα ζητήματα των μαζών. Αλλά καθώς όταν αυτή ή τόση υποταγμένης στο αυθόρμητο του κινήματος και αντιεξουσιαστική αρνιόταν την αναγκαιότητά τίς κατάληψης τής εξουσίας…»

Όσον αφορά την πρώτη διακήρυξη, αύτη αποδίδεται σωστά  και απουσιάζει ή έμφαση πού δόθηκε στην οικοδόμηση του «ΝΕΟΥ» επαναστατικού κόμματος. Σχετικά με τη δεύτερη αρκεί να αναφέρουμε αυτούσια την κατάληξή της ή οποία και συνοψίζει, τη θεώρηση των συντρόφων μας: «3.- Ή αυτόνομη συνέλευση των εργαζομένων που βρίσκονται στο χώρο του Πολυτεχνείου καλεί τούς εργαζόμενους να καταλάβουν τούς χώρους παραγωγής και να δημιουργήσουν εργοστασιακές και απεργιακές επιτροπές με απώτερο σκοπό τη δημιουργία εργατικών συμβουλίων. Το μίνιμουμ πρόγραμμα των εργατικών συμβουλίων είναι ή καταστροφή τής μισθωτές εργασίας, του κράτους, του εμπορεύματος και τής πολιτικής.»

Πάντως το ερώτημα παραμένει. Γιατί δεν έγινε ή διακήρυξη; ‘Η απάντηση έχει δυο σκέλη. Πρώτον, ή «τροτσκιστική» διακήρυξη δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να συγκεντρώσει την πλειοψηφία παρ’ολο πού επαγγελματικά στελέχη του κόμματος- κι αυτό είναι τρομερά απολαυστικό- σήκωναν το χέρι υπερψηφίζοντας τη δημιουργία του νέου επαναστατικού κόμματος.

Αυτή την αδυναμία της ομολογούν με οδύνη οι Μαρξιστές Λενινιστές του Ε.Κ.Κ.Ε. στη μνημειώδη μπροσούρα τους «Να σηκώσουμε ψηλά τη σημαία του Νοέμβρη» στη σελίδα 29: «‘Η όλη συγκέντρωση εντοπίστηκε στη συζήτηση γύρω από το: «τί να κάνουμε για να οργανωθούμε» στους χώρους εργασίας άσχετα με την κατάληψη. Φαίνεται ότι οι αναρχικοί κατέβασαν ότι είχαν και δεν είχαν (5-6 άτομα) και μπόρεσαν να αποπροσανατολίσουν για πολλή ώρα τη συζήτηση. Ή υπεροπτικής τους στάση και όλες οι ανοησίες πού αραδιάσανε τούς έκαναν από την· αρχή αντιπαθητικούς στην συγκέντρωση.

Στη συζήτηση γύρω από μια διακήρυξη εργατών, πού θα τυπωνόταν στον πολύγραφο του Πολυτεχνείου, υπήρχαν επίμονες προτάσεις για να εκφραστεί ή ανάγκη οικοδόμησης ενός ’Επαναστατικού Κόμματος, μπόρεσαν οι αναρχικοί με τίς υστερίες τους ν’αποπροσανατολίσουν τη συζήτηση, και το ζήτημα παραμερίστηκε στη διακήρυξη, ενώ στην συζήτηση ερχόταν συνέχεια.»

Δεύτερον, ή συνέλευση δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί εξαιτίας τής οργανωμένης προσπάθειας των κομματικών να την σπάσουν. Το αποκορύφωμα αυτής τής προσπάθειας σημειώθηκε την Πέμπτη το πρωί, με την εισβολή καμίας εικοσαριάς κομματικών φοιτητών. Από τα όσα είπανε είχαμε σημειώσει επί τόπου την αντιπροσωπευτική και αξιομνημόνευτη φράση: » Εμείς δεν κρατάμε φτυάρι και κασμά άλλα μολύβι. Αν θέλετε να κάνετε κατάληψη να πατέ στην Εργατική Εστία». Υποστήριζαν ότι οι εργάτες δεν έχουν καμιά δουλειά στο Πολυτεχνείο, ότι ό χώρος ανήκει στους φοιτητές και ότι δεν μπορεί να προβάλλονται εργατικά συνθήματα όπως το «Κάτω το Κεφάλαιο». Το αποτέλεσμα ήταν ή δημιουργία σύγχυσης απογοήτευσης και αηδίας. Πολλοί εργάτες απαντούσαν με ένα «αει γαμηθείτε ρε μαλάκες», και έφευγαν. Βέβαια ή επέμβαση των κομματικών λακέδων δεν θα μπορούσε να φέρει από μόνη της κανένα αποτέλεσμα. ‘Αλλά πραγματοποιήθηκε σέ μια στιγμή πού ή συνέλευση έτσι κι αλλιώς πλησίαζε στο τέλος της εξαιτίας τής κούρασης από την ολονύχτια αγρύπνια και, πράγμα ακόμα σημαντικότερο, επειδή οι περισσότεροι εργάτες έφευγαν σιγά-σιγά για να πάνε στη δουλειά τους.

Ή ταχτική αυτή των κομματικών ακολουθήθηκε και τις επόμενες ημέρες με κατάληψη να μην επιτρέπουν στους εργάτες πού δεν έχουν φυσικά φοιτητική ταυτότητα να μπουν στο Πολυτεχνείο, προβάλλοντας το πρόσχημα ότι εμποδίζουν την είσοδο ασφαλιτών (ενώ είναι γνωστό σέ όλους πώς κάθε ασφαλίτης μπορεί να έχει πλουσιότατη συλλογή φοιτητικών ταυτοτήτων). Ή πραγματικότητα είναι ότι ήθελαν πάση θυσία να διαφυλαχτεί σύνθεση μέσα στο Πολυτεχνείο. Πράγμα πού ήταν αδύνατο να κατορθωθεί, κι αυτό αποδεικνύεται ατράνταχτα από τον αριθμό των εργατών πού συνελήφθησαν (475 εργάτες έναντι 317 φοιτητών) αν και είχαν περισσότερους λόγους από ένα φοιτητή να μη συμβεί μέσα στο Πολυτεχνείο.

Ένα ακόμη επεισόδιο πού είναι ενδεικτικό τής συνωμοσίας σιωπής πάνω στη συνέλευση των εργαζομένων, αποκαλύπτει το επίπεδο τής ανεπτυγμένης συνείδησης των κομματικών στελεχών στην καταστροφή κάθε τεκμηρίου τής επαναστατικής ιστορίας. «όλη τη διάρκεια τής νύχτας τής Τετάρτης ένας αρχιτέκτονας- όπως μάθαμε αργότερα – μαγνητοφωνούσε όσα λεγόντουσαν μέσα στη συνέλευση· για κακή του τύχη όμως τον αντιληφθήκανε τα επαγγελματία στελέχη πού είχαν έρθει με σκοπό να διαλύσουν την συνέλευση. Μέσα σέ διάστημα δευτερολέπτων αφού έπεσαν πάνω του του πήραν την ταινία και την κατέστρεψαν επί τόπου.

Έλεγαν ότι ίσως είναι τής Ασφάλειας και ότι ή ταινία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους… Είναι αλήθεια πώς τότε ή ομάδα των συντρόφων μας «μπερδεύτηκε» και όταν κατάλαβε τί συνέβαινε ήταν αργά. ‘Η ταινία είχε ήδη καταστραφεί. Μονάχα έκ των υστέρων καταλάβαμε τι αξία θα είχε εκείνη ή μαγνητοταινία για το επαναστατικό κίνημα. Σημειώνουμε παρενθετικά πώς μέσα στα πλαίσια τής ίδιας επιχείρησης επαναφομοίωσης και καταστροφής κάθε τεκμηρίου, πραγματοποιήθηκε η λογοκρισία και το «κόψιμο» όλων των πανώ με τα συνθήματα πού αναφέρθηκαν πιο πάνω από την ταινία πού προβλήθηκε στην ‘Ελλάδα μετά την μεταπολίτευση-την ίδια ταινία πού είχε επανειλημμένα προβληθεί στο Παρίσι και αργότερα στη Γερμανία χωρίς λογοκρισία.

Το πρωινό τής Πέμπτης ό χώρος του Πολυτεχνείου είχε ουσιαστικά εκκενωθεί από τούς εργάτες. Το βράδυ με πρωτοβουλία αυτή τη φορά των αριστεριστών, και με την ανοχή τής Συντονιστικής Επιτροπής των φοιτητών ξαναστάθηκε ή εργατική συνέλευση στην ίδια αίθουσα του χτιρίου Γκίνη. Όμως ό χαρακτήρας της είχε αλλάξει ριζικά. Στη θέση τής μη-διευθυνόμενης συνέλευσης τής Τετάρτης, όπου οι εργάτες συζητούσαν ελεύθερα τα πάντα, χωρίς να είναι οπαδοποιημένοι, δημιουργήθηκε ένα κοινοβούλιο τής Αριστεράς με τίς παρατάξεις του, τούς προκαθορισμένους ψηφοφόρους του και το σμήνος των επίδοξων ηγετών του. ( Ή ποιότητα τής συνέλευσης είχε πέσει μέχρι του σημείου πού ένας μαρξιστής διανοούμενος μπόρεσε να δηλώσει καμαρωτά ότι είναι κι αυτός εργαζόμενος , και κατά συνέπεια έχει δικαίωμα συμμετοχής εφόσον «σαν διανοούμενος παράγει εργατική ιδεολογία»).

Ξημερώνοντας το πρωί τής Παρασκευής, μετά από ψηφοφορία εκλέχτηκε μια επιτροπή «εργατικής κινητοποίησης» με καθήκον ν ά φύγει από το Πολυτεχνείο και να πάει στην πλατεία Κοτζιά και σ’ άλλους χώρους όπου μαζεύονταν εργάτες με σκοπό να τούς προτρέψει να κατέβουν σέ απεργία. Μετά άπ’ αυτό η συνέλευση διαλύθηκε για να ξαναρχίσει το βράδυ τής Παρασκευής, όπως και έγινε μόνο πού αυτή τη φορά διάρκεσε μόλις 2-3 2 ώρες, ίσαμε τη στιγμή πού άρχισαν να πέφτουν τα πρώτα δακρυγόνα μέσα στο Πολυτεχνείο. Σέ όλο το διάστημα τής Παρασκευής ή επιτροπή, πού δεν πήγε πουθενά, φρόντισε σέ αρμονική συμβίωση με τη «Συντονιστική» να εκδίδει στο όνομα τής συνέλευσης προκηρύξεις πού ποτέ δεν συζητήθηκαν άπ’αυτήν, με συνθήματα όπως: «50% αύξηση», «κάτω ό τιμάριθμος» κ.τ.λ. Μετά τά γεγονότα μέσω των εφημερίδων μάθαμε ότι ή συνέλευση αντιπροσωπεύτηκε στη «Συντονιστική» με δυό αντιπροσώπους (μέσα σέ δεκάδες φοιτητών αντιπροσώπων). Πρέπει να σημειωθεί ότι ή συνέλευση ούτε είδε, ούτε άκουσε, ούτε ενέκρινε κάτι τέτοιο. ’Ας προστεθεί επίσης ότι την Παρασκευή το μεσημέρι σε στιγμή πού δεν λειτουργούσε ή συνέλευση, δύο μαρξιστές τής «Επιτροπής έσχισαν ένα πανώ πού είχαν αναρτήσει οι σύντροφοί μας με το σύνθημα «Εργατικά Συμβούλια».

Το Σάββατο και την Κυριακή ή ομάδα των συντρόφων μας συμμετείχε στα έκτροπα στα όποια επιδόθηκαν κυρίως οι νεαροί εργάτες…

Θα ήταν παράλειψη αν, κλείνοντας αυτή τη σημείωση, δεν αναφέραμε ότι ή ομάδα των συντρόφων μας θεώρησέ έκ των υστέρων ότι έτρεφε ψευδαισθήσεις το απόγευμα τής Παρασκευής σχετικά με τίς δυνατότητες μετασχηματισμού τής συνέλευσης των εργαζομένων σέ αυθεντικό ταξικό όργανο. Εκείνο πού θα μπορούσε να κάνει, όπως είχε τότε διατυπωθεί από έναν σύντροφο, ήταν να προτρέψει στη δημιουργία επί τόπου ενός κύκλου μερικών δεκάδων εργαζόμενων – πράγμα αρκετά εύκολο εκείνη τη στιγμή- για να καταλάβει το χτίριο τής Γ.Σ.Ε.Ε. πού βρίσκεται επί τής Πατησίων μερικές εκατοντάδες μέτρα πέρα από το Πολυτεχνείο, και αν αυτό δεν ήταν εφικτό να το κάψει… {…}

* σημ. τ. συντ. Η Πανσπουδαστική Νο8 εδώ: http://www.vrahokipos.net

Γ)  Οι νεκροί του Πολυτεχνείου το 1973

Της Κατρίν Αλαμάνου

{…} To θέμα της καταγραφής του ακριβούς αριθμού των νεκρών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου (αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της χούντας) έχει ερευνηθεί εκτενώς από τον Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, διευθυντή ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Ε.Ι.Ε.

 Τα τελευταία χρόνια διεξάγεται στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών μια ιστορική έρευνα (με επιστημονικό υπεύθυνο τον διευθυντή ερευνών Λεωνίδα Καλλιβρετάκη) υπό τον τίτλο «Τεκμηριώνοντας τα γεγονότα του Νοεμβρίου 1973».

Όπως αναφέρει ο κ. Καλλιβρετάκης, «στο πλαίσιο της έρευνάς μας (που ακόμη συνεχίζεται) επιχειρείται η συγκέντρωση και επεξεργασία με επιστημονικές μεθόδους όλων των τεκμηρίων, από τα δημοσιεύματα της εποχής μέχρι τα αρχεία των νοσοκομείων, τις ανακρίσεις και λοιπές δικαστικές έρευνες που ακολούθησαν, τα βουλεύματα που εκδόθηκαν, τις καταθέσεις στη δίκη που ακολούθησε, καθώς και προσωπικές συνεντεύξεις από αυτόπτες μάρτυρες και συγγενείς των θυμάτων. Μέσα από αυτή τη διαδικασία φθάσαμε από τους εξωπραγματικούς αριθμούς που κυκλοφορούσαν, σε έναν περιορισμένο και απολύτως εξακριβωμένο και τεκμηριωμένο καταρχήν αριθμό νεκρών, που δεν νομίζω ότι αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης».

«Η ιστορική έρευνα επιδίωξε να δει τα γεγονότα με ψυχραιμία, ακριβώς επειδή πιστεύουμε ότι η χαώδης και ατεκμηρίωτη πληροφόρηση που υπήρχε γύρω από το ζήτημα του Πολυτεχνείου, άφηνε το περιθώριο στους έμμεσους ή άμεσους υποστηρικτές του καθεστώτος και τους κάθε λογής ‘αναθεωρητές’ της ιστορίας να μιλούν για ‘παραμύθια’ και για ‘2-3 νεκρούς από αδέσποτες σφαίρες’», τονίζει ο κ. Καλλιβρετάκης.

Σχετικά με τους αρνητές της ύπαρξης νεκρών κατά τη διάρκεια της χούντας ο κ. Καλλιβρετάκης θεωρεί ότι «δεν θα πείθονταν ποτέ, ακόμη και αν τους έβαζες μπροστά στους νεκρούς και τους άφηνες να βάλουν «τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων». Η στάση τους, όταν δεν είναι κακόβουλη, είναι πάντως ιδεολογική και δεν έχει να κάνει με την πειστικότητα των τεκμηρίων».

Πηγή: http://tvxs.gr/

 

*Οι 24 νεκροί του Πολυτεχνείου*

1. Σπυρίδων Κοντομάρης του Αναστασίου, 57 ετών, δικηγόρος (πρώην βουλευτής Κερκύρας της Ένωσης Κέντρου), κάτοικος Αγίου Μελετίου, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 20.30-21.00, ενώ βρισκόταν στη διασταύρωση οδών Γεωργίου Σταύρου & Σταδίου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

2. Διομήδης Κομνηνός του Ιωάννη, 17 ετών, μαθητής, κάτοικος Λευκάδος 7, Αθήνα.

Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.30 και 21.45, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στη διασταύρωση των οδών Αβέρωφ & Μάρνη, τραυματίστηκε θανάσιμα στην καρδιά από πυρά που έριξαν εναντίον του άνδρες της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών (όπως λεγόταν τότε το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο).

3. Σωκράτης Μιχαήλ, 57 ετών, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.00 και 22.30, ενώ βρισκόταν μεταξύ των οδών Μπουμπουλίνας και Σόλωνος, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί απόφραξη της αριστεράς στεφανιαίας. Μεταφέρθηκε ημιθανής στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. (F Σεπτεμβρίου), όπου και πέθανε.

4. Toril Margrethe Engeland του Per Reidar, 22 ετών, φοιτήτρια από το Molde της Νορβηγίας. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο στήθος από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ» και αργότερα, νεκρή ήδη, στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Αιγυπτία Τουρίλ Τεκλέτ» και η παρεξήγηση αυτή επιβιώνει ακόμη σε κάποιους «καταλόγους νεκρών».

5. Βασίλειος Φάμελλος του Παναγιώτη, 26 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από τον Πύργο Ηλείας, κάτοικος Κάσου 1, Κυψέλη, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών.

6. Γεώργιος Σαμούρης του Ανδρέα, 22 ετών, φοιτητής Παντείου, από την Πάτρα, κάτοικος πλατείας Κουντουριώτου 7, Κουκάκι. Στις 16.11.1973 γύρω στις 24.00, ενώ βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή του Πολυτεχνείου (Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων), τραυματίστηκε θανάσιμα στον τράχηλο από πυρά της αστυνομίας. Μεταφέρθηκε στο πρόχειρο ιατρείο του Πολυτεχνείου, όπου απεβίωσε. Από εκεί μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Χαμουρλής».

7. Δημήτριος Κυριακόπουλος του Αντωνίου, 35 ετών, οικοδόμος, από τα Καλάβρυτα, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Κατά τις βράδυνες ώρες της 16.11.1973 ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια και στη συνέχεια κτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, συνεπεία των οποίων πέθανε, από οξεία ρήξη αορτής, τρεις ημέρες αργότερα, στις 19.11.1973, ενώ μεταφερόταν στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ.

8. Σπύρος Μαρίνος του Διονυσίου, επονομαζόμενος Γεωργαράς, 31 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από την Εξωχώρα Ζακύνθου. Κατά τις βράδυνες ώρες της 16.11.1973, ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, κτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοε-γκεφαλικές κακώσεις. Μεταφέρθηκε στο Θεραπευτήριο Πεντέλης, όπου πέθανε τη Δευτέρα, 19.11.1973, από οξύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Τάφηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου στις 9.9.1974, έγινε τελετή στη μνήμη του.

9. Νικόλαος Μαρκούλης του Πέτρου, 24 ετών, εργάτης, από το Παρ-θένι Θεσσαλονίκης, κάτοικος Χρηστομάνου 67, Σεπόλια, Αθήνα, εργάτης. Κατά τις πρωινές ώρες της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στην πλατεία Βάθης, τραυματίστηκε στην κοιλιά από ριπή στρατιωτικής περιπόλου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε τη Δευτέρα 19.11.1973.

10. Αικατερίνη Αργυροπούλου σύζυγος Αγγελή, 76 ετών, κάτοικος Κέννεντυ και Καλύμνου, Αγιοι Ανάργυροι Αττικής. Στις 10.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού της, τραυματίστηκε στην πλάτη από σφαίρα. Διακομίστηκε στην κλινική «Παμμακάριστος» (Κάτω Πατήσια), όπου νοσηλεύτηκε επί ένα μήνα και κατόπιν μεταφέρθηκε στο σπίτι της, όπου πέθανε συνεπεία του τραύματος της μετά από ένα εξάμηνο (Μάιος 1974).

11. Στυλιανός Καραγεώργης του Αγαμέμνονος, 19 ετών, οικοδόμος, κάτοικος Μιαούλη 38, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 10.15 το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στην οδό Πατησίων, μεταξύ των κινηματογράφων «ΑΕΛΑΩ» και «ΕΑΛΗΝΙΣ», τραυματίστηκε από ριπή πολυβόλου που έρριξε εναντίον τους περίπολος πεζοναυτών που επέβαινε ενός τεθωρακισμένου οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου πέθανε μετά από 12 μέρες, στις 30.11.1973.

12. Μάρκος Καραμανής του Δημητρίου, 23 ετών, ηλεκτρολόγος, από τον Πειραιά, κάτοικος Χίου 35, Αιγάλεω. Στις 10.30 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα πολυκατοικίας επί της πλατείας Αιγύπτου 1, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Αυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Μεταφέρθηκε στην κλινική «Παντάνασσα» (πλατεία Βικτωρίας), όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

13. Αλέξανδρος Σπαρτίδης του Ευστρατίου, 16 ετών, μαθητής, από τον Πειραιά, κάτοικος Αγίας Λαύρας 80, Αθήνα. Στις 10.30 με 11.00 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Κότσικα, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Με διαμπερές τραύμα μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου τον βρήκε νεκρό ο πατέρας του.

14. Δημήτριος Παπαϊωάννου, 60 ετών, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, κάτοικος Αριστομένους 105, Αθήνα. Γύρω στις 11.30 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην πλατεία Ομονοίας, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του, συνεπεία εμφράγματος.

15. Γεώργιος Γεριτσίδης του Αλεξάνδρου, 47 ετών, εφοριακός υπάλληλος, κάτοικος Ελπίδος 29, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 12.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του στα Νέα Λιόσια, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά που διέσχισαν τον ουρανό του αυτοκινήτου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.

16. Βασιλική Μπεκιάρη του Φωτίου, 17 ετών, εργαζόμενη μαθήτρια, από τα Αμπελάκια Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Μεταγένους 8, Νέος Κόσμος. Στις 12.00 το μεσημέρι της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα του σπιτιού της, τραυματίστηκε θανάσιμα στον αυχένα από πυρά. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και στη συνέχεια στον «Ευαγγελισμό», όπου πέθανε αυθημερόν.

17. Δημήτρης Θεοδώρας του Θεοφάνους, 5 ετών, κάτοικος Ανακρέοντος 2, Ζωγράφου. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ διέσχιζε με τη μητέρα του τη διασταύρωση της οδού Ορεινής Ταξιαρχίας με τη λεωφόρο Παπάγου στου Ζωγράφου, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά στρατιωτικής περιπόλου με επικεφαλής αξιωματικό (πιθανόν ο ίλαρχος Σπυρίδων Σταθάκης του Κ.Ε.Τ/Θ), που βρισκόταν ακροβολισμένη στο λόφο του Αγίου Θεράποντος. Εξέπνευσε ακαριαία και όταν μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο των Παίδων, απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

18. Αλέξανδρος Βασίλειος (Μπασρί) Καράκας, 43 ετών, Αφγανός τουρκικής υπηκοότητας, ταχυδακτυλουργός, κάτοικος Μύρων 10, Αγιος Παντελεήμονας, Αθήνα. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ βάδιζε με τον 13χρονο γιο του στη διασταύρωση των οδών Χέϋδεν και Αχαρνών, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από ριπή μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε απευθείας στο νεκροτομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

19. Αλέξανδρος Παπαθανασίου του Σπυρίδωνος, 59 ετών, συνταξιούχος εφοριακός, από το ΚεράσοΒο Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Νάξου 116, Αθήνα. Στις 13.30 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε με τις ανήλικες κόρες του στη διασταύρωση των οδών Δροσοπούλου και Κύθνου, απέναντι από το ΙΣΤ’ Αστυνομικό Τμήμα, βρέθηκε εν μέσω πυρών, προερχομένων από τους αστυνομικούς του Τμήματος, με αποτέλεσμα να πάθει συγκοπή. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.

20. Ανδρέας Κούμπος του Στέργιου 63 ετών, βιοτέχνης, από την Καρδίτσα, κάτοικος Αμαλιάδος 12, Κολωνός. Γύρω στις 11.00 με 12.00 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Γ’ Σεπτεμβρίου και Καποδιστρίου, τραυματίστηκε στη λεκάνη από πυρά μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και τέλος στο Κ.Α.Τ., όπου και πέθανε στις 30.1.1974.

21. Μιχαήλ Μυρογιάννης του Δημητρίου, 20 ετών, ηλεκτρολόγος, από τη Μυτιλήνη, κάτοικος Ασημάκη Φωτήλα 8, Αθήνα. Στις 12.00 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά περιστρόφου αξιωματικού του Στρατού (αυτουργός ο συνταγματάρχης Νικόλςος Ντερτι-λής). Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. σε κωματώδη κατάσταση και κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.

22. Κυριάκος Παντελεάκης του Δημητρίου, 44 ετών, δικηγόρος, από την Κροκέα Λακωνίας, κάτοικος Φερρών 5, Αθήνα. Στις 12.00 με 12.30 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος, τραυματίστηκε θανάσιμα από πυρά διερχομένου άρματος μάχης. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου και πέθανε στις 27.12.1973.

23. Ευστάθιος Κολινιάτης, 47 ετών, από τον Πειραιά, κάτοικος Νικο-πόλεως 4, Καματερό Αττικής. Κτυπήθηκε στις 18.11.1973 από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων πέθανε στις 21.11.1973.

24. Ιωάννης Μικρώνης του Αγγέλου, 22 ετών, φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, από την Ανω Αλισσό Αχαΐας. Συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Κτυπήθηκε μετά τα γεγονότα, υπό συνθήκες που παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστες. Συνεπεία της κακοποίησης του υπέστη ρήξη του ήπατος, εξαιτίας της οποίας πέθανε στις 17.12.1973 στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλευόταν. Σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, ο τραυματισμός του συνέβη στην Πάτρα, άλλες όμως πληροφορίες τον τοποθετούν στην Αθήνα. Η περίπτωση του παραμένει υπό έρευνα.


Η εν ψυχρώ εκτέλεση του 23χρου Μάρκου Καραμανή και του 16χρονου Αλέξανδρου Σπαρτίδη από δόκιμο αξιωματικό

Ο Μάρκος Καραμανής «εφονεύθη από αδέσποτη σφαίρα, ευρισκόμενος εις ταράτσαν οικίας επί της διασταυρώσεως των Λεωφ. Αλεξάνδρας και Πατησίων», ανέφερε στη δήλωσή του ο προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, Δημήτριος Καψάσκης, το βράδυ της 18ης Νοεμβρίου 1973.

Την προηγούμενη ημέρα, ο Μάρκος Καραμάνης και ο αδελφός του, Εμμανουήλ, βρίσκονταν στο Πολυτεχνείο, όπου είχαν βοηθήσει στη μεταφορά πολλών τραυματιών. Το συγκεκριμένο πρωί, ο Μάρκος μαζί με τον εξάδελφο του, Χρήστο Μηλιαράκη, είχαν επιχειρήσει να προσεγγίσουν ξανά το Πολυτεχνείο, αλλά είχαν καταδιωχθεί από τις εκεί στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις και κατέφυγαν στην πολυκατοικία επί της πλατείας Αιγύπτου 1, όπου ο θυρωρός, Ελευθέριος Χ. Παπαδημητρίου, ήταν μακρινός συγγενής τους. Τα δύο εξαδέλφια ανέβηκαν στην ταράτσα της πολυκατοικίας για να παρατηρήσουν τα διαδραματιζόμενα στην περιοχή.

Στο σημείο δρούσε η στρατιωτική φρουρά του ΟΤΕ, με δύναμη 50 ανδρών του 572ου Τάγματος Πεζικού, υπό τη διοίκηση του λοχαγού Αναστάσιου Αναστασίου. Αργότερα, στη δύναμη των 50 ανδρών προστέθηκε ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ιωάννης Λυμπέρης του 573ου Τάγματος Πεζικού, ο οποίος στάλθηκε εκεί από τον 951 Λόχο της ΕΣΑ. Οι άνδρες της φρουράς μοιράστηκαν στους ορόφους του παλαιού κτιρίου, επί της Πατησίων, και ο ανθυπολοχαγός Λυμπέρης τοποθετήθηκε υπέυθυνος στον 5ο όροφο και την ταράτσα (6ος όροφος).
Όπως κατέθεσε ο υπάλληλος του ΟΤΕ, Νικόλαος Χατζηχριστοφής, που βρισκόταν μαζί ακόμη επτά συναδέλφους του στον 10ο όροφο του νέου κτιρίου του ΟΤΕ στην 3ης Σεπτεμβρίου, απ όπου είχαν εποπτεία επί της ταράτσας του παλαιού κτιρίου και επί της Πατησίων:

«Είδα έναν αξιωματικό να προσπαθεί να πάρει από το χέρι ενός φαντάρου που στεκόταν δίπλα του, το όπλο που κρατούσε. Αφού του το άρπαξε, το έστησε στο στηθαίο, σκόπευσε προς την πολυκατοικία που βρίσκεται στη γωνία Πατησίων και Αιγύπτου, και έριξε μία φορά. Στην ταράτσα αυτής της πολυκατοικίας βρίσκονταν δύο παιδιά, που κοίταζαν προς την Πατησίων. Η ταράτσα είχε κάγκελα από ύψος 30 περίπου εκατοστών, πράγμα που επέτρεπε να βλέπουμε τα παιδιά εντελώς καθαρά. Η σφαίρα που έριξε ο αξιωματικός χτύπησε στην πίσω μεριά της ταράτσας, όπως κατάλαβα από τη σκόνη που σήκωσε. Τα παιδιά τρόμαξαν και τραβήχτηκαν χωρίς να ξέρουν από πού τους πυροβολούν. Ο αξιωματικός τους έριξε και πάλι, δεν θυμάμαι αν τους έριξε συνολικά τέσσερις φορές ή τρεις.

Τα παιδιά έτρεξαν στη μεσοτοιχία και κοίταζαν προς τα εκεί, τα πυροβόλησε και πάλι και αυτά έπεσαν μπρούμυτα δίπλα στο πεζούλι, το οποίο λόγω μικρού ύψους (30 περίπου εκατοστά) τα έκρυβε, αλλά όχι εντελώς. Διέκρινα ότι ο ένας φορούσε κόκκινη μπλούζα. Ακριβώς αυτός προσπάθησε να σηκωθεί και τότε ο αξιωματικός τον πυροβόλησε και φάνηκε ότι τον πέτυχε. Ο άλλος έτρεξε στο κλιμακοστάσιο, ενώ ο αξιωματικός γύρισε προς την οδό Κότσικα, σκόπευσε και πυροβόλησε ξανά [προφανώς τον 16χρονο μαθητή Αλέξανδρο Σπαρτίδη]. Δεν ξέρω αν πέτυχε κάποιον ή όχι. Είδα όμως να σκοπεύει και να ρίχνει σε μια κοπέλα που βγήκε από την μπαλκονόπορτα. Δεν την πέτυχε και εκείνη βιάστηκε να κλείσει το παράθυρο και να μπει μέσα. Κατόπιν ο ίδιος αξιωματικός άρχισε να ρίχνει με το πιστόλι προς το δρόμο, χωρίς να βλέπω ποιους χτυπάει».

«Ο αξιωματικός αυτός πυροβολούσε οποιονδήποτε τολμούσε να εμφανιστεί στο οπτικό του πεδίο […]. Μετά κάθισε και άναψε τσιγάρο. Εκείνη τη στιγμή μπόρεσα να διακρίνω τα διακριτικά του, ήταν δόκιμος αξιωματικός», ανέφερε στην κατάθεσή του ο Εμμανουήλ Μαρουφίδης, επίσης υπάλληλος του ΟΤΕ.

Ο Μάρκος Καραμανής και ο Χρήστος Μηλιαράκης είχαν χτυπηθεί και οι δύο στο κεφάλι. Ο πρώτος ήταν νεκρός και ο δεύτερος είχε τραυματιστεί. Νεκρός είχε πέσει και ο 16χρονος μαθητής Αλέξανδρος Σπαρτίδης, ο οποίος «απεβίωσε, συνεπεία του σοβαρού τραύματος, το οποίον προκάλεσε το βλήμα εισελθόν εκ της ωμοπλάτης και εξελθόν εκ της κοιλίας», όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδίκασε την υπόθεση σε πρώτο βαθμό (16 Οκτωβρίου-30 Δεκεβρίου 1975). «Την σκηνήν της ανθρωποκτονίας του Σπαρτίδη ανελήφθη και ο Αθαν. Παλιούρας, εις τον οποίον ο παθών, πριν εκπνεύση, ανεκοίνωσε το όνομά του και το τηλέφωνο της οικίας του πατρός του και τον παρεκάλεσε να ειδοποιήσει τους οικείους του».

Σημειώνεται ότι «εις το πρόσωπο του κατηγορουμένου Ιωάννου Λυμπέρη ανεγνώρισαν άπαντες κατά την επ’ ακροατηρίου εξέτασίν των (Παν. Ασδεράκης, Εμ. Μαρουφίδης, Ιωάννης Χατζηχριστόφης και Αλ. Βερνάρδος), τον πυροβολησάντα αξιωματικόν. Περί του γεγονότος ότι επυροβόλησεν ο κατηγορούμενος Λυμπέρης κατέθεσαν και ο Παν. Δούκας, τότε έφεδρος επιλοχίας του λοχαγού Αναστασίου εις τον ΟΤΕ, και ο έφεδρος λοχίας Αλέξ. Φλώρος».

Η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών:
Ο Αναστάσιος Αναστασίου κηρύχθηκε παμψηφεί αθώος. Το Εφετείο κήρυξε παμψηφεί ένοχο τον Ιωάννη Λυμπέρη, δεχόμενο «ελαφρυντικήν περίστασην εντίμου βίου», καταδικάζοντάς τον «εις πρόσκαιρον κάθειρξιν 20 ετών δι’ εκάστην ανθρωποκτονία και πρόσκαιρον κάθειρξιν 12 ετών δια την απόπειραν ανθρωποκτονίας». Όρισε «σύνολο ποινής πρόσκαιρου καθείρξεως κατά συγχώνευσιν το κατά νόμον ανώτατο όριο 25 ετών, αποστέρησιν δε πολιτικών δικαιωμάτων διαρκείας 10 ετών».

Η κηδεία  του Μ. Καραμανή έγινε στο Γ’ Νεκροταφείο. Επτά μήνες αργότερα η γυναίκα του γέννησε το παιδί τους.

Η δολοφονία του 20χρονου Μιχαήλ Μυρογιάννη από τον Ν. Ντερτιλή

Στην προανακριτική έρευνα και στο πόρισμα της 14ης Οκτωβρίου 1974, ο εισαγγελέας Δημ. Τσεβάς αναφέρει ρητά ότι ο Μ. Μυρογιάννης «εφονεύθη εις την διασταύρωσιν των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, περί ώραν 13.30’ της 18.11.1973, βληθείς δια περιστρόφου εις την κεφαλήν».

Κατά την κυρίως ανάκριση, ο ανεισαγγελέας Ιωάννης Ζαγκίνης πρότεινε την παραπομπή ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών του ταξίαρχου ε.α. Νικόλαου Ντερτιλή με τις κατηγορίες ότι «κατά τας πρώτας μεταμεσημβρινάς ώρας της 18ης Νοεμβρίου 1973, απέκτεινεν εκ προθέσεως τον Μιχαήλ Μυρογιάννη του Δημητρίου, ηλικίας 20 ετών».

Όπως ανέφερε το Συμβούλιο Εφετών, ο Νικόλαος Ντερτιλής «εθεάθη εις διάφορα σημεία (και εις το Πολυτεχνείον), όπου εγένετο χρήσις όπλων υπό των στρατιωτικών τμημάτων και μάλιστα με το περίστροφόν του ανά χείρας, και είναι εκείνος ο οποίος παρώτρυνε τα στρατιωτικά τμήματα να πυροβολούν κατά των διαδηλωτών. Ως κατέθεσεν ο μάρτυς Βασίλειος Πετροπουλάκης, ο Ντερτιλής, επειδή οι διαδηλωταί προέτειναν τα στήθη των εις τα άρματα μάχης και οι στρατιώται και αξιωματικοί εδίσταζον να πυροβολήσωσιν, ούτος έσυρε το περίστροφόν του και δι’ αυτού περί την μεσημβρίαν της 18ης.11.73 επυροβόλησε νέον, τον οποίον και απέκτεινεν. Ο νέος ούτος ωνομάζετο Μυρογιάννης Μιχαήλ».

«Βαράτε στο ψαχνό», παρότρυνε ο Ντερτιλής τους στρατιώτες, όπως κατέθεσαν οι Κων. Αθουσάκης και Παναγ. Παπαελευθέριος.

«Υποκινητής της υπερμέτρου ταύτης χρήσεων των όπλων ήτο ο Ντερτιλής, όστις ήτο έμπιστος του Ιωαννίδη και δεν αποκλείεται η ενέργεια αύτη ν’ αποτέλει σχέδιον του Ιωαννίδη δια την δημιουργίαν της αφορμής δια την επακολουθήσασαν την 25 Νοεμβρίου 1973 αντικατάστασιν των κατεχόντων, άνευ νομίμου βάσεως, τα ανωτέρω κυβερνητικά κλιμάκια δι’ ιδικών του προσώπων […]Εις τον κατηγορούμενον τούτο απεδόθη και η ανθρωποκτονία κατά του Διομήδους Κομνηνού, πλην όμως […] ούτος εφονεύθη υπό αστυνομικού και όχι στρατιωτικού».

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών (16 Οκτωβρίου-30 Δεκεμβρίου 1975) κήρυξε παμψηφεί ένοχο τον Νικόλαο Ντερτιλή και τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη, καθώς «εκ προθέσεως απέκτεινεν τον Μιχαήλ Μυρογιάννην του Δημητρίου, ηλικίας 20 ετών, και δη διερχόμενος δια της οδού Πατησίων επί μικρού στρατιωτικού οχήματος, εστάθμευσε προ του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου και κατελθών..επυροβόλησεν δις δια του όπερ έφερε περίστροφου προς την κατεύθυνσιν του..παθόντος, όστις ίστατο επί του πεζοδρομίου…πλήξας αυτόν εις την κεφαλή, με αποτέλεσμα να προκαλέση εις αυτόν διαμπερές τραύμα εξ ου επήλθεν ο θάνατός του». {…}

σ.τ. συν. Βέβαια μην ξεχνάμε στην επέτειο για το Πολυτεχνείο  το ’80, την δολοφονία του Κουμή και της Κανελλοπούλου και το ’85 την δολοφονία του Καλτεζά .

 

 

* Πηγές:
-Καλλιβρετάκης, Λεωνίδας, «Πολυτεχνείο ’73: Το ζήτημα των θυμάτων: Νεκροί και τραυματίες», στο Πολυτεχνείο ’73: ρεπορτάζ με την Ιστορία, vol. 2, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 2004.
-Καλλιβρετάκης, Λεωνίδας, «Οι νεκροί των γεγονότων του Νοεμβρίου 1973», Έθνος:Ιστορία, vol. 9, 14 Νοεμβρίου 2009.
-Καλλιβρετάκης, Λεωνίδας, «Είκοσι τέσσερις φάκελοι, τεκμήριο του εγκλήματος», Καθημερινή, 15 Νοεμβρίου 2009.
-Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Φωτογραφικό Αρχείο ΑΣΚ

https://autonomidrasi.com/2018

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018 18:47

Σχόλια   

0 # Γ. Μεριζιώτης 17-11-2018 00:14
Οι «χρυσαυγίτες» στο Πολυτεχνείο του '73

Του Δημήτρη Ψαρρά

Ο στενός συνεργάτης του Μιχαλολιάκου Γιάννης Περδικάρης στο βιβλίο του «Χρυσή Αυγή - Πολιτικός Οδοδείκτης» που υπογράφει με το ψευδώνυμο Ιων Φιλίππου αποκαλύπτει τη δολοφονική και παρακρακτική δράση των νεοφασιστών".

Ειρωνεία της ιστορίας:

Η πιο πρόσφατη συμβολή στην ιστοριογραφία περί Πολυτεχνείου φέρει την υπογραφή ενός φανατικού εθνικοσοσιαλιστή! Συνιδρυτής της Χρυσής Αυγής, στενός συνεργάτης του Μιχαλολιάκου και συγγραφέας των βασικών ιδεολογικών κειμένων της οργάνωσης, ο Γιάννης Περδικάρης ήταν φοιτητής στη Σχολή Μηχανολόγων του Μετσόβιου την περίοδο της εξέγερσης.

Στο βιβλίο του περί Χρυσής Αυγής που μόλις κυκλοφόρησε με το ψευδώνυμο Ιων Φιλίππου, ο Περδικάρης περιγράφει τον ιδιαίτερο ρόλο της ομάδας Μιχαλολιάκου, η οποία ανήκε τότε στο «Κόμμα Τετάρτης Αυγούστου», την οργάνωση του Κώστα Πλεύρη, τη μόνη οργάνωση που επέτρεπε τη λειτουργία της το δικτατορικό καθεστώς.

«Την πρώτη βραδιά της εξέγερσης», γράφει ο Περδικάρης, «μια μεγάλη ομάδα εκατό νεολαίων ξεκίνησε από τα γραφεία της Τετάρτης Αυγούστου με κατεύθυνση τους δρόμους πέριξ του Πολυτεχνείου. Εκεί συναντήσαμε και αρκετούς άλλους αντιφρονούντες [σ.σ.: με τον όρο αυτό περιγράφει τους χουντικούς, αντιφρονούντες δηλαδή προς το φοιτητικό κίνημα] και “αντιφρονούντες”, δηλαδή παρακρατικούς και ασφαλίτες.

Αργότερα, οι αντιφρονούντες πύκνωσαν σημαντικά, ώστε σε μια σύσκεψη του δρόμου στις 11.00 τη νύχτα, αποφασίστηκε η οργάνωση εισβολής στο Πολυτεχνείο.

Η έλλειψη σχεδιασμού αλλά κυρίως στιβαρής ηγετικής ομάδας, αποσόβησε τελικά μια τέτοια εξέλιξη. Ετσι, επιδοθήκαμε μέχρι πρωίας στην παρεμπόδιση και αποτροπή της τροφοδοσίας των εγκλείστων από τις εξωτερικές ομάδες περιφρούρησης, περιφερόμενοι στους κήπους του Μουσείου, την Τοσίτσα και την Στουρνάρη. Πρέπει να σημειώσω ότι η ηγεσία της Τετάρτης Αυγούστου εκείνες τις ημέρες ήταν άφαντη [σ.σ.: καρφί για τον Πλεύρη]».

«Την βραδιά του Πολυτεχνείου», συνεχίζει ο Περδικάρης, «η ίδια περίπου ομάδα νεολαίων, ήταν συγκεντρωμένη έξω από τα γραφεία της Τετάρτης Αυγούστου, γωνία Μπουμπουλίνας και Αλεξάνδρας. Ελειπαν όσοι είχαν αποφασίσει να αναμειχθούν στα γεγονότα στο πλευρό των δυνάμεων καταστολής, όπως ο Ηλίας Τσιαπούρης και πολλοί εθνικιστές-χουντικοί. Μαζί μου ήταν ο Αριστοτέλης Καλέντζης και ο Νίκος Μιχαλολιάκος. Παραμείναμε μέχρι αργά συνομιλώντας και περιμένοντας τις εξελίξεις.

Κατά τις 1.00 μ.μ., σε μια καπνισμένη ατμόσφαιρα που μύριζε κυριολεκτικά μπαρούτη έφτασε κοντά μας από την Μπουμπουλίνας, ένα άγημα αστυνομικών με άγριες διαθέσεις και κραδαίνοντας τα κλομπς. Κάποιος φώναξε, “νεολαία Μεταξά, νεολαία Μεταξά”.

Δε νομίζω ότι οι αστυνομικοί κατάλαβαν τι εννοούσε. Προλάβαμε να υποχωρήσουμε στα γραφεία μας. Μια ώρα αργότερα και πριν τα τανκς φτάσουν στην πύλη του Πολυτεχνείου είχαμε όλοι αποχωρήσει».

Το πιο σημαντικό είναι ότι στο ίδιο βιβλίο ο Περδικάρης διαψεύδει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο όσους ομοϊδεάτες του αμφισβητούν τον αιματηρό απολογισμό της καταστολής της εξέγερσης. Περιγράφει τη δράση ενός από τα μέλη της ομάδας, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει «οπλολάγνο». Πρόκειται για τον Ηλία Τσιαπούρη, ο οποίος, κατά τον Περδικάρη, «ανέλαβε δράση πυροβολώντας εναντίον των επιτιθέμενων διαδηλωτών από την ταράτσα του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως μαζί με άλλους παρακρατικούς».

Ο Τσιαπούρης διώχτηκε ερήμην μετά την μεταπολίτευση για τις πράξεις του και κατά τον Περδικάρη «αυτοεξόριστος πέθανε άδοξα, δολοφονημένος μετά από μια δεκαετία στην Κολομβία»...

Συνεχίζετε
Παράθεση
0 # Γ. Μεριζιώτης 17-11-2018 00:13
Οι «χρυσαυγίτες» στο Πολυτεχνείο του '73 (συνέχεια)

... Ο Τσιαπούρης (ή Τσαπούρας) κατόρθωσε να διαφύγει πριν από την άσκηση δίωξης εναντίον του. Βρέθηκε στο Λονδίνο και μετά στη Νότια Αμερική. Το όνομά του αναφέρεται στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο παραπέμφθηκαν σε δίκη οι υπαίτιοι της σφαγής του Πολυτεχνείου.

«Ο Ηλίας Τσαπούρας», γράφει το βούλευμα, «και έτεροι μη αποκαλυφθέντες δράσται από κοινού απέκτειναν εκ προθέσεως κατά τον αυτόν τόπον και χρόνον, τους Βασίλειον Φάμελον και Toril Engeland, πυροβολήσαντες εναντίον των δι’ οπλοπολυβόλων και τυφεκίων, εκ του δώματος της στεγαζούσης το Υπουργείον Δημοσίας Τάξεως οικοδομής και πλήξαντες διά των ριφθεισών σφαιρών τον μεν Βασίλειον Φάμελλον εις τον δεξιόν οφθαλμόν με αποτέλεσμα να υποστή ούτος τυφλόν τραύμα εκ του οποίου ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθεν ο θάνατός του, την δε Toril Engeland κατά το πρόσθιον θωρακικόν τοίχωμα, με αποτέλεσμα να υποστή αύτη τυφλόν τραύμα θώρακος εκ του οποίου ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθεν ο θάνατός της». Εκτός από τους δυο νεκρούς, η δράση του Τσιαπούρη άφησε στην περιοχή και 17 τραυματίες. 

Την παρουσία του Τσιαπούρη με το «μακρύκαννο» όπλο του στην ταράτσα του υπουργείου Δημόσιας Τάξης το μοιραίο βράδυ επιβεβαίωσε κατά τη δίκη του Πολυτεχνείου ο χωροφύλακας Ρηγάκης, ο οποίος δεν γνώριζε «αν είναι της Ασφάλειας ή αν ήταν απλώς πολίτης υγιών φρονημάτων που ήλθε να μας βοηθήσει». Πάντως τον ξαναείδε στο υπουργείο άλλες δύο φορές. 

«Η μοίρα του Ηλία», γράφει με θαυμασμό ο θεωρητικός της Χρυσής Αυγής, «αποτυπώνονταν ανάγλυφα στον χαρακτήρα του. Παρορμητικός και ακραίος, δίχως πολιτική σκέψη, ωστόσο ήταν ένας πιστός στρατιώτης του εθνικοσοσιαλισμού, γενναίος, ακατάβλητος και ριψοκίνδυνος αγωνιστής, αφιερωμένος στον αγώνα ψυχή τε και σώματι.

Τον θυμάμαι μόνο, εντελώς μόνο, να στέκεται προκαλώντας τις ορδές των μπολσεβίκων που συνωθούνταν διαδηλώνοντας στα σκαλοπάτια της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πολυτεχνείου, την παραμονή των γεγονότων.

Περνώντας από κοντά του, έστρεψα αλλού το βλέμμα μου και απομακρύνθηκα προς την έξοδο, γιατί δεν είχα το κουράγιο να εκτεθώ δίπλα του». 
Ως φοιτητής της Αρχιτεκτονικής ήμουν ένας από αυτούς τους «μπολσεβίκους» που συνωθούνταν στα σκαλοπάτια της Σχολής.

Και σας διαβεβαιώ ότι ο λόγος που δεν τολμούσαν να σταθούν απέναντί μας δεν ήταν άλλος από την ντροπή. Γιατί ήταν λίγοι, απελπιστικά λίγοι. Και δεν είχαν τίποτα να πουν για να υπερασπιστούν τη βία, τα βασανιστήρια και την άγρια καταστολή. Φόβο δεν είχαν, γιατί πίσω τους ήταν το Σπουδαστικό της Ασφάλειας, ο αστυνόμος Σμαΐλης και οι άνδρες του, που δεν δίσταζαν να μας συλλαμβάνουν ακόμα και μέσα στο Ιδρυμα. 

Αλλά η μαρτυρία του Περδικάρη έχει και μια άλλη αξία. Περιγράφει διαδρομές ανθρώπων που έδρασαν από την περίοδο του Πολυτεχνείου μέχρι σήμερα με τον ίδιο στόχο: να συμβάλουν στην καταστολή κάθε λαϊκής κινητοποίησης, ως ενεργούμενα των επίσημων διωκτικών αρχών και εμπνεόμενοι από μια ανοιχτά δωσιλογική και ναζιστική ιδεολογία. 

Ποιος είπε ότι το ελληνικό κράτος δεν έχει συνέχεια; Ειδικά το ελληνικό βαθύ κράτος;

Πηγή :
Εφημερίδα των Συντακτών
Παράθεση

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση