Τρίτη, 11 Αυγούστου 2020 17:55

Τι κι αν πέθανε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, τα ποιήματά του θα ζουν όσο μας ομορφαίνουν

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ntinosxristianopoulos-6Του Θεσσαλονικιού ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, ποιήματά του διάβασα για πρώτη φορά όταν ήμουν φαντάρος. Και μου άρεσαν πολύ. Απέπνεαν εκείνη την θλίψη που σαν μαύρο σκουλήκι τρώει τους φαντάρους, που ότι κι αν κάνουν, ακόμα και σε περιόδους ειρήνης, είναι σχεδόν αδύνατο να ελέγχουν ακόμα και τις πιο ασήμαντες στιγμές της έξω ζωής τους. Μια θλίψη παρόμοια με αυτήν που σβήνει τα κεράκια εκείνων που τους έφαγε ο έρωτας, ο μεγάλος αλλά κι ο αγοραίος. Τα ποιήματα όμως του Χριστιανόπουλου κέρδιζαν το στοίχημα της τέχνης, αφού αυτήν την θλίψη την μετάλλασσαν σε μια μεταδοτική ευγένεια που με έκαναν να παραμυθιάζομαι ότι παρόλα τα στραπάτσα έχω κι άλλα να δώσω σε μένα και στους άλλους, κι άλλα ωραία και δυνατά.

Από τότε τον παρακολουθούσα και αν κάτι με κέρδιζε κάθε φορά στις συνεντεύξεις του ήταν η μαγκιά του αιρετικού που όχι μόνο έλεγε σαν κακίες τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη, αλλά κι εξαιτίας της αγάπης του άνοιγε κι ένα πέρασμα για ένα τόπο ηλιόλουστο. Εκεί υπήρχε θέση για όλους εκείνους που κάνουν κάθε φορά διαφορετικά τη διαδρομή από το άτομο στο άπειρο αλερετούρ, μοιράζοντας απλόχερα καθ'οδόν όλα τα χρυσά άστρα που τα μαζεύουν μετά κόπων και βασάνων μέσα από τα σκατά της ζωής μας. Και το πιο σημαντικό, μου έδινε διαρκώς την εντύπωση, πως αυτά που πίστευε ήταν παιδιά του βίου του και αντιστρόφως. Κι αυτό όπως και να τα κάνουμε ανήκει στα δύσκολα.  

Εδώ  για τη Ζωή και το Θάνατο του Ντίνου Χριστιανόπουλου γραμμένη από τον φίλο του Χρήστο Παρίδη

Να προσθέσω επίσης πως για πρώτη φορά άκουσα το όνομά του στο δίσκο του Σαββόπουλου "10 χρόνια κομμάτια" ( 1975). Εκεί σε μία παρλάτα του λέει ο Σαββόπουλος, " Τρένα γεμάτα χωρικούς για το αγροτικό συλλαλητήριο. Μυρωδιά από θειάφι. Ξενοδοχείο Άθως, κος. Χριστιανόπουλος" και ακολουθεί το τραγούδι του Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας ". σε στίχους Χριστιανόπουλου.

Εδώ  μία κριτική αποτίμηση της δημόσιας παρουσίας και της ποίησης του Ντίνου Χριστιανόπουλου από τον Παντελή Μπουκάλα

Κι  εδώ  μία συνέντευξη που παραχώρησε στον ποιητή Γιώργο Χρονά το 2006. 

Να πούμε τέλος πως ο Χριστιανόπουλος λάτρευε τα λαϊκά τραγούδια και ιδιαίτερα αυτά του Τσιτσάνη. Εδω  μπορείται να ακούσετε 20 προπολεμικά τραγούδια του Τσιτσάνη από το τετραμελές συγκρότημα " Η Παρέα του Τσιτσάνη" της οποίας ήταν μέλος ο Χριστιανόπουλος.

Ακολουθούν εφτά ποιήματά του, από τα πολλά που εξακολουθούσαν να μου αρέσουν και αφού απολύθηκα από το στρατό.

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ…

Τὸ Δάσος

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα καὶ κλαδιὰ
κι ἔρχονται τὰ πουλιὰ τοῦ ἔρωτα καὶ κελαηδοῦνε.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
οἱ σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στὶς λόχμες του ὁ φόβος ἐνεδρεύει.

Ζῷα μικρὰ καὶ ζῷα ἄγρια τὸ κατοικοῦν,
ὄχεντρες ἕρπουν καὶ ρημάζουν τὶς φωλιές μας,
λιοντάρια ἑτοιμάζονται νὰ μᾶς ξεσκίσουν.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,

ἔγιναν δάσος σκοτεινὸ καὶ μᾶς πλακώνουν.

Έρωτας

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –
ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.
Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.
Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,
φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριὰ σπασμῶν.
Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,

ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.

Με κατάνυξη 

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.

Όταν σε περιμένω 

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.

Ενός λεπτού σιγή

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

Η θάλασσα

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2020 20:47
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση