Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2024 18:51

Πώς το Poor Things δίχασε (;) το ελληνικό κοινό + ένα σταγονίσιο σχόλιο

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

kathimerin18Σ.Δ. Το Poor Thinks των Γιώργου Λάνθιμου, Τόνι ΜακΝαμάρα και Έμα Στόουν, περισσότερο το βαρέθηκα παρά το ευχαριστήθηκαν τα μάτια μου. Άντε και ο νους μου, που στην εξέλιξη του μύθου εισέπραξε κάποιες θεωρίες/εμπειρίες για το σεξ ως απόλαυση και τη σχέση του με τα συναισθήματά μας, καθώς και άλλες ανατρεπτικές της ψυχανάλυσης, για τους κοινωνικούς ρόλους που μας κόβουν οξυγόνο και το δίκοπο μαχαίρι του χρήματος και της επιστήμης. Και ναι, την Μπέλλα Μπάξτερ ως χαρακτήρα και τύπο θα την θυμάμαι, είχε κάτι το πρωτότυπο και το περιτύλιγμά της και το ταιριαστό περιεχόμενό της, που όμως ούτε μία στιγμή δεν με κέρδισε στην πορεία προς την ενηλικίωσή της σε συνδυασμό με την χειραφέτησή της ως γυναίκα. Ακόμα και ο θαυμασμός μου για διάφορες επιλογές που διαμόρφωσαν την αισθητική της ταινίας έβγαζε μια ψύχρα.

Στην τελική, η ταινία ούτε συμπάθεια μου προκάλεσε για έστω και ένα από τους ήρωες της, ούτε κάποια έντονα συναισθήματα μου γέννησε η πλοκή της. Και ίσως γι'αυτό βγαίνοντας από το σινεμά ένιωθα μία η άλλη με τον καθημερινό εαυτό μου και με την τρέχουσα πραγματικότητα. Να προσθέσω τέλος ότι του ίδιου σκηνοθέτη μου άρεσαν και "Η ευνοούμενη" μιας και μου άνοιξε με χάρη τα μάτια για τη ποικιλία των σχέσεων των γυναικών με την εξουσία και "Ο θάνατος του Ιερού Ελαφιού" με έστειλε στα βαθιά, εκεί όπου κυκλοφορούν όσοι επιλέγουν την αυτοδικία που φτάνει έως και τον θάνατο ακόμα και των αγαπημένων του θύτη. Το Poor Thinks ένιωσα ότι ούτε τη δύναμη της χάρης διέθετε ούτε βαθιά νερά για να διακινδυνέψω. 

Στο τέλος υπάρχει ένα σύντομο εγκώμιο για την ταινία από ένα φίλο στο fb. 

Παναγής Τσομπάνης. Πέρασαν τρεις εβδομάδες από την επίσημη πρεμιέρα του Poor Things και γράφτηκαν λέξεις. Πολλές λέξεις. Διατυπώθηκαν απόψεις που φιλοξενήθηκαν σε εφημερίδες, περιοδικά και ιστοσελίδες, «καρφιτσώθηκαν» σε τοίχους στο Facebook, μοιράστηκαν σε σινεφιλικές κοινότητες. Άλλες ήταν μονολεκτικές, άλλες με δυο-τρεις φράσεις, άλλες «σεντόνια» εκατοντάδων λέξεων: από βαθυστόχαστες αναλύσεις μέχρι συγχαρητήρια παραληρήματα για την επιτυχία ενός Έλληνα στο εξωτερικό και για το Όσκαρ που «κοντοζυγώνει», αλλά και ενστάσεις και μπόλικες κακίες. Ακόμα και εκείνοι που δεν είχαν παρακολουθήσει την ταινία, ένιωσαν μια ανάγκη να εκφραστούν. Τραβήχτηκαν φωτογραφίες που γνωστοποίησαν στον ψηφιακό μικρόκοσμο πως «έι, ήμουν κι εγώ εκεί, μόλις είδα την ταινία». Έγιναν καβγάδες. Για τον θρίαμβο της ταινίας ή τον «υπερεκτιμημένο» Λάνθιμο. Έγιναν και ψύχραιμες συζητήσεις 

Ιδιωτικά, δημόσια, στον δρόμο, στο τηλέφωνο, στις εφαρμογές, στην αναμονή για τον καφέ στην καφετέρια, έξω απ’ τα σινεμά μετά την προβολή. Ας βάλουμε και τα μιμίδια στην εξίσωση. Τι να πρωτοδιαλέξεις; Από μουσικές παρωδίες με τη viral χορογραφία της Έμα Στόουν μέχρι λογοπαίγνια με τον τίτλο της ταινίας.

 Μετά τη βράβευση της ταινίας του Γιώργου Λάνθιμου με Χρυσό Λέοντα στη Βενετία, ένα από τα πρώτα φεστιβάλ που εξασφάλισαν την προβολή του Poor Things ήταν το Cinelibri στη γειτονική Βουλγαρία. Αρχές Οκτώβρη, ένας φίλος έστειλε μήνυμα πως μόλις είχε παρακολουθήσει την ταινία στο Εθνικό Παλάτι Πολιτισμού (NDK) στη Σόφια. Αποφεύγοντας τυχόν αποκαλύψεις για την πλοκή, τα σχόλιό του περιορίστηκε στο εξής: «Ήταν ταινία Λάνθιμου». 

 Δεν ίσχυε το ίδιο και την ημέρα της επίσημης πρεμιέρας, τουλάχιστον κρίνοντας από την εικόνα σε δημοφιλή κινηματογράφο της Θεσσαλονίκης, όπου παρακολούθησα την ταινία για πρώτη φορά. Η αίθουσα ήταν μισοάδεια, υπήρχε όμως περιέργεια. Άκουγες τους ψιθύρους που συνόδευαν την προβολή, αλλά περιέργως δεν ενοχλούσαν καθόλου, γιατί ήταν ενδιαφέρον να ακούς το πώς προσλαμβάνεται μια «ταινία Λάνθιμου». 

 Τι άκουσα, λοιπόν: Τα σχόλια για το χαρακωμένο πρόσωπο και τα ρεψίματα του Γκοντ (Γουίλεμ Νταφόε), του ανορθόδοξου επιστήμονα που έφερε πίσω στη ζωή μια γυναίκα που αυτοκτόνησε, αντικαθιστώντας τον εγκέφαλό της με αυτόν ενός μωρού, και «γέννησε» την Μπέλα Μπάξτερ (Έμα Στόουν). Ένα σχόλιο για τον χαρακτήρα του δικηγόρου Ντάνκαν Γουέδερμπερν (Μαρκ Ράφαλο), που παρασύρει τη νεαρή κοπέλα σε μια χαοτική περιπέτεια, αλλά είναι κάπως προσβλητική για να τη μοιραστούμε. Τα γέλια με τις παιδικές αντιδράσεις της Μπέλα γύρω από τη διαδικασία της σεξουαλικής της αφύπνισης. Το μαράζι που η Αθήνα δεν απεικονίστηκε στο γοτθικό σύμπαν της ταινίας (σημείωση: στο δεύτερο «κεφάλαιο» υπάρχει μια ατάκα όπου ένας καμαρότος ενημερώνει πως η επόμενη στάση του κρουαζιερόπλοιου όπου επιβαίνουν η Μπέλα και ο Ντάνκαν είναι η Αθήνα). Το χειροκρότημα που συνόδευσε τους τίτλους τέλους. Κανείς δεν περίμενε τίποτε από τα παραπάνω. Γι’ αυτό ήταν όντως μια ταινία Λάνθιμου.

Αν πήγαινε κάποιος/-α ανήμερα των ειδικών προβολών της ταινίας που φιλοξενήθηκαν πριν από την πρεμιέρα (01/01) σε επιλεγμένους κινηματογράφους της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας, θα έφευγε απογοητευμένος/-η, καθώς τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί μέσα σε λίγες ώρες από τη στιγμή που διατέθηκαν.  

Πατώντας  kathimerini.gr  θα εμφανιστεί ολόκληρο το άρθρο.

Και ο έπαινος του φίλου στο fb Yorgos Kyriakopoulos που την γνώμη του την εκτιμώ ακόμα κι όταν διαφωνώ. 

Με τα μάτια της Μπέλλα Μπάξτερ

Το Poor Things του Λάνθιμου είναι κάτι πολύ περισσότερο από μία εξαιρετικά χορταστική σουρεαλιστική ρομαντική ταινία. Είναι πολλά περισσότερα από μία ανάστροφη παιδική ματιά που τρέχει από τις καμινάδες της Μαίρη Πόππινς στο κυνικό μπουρδέλο του Παρισιού ή από το μαυρόασπρο εργαστήριο του Φράνκενσταϊν στην εξομολόγηση της Χάννα Συγκούλλα σε ένα κατάστρωμα υπερωκεανείου ότι στην ηλικία της πιά μονάχα χαϊδεύεται που και που. Είναι πολλά περισσότερα από το αχαλίνωτο σεξ απέναντι (και δίπλα) στην εκτός φύλου τρυφερότητα και το χιούμορ καρδιάς. Είναι μιά φαντασμαγορική αλληγορία εναντίον δύο ασθενειών : της πολιτικής ορθότητας και της διακυβέρνησης των αισθημάτων από τα ερωτικά όργανα, είτε είσαι γυναίκα είτε είσαι άντρας. Ένα κινηματογραφικό έπος γιά τον δρόμο που θα ακολουθούσε κανείς από παιδί, αν ήξερε από τα γεννοφάσκια του ότι η ενοχή στην απόλαυση (και η κοινωνική γλώσσα που την συνοδεύει) δεν είναι φυσιολογική.

 Αν ήμουν κριτικός κινηματογράφου θα έγραφα σελίδες γιά την Έμμα Στόουν (από το αρχικό της βλέμμα μέχρι τον χορό της), γιά το εφηβικό τους πάντρεμα με τον Λάνθιμο σε κάθε στιγμή, γιά τα καταπληκτικά σκηνικά και τα εφφέ, γιά την απίστευτη μουσική και την φωτογραφία (και, μεταξύ άλλων, γιά την αλλαγή φακών, ανάλογα με την προοπτική της φαντασίας της κάθε σκηνής) κλπ κλπ. Δεν είμαι όμως. Είμαι ένας εκστασιασμένος θεατής. Και προσπαθώ να σας μεταδώσω το πόσο ταίριαξαν στα μάτια μου τα μάτια της Μπέλλα Μπάξτερ και το μυαλό και η καρδιά του Γιώργου Λάνθιμου. Ο "Ανδαλουσιανός Σκύλος" αλλιώς. Και απόλυτα σημερινός, σχεδόν 100 χρόνια μετά. Ο Φρόϋντ κομμένος και ξαναρραμμένος. Και ούτε μία σταγόνα δηθενιάς. Δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί μεγάλη ποίηση σε εμπορική οθόνη.

Διαβάστηκε 824 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2024 07:34
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση