Παρασκευή, 09 Φεβρουαρίου 2024 17:31

Η Σοφία Εξάρχου, το "Animal" και η Ελλάδα της σεζόν εργασίας

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

athinoramasΓιάννης Καντέας Παπαδόπουλος. Τον περασμένο Νοέμβριο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, η σκηνοθέτρια Σοφία Εξάρχου ("Park") έγραψε ιστορία, καθώς έγινε η πρώτη δημιουργός από την Ελλάδα που απέσπασε Χρυσό Αλέξανδρο, το μεγάλο βραβείο του θεσμού, ύστερα από τριάντα ολόκληρα χρόνια. Κάτι που κατάφερε χάρη στο μινιμαλιστικό ρεαλισμό της δεύτερης ταινίας της με τίτλο "Animal". Στο επίκεντρο του φιλμ βρίσκεται μια ομάδα ανιματέρ η οποία εργάζεται σε ένα ελληνικό ξενοδοχείο κατά τη διάρκεια της τουριστικής σεζόν και έχει ως αρχηγό την Κάλλια (Δήμητρα Βλαγκοπούλου). Μια γυναίκα αποφασισμένη να ολοκληρώσει άρτια τις υποχρεώσεις της, ώσπου μια σειρά από αναπάντεχες εμπειρίες έρχονται να ανατρέψουν τις προτεραιότητές της. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως για την αποστομωτική ερμηνεία της, η Βλαγκοπούλου βραβεύτηκε τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στο φεστιβάλ του Λοκάρνο.

 

Για την επίκαιρη χροιά του "Animal" αλλά και το πώς έφτασε στη μεγάλη οθόνη, μιλά σχετικά στο "α" η Σοφία Εξάρχου.

Το "Animal" πέτυχε μια ιστορική βράβευση στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Πώς βίωσες την απονομή του Χρυσού Αλέξανδρου;
Πιο έντονα απ’ όλα θυμάμαι την αγωνία μου για την πρεμιέρα. Γιατί η ταινία ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι, προλαβαίνοντας οριακά το φεστιβάλ του Λοκάρνο, έτσι δεν είχαμε χρόνο να οργανώσουμε μια προβολή για το συνεργείο. Επομένως, είχα άγχος για τις αντιδράσεις τους στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέβηκε ένα μεγάλο μέρος των συντελεστών για την πρεμιέρα. Στην προβολή ήμασταν πενήντα πέντε άτομα σκέψου. Την ίδια στιγμή ένιωθα συγκινημένη, γιατί ύστερα από πολλά χρόνια κοινής δουλειάς είχε φτάσει η ώρα να μοιραστούμε όσα κάναμε με το κοινό. Αυτά τα συναισθήματα κυριαρχούσαν μέσα μου, γι’ αυτό και ήθελα να απολαύσω την εμπειρία όσο περισσότερο γινόταν. Τώρα, όσον αφορά την καθαυτό βράβευση, παρότι το "Animal" είχε ήδη διακριθεί στο εξωτερικό εδώ ήταν διαφορετικά. Εννοείται πως δεν το περίμενα, αλλά ένιωσα πολύ όμορφα βλέποντας να αναγνωρίζεται η ταινία στον τόπο που γυρίστηκε.

Κάτι που συνειδητοποίησα μετά τη θέαση του "Animal" είναι ότι, παρότι εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, είναι ελάχιστα φωτεινό. Φυσικά γίνεται εύκολα αντιληπτός ο λόγος, ειδικά σε σχέση με το δράμα της ηρωίδας, ωστόσο αποτελεί μια επιλογή μακριά από τις συνήθεις καρτποσταλικές απεικονίσεις.
Πήραμε αυτήν την απόφαση αφενός για το λόγο που αναφέρεις, αφετέρου επειδή οι χαρακτήρες ζουν κυρίως τη νύχτα. Έπειτα, ήθελα να βρω έναν τρόπο να αποκαλύψω οπτικά την αλήθεια πίσω από καταστάσεις που έχουμε συνδέσει με την ξεγνοιασιά, όπως οι καλοκαιρινές διακοπές. Επειδή κυρίως με ενδιέφερε να μιλήσω για την εργασία και τα συστήματα που την πλαισιώνουν.

Θίγεις, μάλιστα, ένα φαινόμενο το οποίο συζητιέται πια περισσότερο από ποτέ. Όλοι γνωρίζουμε τουλάχιστον έναν άνθρωπο ο οποίο έχει εργαστεί σεζόν σε μια τουριστική τοποθεσία, κάτω από πιεστικές συνθήκες, μια πρακτική η οποία διαιωνίζεται.
exarxuΌταν ξεκίνησα να γράφω το σενάριο το 2017, βέβαια, δεν είχε τόση ορατότητα το ζήτημα. Θυμάμαι ότι έκανα εκτεταμένη έρευνα, επισκέφτηκα all inclusive ξενοδοχεία, μίλησα με εργαζόμενους –ορισμένες φορές με ρίσκο–, γενικώς έκανα οτιδήποτε θα με βοηθούσε να καταλάβω εις βάθος τι σημαίνει να δουλεύεις σεζόν στην Ελλάδα. Μου αποκαλύφθηκαν γεγονότα πολύ πιο ακραία απ’ όσα δείχνει η ταινία και απορούσα ειλικρινά πώς γίνεται να μην το συζητάμε καν. Το ενδιαφέρον είναι πως από την πρώτη προβολή με πλησιάζει κόσμος, ακόμα και από το εξωτερικό, για να μου εξομολογηθεί πως βρίσκει στοιχεία του εαυτού του ή των οικείων του σε αυτήν. Είτε σε σχέση με την εργασιακή εμπειρία είτε εκδηλώνοντας έκπληξη, διότι δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ένιωσαν ενοχές έχοντας κάνει στο παρελθόν τέτοιου είδους διακοπές.

Με τη δεύτερή σου ταινία αποκρυσταλλώνεται ακόμα περισσότερο το προσωπικό ύφος σου, το οποίο προτιμά την αφαίρεση και μια αφήγηση που ακολουθεί μια πιο ενστικτώδη εξέλιξη. Πόσο δύσκολο είναι να μένεις πιστή στην αισθητική σου, σε μια εποχή που, νομίζω, προτιμά τις ασφαλείς κινηματογραφικές προτάσεις;
Δεν σου κρύβω πως υπάρχουν φορές στη δημιουργική διαδικασία που συγκρούομαι με τον εαυτό μου. Εν προκειμένω, κάποιες φορές αναρωτιόμουν γιατί δεν αποσαφήνιζα ορισμένες καταστάσεις στο σενάριο ώστε να διευκολυνθώ σκηνοθετικά. Όπως, για παράδειγμα, ότι η Κάλλια δεν έχει έναν ανταγωνιστή απέναντί της ή ότι δεν αναφέρεται τίποτα συγκεκριμένο για το ξενοδοχείο στο οποίο δουλεύει. Έκανα αυτού του είδους τις επιλογές, όμως, επειδή ήξερα πως, δίχως να προσωποποιούνται τα πάντα, οι θεατές θα είχαν την ευκαιρία να τοποθετήσουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους στον κόσμο της ταινίας. Και, παράλληλα, να φανεί πως η Κάλλια παλεύει ενάντια σε κάτι αόρατο και περίπλοκο, όπως το σύστημα. Ως ένα βαθμό έτσι βλέπω και εγώ τον κόσμο, άρα σε στιγμές ανασφάλειας καταλήγω να εμπιστεύομαι το ένστικτό μου.

Κομβικό κομμάτι στα βιώματα της ηρωίδας σου αποτελεί η ερωτική επιθυμία σε όλες τις εκφάνσεις της. Από την έλξη μέχρι το σεξ, το οποίο δεν αποφεύγεις να απεικονίσεις αφιλτράριστα.
Ήξερα από την πρώτη στιγμή πως οι ήρωές μου θα είναι σεξουαλικά όντα. Επομένως, για εκείνους το σεξ δεν είναι απλώς μια πράξη, αλλά ένα μέσο επικοινωνίας και εξωτερίκευσης των συναισθημάτων τους. Έπειτα, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου που ζουν τόσο ως απειλή, αφού δυστυχώς δεν απουσιάζει η σεξουαλική εκμετάλλευση, όσο και ως παράγοντας που καθορίζει τις σχέσεις τους με τους άλλους στην ομάδα. Τώρα, όσον αφορά τις ερωτικές σκηνές, ήταν πολύ σημαντικό ότι προϋπήρχε εμπιστοσύνη μεταξύ μας. Εκτός του ότι γνωριζόμασταν και με τη Δήμητρα και με τη Φλομαρία Παπαδάκη από καιρό, φροντίσαμε προτού φτάσουμε στο σετ να έχουμε χορογραφήσει ακριβώς τις δράσεις και στο γύρισμα να είναι παρόντα μόνο τα απολύτως απαραίτητα άτομα του συνεργείου. Με αυτόν τον τρόπο ένιωθαν όλοι οι εμπλεκόμενοι ασφάλεια και ήταν βέβαιοι πως δεν πρόκειται να θιχτεί η αξιοπρέπεια κανενός.

Εν τω μεταξύ, υπάρχει ένα στοιχείο στην ιστορίας της Κάλλιας που ταυτόχρονα την εξανθρωπίζει και εντείνει την τραγικότητά της. Το ότι δεν αποκλείεται ποτέ το ενδεχόμενο να επιστρέψει στο μέλλον για ακόμα μία σεζόν, μένοντας σε μια αδιέξοδη λούπα.
Καταλαβαίνω πώς το εννοείς, ωστόσο παρά τη σκληρή συνειδητοποίηση στην οποία φτάνει, δεν παύει να είναι ένας άνθρωπος ο οποίος δε φοβάται να στρέψει τον καθρέφτη στο πρόσωπό του. Έχει μια ακλόνητη δύναμη μέσα της που τη βοηθά να προχωρήσει.

Αν θέλεις, μίλησέ μας λιγάκι για τη μουσική που ακούγεται στην ταινία. Από τη μία έχουμε ένα διάσημο σουξέ του Λευτέρη Πανταζή και, από την άλλη, τον κλασικό ντίσκο ύμνο "Yes sir, I can boogie" των Baccara.
Παρότι μπορεί κάποιος εύλογα να φανταστεί το αντίθετο, το μοναδικό τραγούδι που αναφερόταν εξαρχής στο σενάριο είναι το "Million Roses" της Άλα Μπουγκατσέβα. Είναι ένα από τα διασημότερα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης, τόπου καταγωγής των περισσότερων θαμώνων του ξενοδοχείου, εξ ου και η χρήση του. Τα "Φιλάκια" του Πανταζή δεν τα είχα στο μυαλό μου, ήξερα απλώς ότι ψάχνω ένα τσιφτετέλι. Τα θυμήθηκα σε κάποια φάση της δοκιμής τραγουδιών και σκέφτηκα πως είναι ένα κομμάτι που θα μπορούσαν να το ξέρουν ακόμα και οι τουρίστες. Στην επιλογή του βοήθησαν επίσης οι κάπως αστείοι στίχοι, γιατί επέτρεψαν στη χορογραφία να "πατήσει" πάνω τους. Η περίπτωση του "Yes sir, I can boogie" ήταν τελείως διαφορετική. Από τη μεριά μου είχα ενδοιασμούς να το χρησιμοποιήσω, επειδή, αν λάβουμε υπόψη τους στίχους, οι συνδέσεις με την ταινία είναι τρομερά προφανείς. Η Δήμητρα με βοήθησε να το πάρω απόφαση και εντέλει ταίριαξε άψογα.

Κάτι που έχω παρατηρήσει όλο και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια είναι η κυκλοφορία ταινιών όπως το "Digger" ή το "Πίσω από τις Θημωνιές", οι οποίες ανήκουν σε νέους δημιουργούς που ακολουθούν την άτυπη τάση του ελληνικού νεορεαλισμού. Σκηνοθετών, δηλαδή, οι οποίοι καταγγέλλουν την κοινωνική αδικία καθώς αφουγκράζονται τα τραύματα των ηρώων τους, όπως και εσύ στο "Animal". Συμφωνείς με αυτήν τη διαπίστωση;
Νομίζω πως οι όποιες κινηματογραφικές τάσεις που συμβαίνουν στο παρόν είναι ευκολότερο να αναλυθούν με το πέρασμα του χρόνου. Αλλά, πράγματι, υπάρχουν ελληνικές ταινίες που κινούνται σε αυτό το πλαίσιο. Θεωρώ πως είναι αποτέλεσμα της μεγάλης ανατροπής που βιώσαμε ως κοινωνία με το ξέσπασμα της κρίσης. Διότι είναι δεδομένο ότι βρισκόμασταν μέσα σε μια φούσκα, η οποία όταν έσκασε ώθησε κάποιους από εμάς, μέσα από τις ταινίες μας, να αναμετρηθούμε με ορισμένα θέματα και να ανακαλύψουμε άλλα τα οποία, ενδεχομένως, ήταν κρυμμένα. Νιώθω πως αυτό είναι το σημείο εκκίνησής μας, με δεδομένες τις μεταξύ μας υφολογικές διαφορές.

 Πηγή: athinorama.gr/cinema

Στη 2η φωτό η σκηνοθέτης Σοφία Έξαρχου (Αθήνα, 1979). H Σοφία Εξάρχου σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου και Θέατρο στο Stella Adler Studio of Acting στη Νέα Υόρκη. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη σχολή ESAV στην Τουλούζη. To 2014, επιλέχθηκε να συμμετάσχει στο Sundance Screenwriters & Directors’ Lab. Το «Park», η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Τορόντο και στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, όπου απέσπασε το Βραβείο New Directors. Στη συνέχεια, συμμετείχε σε πολυάριθμα φεστιβάλ όπως του San Francisco, και απέσπασε διεθνή βραβεία (Rotterdam, BFI London, Βραβείο Καλύτερης Ευρωπαικής Ταινίας - EFF Palic και Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη - ΕAK). 

Διαβάστηκε 294 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2024 06:44

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση