 |
«Η πνευματική ομορφιά δεν είναι αυτόματη, αλλά βραδυφλεγής»
Συνέντευξη
Με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο οργανώνουμε αυτή τη συνομιλία τουλάχιστον μία δεκαετία -από τη λαθρόβια εποχή του «Σύσσημον». Ο Νίκος συνεχώς μετέθετε το όριο του δημοσιοποιημένου διαλόγου μας, με μονότονο επιμύθιο: «Εχουμε καιρό μπροστά μας». Εχουμε καιρό μπροστά μας, έχουμε καιρό πίσω μας (αυτό να λέγεται...), ήγγικεν μάλλον η ώρα που τα «Κεφάλαιά» του κεφαλοποιήθηκαν σ\' έναν επιβλητικό και καλαίσθητο τόμο.
Ο άνθρωπος της γραφής ουσιαστικά μοιράζεται (άλλοτε με το αίσθημα του διαμελισμού κι άλλοτε με της παλινδρόμησης) ανάμεσα στην αδημονία και στη διστακτικότητα, σε τέτοιο βαθμό που όλα τ\' άλλα -φανερά και αφανέρωτα, εντός και εκτός κειμένου- να φαντάζουν ασήμαντες λεπτομέρειες.
Μ\' άλλα λόγια, η κρίσιμη αναμέτρηση με τον χρόνο (πραγματικό και αφηγηματικό) του καθενός ανάγεται ίσως στην αυθεντικότερη (και μοναδική;) φιλοδοξία της τέχνης. Αυτό ακριβώς είναι το κρυφό «τι» και το κρυφότερο «πώς» αυτού του παλίμψηστου βιβλίου που έχει το μαγικό προνόμιο να συμπυκνώνει την ωρίμανση ενός ψυχισμού και την αγωγή μιας φωνής στο βάθος μιας εικοσαετίας.
Εξού και οι ωσμώσεις, οι μεταμορφώσεις, οι συστροφές, τα ανοίγματα, οι παύσεις (ειδικά αυτές...), οι ανακεφαλαιώσεις που συμβαίνουν στον διπλό χρόνο (επινοημένη ζωή/βιωμένη αφήγηση) αυτού του αμετανόητα υβριδικού κειμένου, είναι όντως συναρπαστικές. Αρκεί, βέβαια, να έχεις το μαράζι της εσωτερικής ακοής· δηλαδή την κλίση να αφουγκράζεσαι την απόλαυση ως μια διαρκή εκκρεμότητα ανάμεσα στη βάσανο και στη χάρη.
ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ
- Εργάστηκες επί εικοσαετία σε φαρμακαποθήκη. Συμμετρικά, μία εικοσαετία χρειάστηκε για να τυπώσεις το Σύσσημον («Ινδικτος») στην παρούσα μορφή. Πώς πέρασες από το εμπόριο φαρμάκων στο εμπόριο λέξεων...
«Από το εμπόριο στην τέχνη του πτωχοκομείου και της σοφίτας -στην πιο φτωχιά από τις αδελφές, στη μνηστή του θανάτου, όπως την έλεγε ο Γκάτσος, στη διακονία της αγράμματης που ξέρει την αλήθεια, πέρασα με μικρές οικονομίες, με μεγάλες υλικές απώλειες και με αγωνία ατέρμονη (το σκοτάδι εκείνης της αγωνίας δεν έχει διαλυθεί, με προστατεύει ακόμα) και σχεδόν γνωρίζοντας ότι θα συντριβώ -βέβαια δεν είχα συνυπολογίσει και τα πάντα, γιατί σ\' αυτό τον χώρο του ζόφου, όπου ο ιππότης χάνει την υπόληψή του συνεχώς και ο ιερέας την πίστη του συνέχεια κάποια έλλειψη υπολογισμού συνυπολογίζεται ως απαραίτητη για το εγχείρημα. Δεν είπα τη λέξη ιερέας έτσι στον βρόντο, την είπα γιατί για μένα αυτό σημαίνει συγγραφέας. Συμμερίζομαι τη γνώμη του Φόουλς, πως από εκεί έλκει την καταγωγή του αυτό το επιτήδευμα - αυτή η αποστολή. Στη γραφή, στο μέγα μοναστήρι στις κορυφές όπου λατρεύεται η μνηστή του θανάτου, όταν μπήκα, σταμάτησα να εμπορεύομαι».
- Σκέφτομαι τον αναγνώστη που θα σταθεί απέναντι σ\' αυτό το ογκώδες βιβλίο· ένα βιβλίο που είναι ποίημα με τον τρόπο της μυθιστορίας, μυθιστορία με τον τρόπο της εξομολόγησης, εξομολόγηση με τον τρόπο της ανασκαφής λέξεων, της ομαδικής αυτοβιογραφίας, της περιφοράς μιας κλονισμένης φωνής. Δεν νομίζεις ότι του βάζεις πολλά;
«Το πλεκτό του κειμένου έχει πολλές υφάνσεις. Η λόγια παράδοση, η δημοτική, όχι η ψυχαρική, η λαϊκή, η εκκλησιαστική, λεκτικό υλικό από πολλές διαστρωματώσεις, κάποιες στιγμές λίγο αναχρονιστικό, προς το \'30· νομίζω πως μαζί με τον αυστηρό ειδωλολατρικό ρυθμό, την εικόνα, τον φιλοκαλικό, που είναι εσωτερίκευση, το ανάποδο καλούπι της αυστηρής γλυπτικής και της τραγωδίας, το καταφρονημένο λαϊκό ήταν η υψηλότερη ελληνική σύνθεση που ένωσε τους κόσμους των δύο θρησκειών όπου υπήρχε πέρασμα, είμαστε ένας κόσμος που άλλαξε θρησκεία, τη δεξιωθήκαμε ψυχικά και γλωσσικά, αλλά τώρα πρέπει να καταδυθείς για να δεις τη βυθισμένη μητρόπολη και να επισκεφθείς το πέρασμα, πάνω από το νερό δεν υπάρχει τίποτα πια. Ναι, τα νήματα είναι πολλά. Το κείμενο στην καλύτερη περίπτωση πολύτροπο, στη χειρότερη ναυαγισμένο. Μπροστά στην αποκοτιά του εγχειρήματος χαίνει γκρεμός -και οι γκρεμισμένες γέφυρες ανήκουν στην εικονοποιία του έργου. Είπες πριν ομαδική αυτοβιογραφία· μου φέρνει στον νου μια εσχατολογικών παρασημάνσεων παρανάγνωση του τίτλου Σύσσημον που έκανε φίλος με βαθιά ματιά. Σύσσημον εκτός από συμφωνημένο σημάδι θα πει και κοινός τάφος. Κοινός τάφος ή Τα Κεφάλαια. Η έγερση ενός μνημείου, μια έρευνα για τα υπερκράματα (τις μείξεις των παραδόσεων) και η ολοκλήρωση ενός ταξιδιού είναι οι κύριοι άξονες».
- Το βιβλίο αυτό χτιζόταν κομμάτι κομμάτι και μοιραζόταν σε φίλους και υποψιασμένους αναγνώστες. Αυτή η αρχιτεκτονική γραφής και έκθεσης έχει μια πλευρά ανασφάλειας, άγχους, συντριβής και μια πλευρά οίησης, υπέρμετρης εμπιστοσύνης, και στρατηγικής. Μοιάζει να λες ταυτόχρονα: δεν είμαι άξιος να συγκριθώ με το σινάφι και τον καιρό μου και είμαι τόσο άξιος που θα βγω έξω από τους κανόνες της αγοράς και της δημοσιότητας...
«Αλλο λιγότερο άλλο περισσότερο, όσα ανάφερες απαρτίζουν τον χαρακτήρα μου».
- Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Σύσσημον έλκεται από μυστικά κείμενα (ορθόδοξα, εβραϊκά, μουσουλμανικά) -σε επίπεδο ενός πνευματικού κέντρου- και των τρόπων της μεσαιωνικής αφήγησης- σε επίπεδο έκφρασης;
«Οι μακρές μεσαιωνικές μυθιστορίες, η μεσαιωνική αλληγορία, Κρετιέν ντε Τρουά, Εσενμπαχ, Κυρ-Γκοβέν και Πράσινος Ιππότης... Εχω ασχοληθεί όχι μόνο με τα σπουδαία αλλά και με τα πιο πληκτικά. Εχω μείνει καιρό με τον κόσμο που τρέλανε τον Δον Κιχώτη. Αγαπώ το μεσαιωνικό και ρωμανικό, την αλληγορία και το σύμβολο. Εχω μείνει επίσης καιρό στις αποθήκες με τις παρακαταθήκες της αλήθειας, τις σοφιανικές, τις φιλοκαλικές ( Η Φιλοκαλία (εκ του φιλοκαλείν) είναι μια συλλογή κειμένων πατέρων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ησυχαστικής παράδοσης, που γράφτηκαν από τον τέταρτο έως τον δέκατο πέμπτο αιώνα περί της χριστιανικής προσευχής και της ζωής αφιερωμένης στον Θεό. Το έργο επιμελήθηκαν ο Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο Μακάριος Νοταράς) και τις σούφικες. Το Σύσσημον έλκεται από πνευματικότητες που δεν μπορούν πια να βρουν το ρεύμα της Ιστορίας -χωρίς αυτές τις πνευματικότητες που δεν έχουν πια δρομολόγια δεν υπάρχει συμφωνημένο σημάδι αναγνώρισης για να διαβαστεί το κείμενο· είναι χτισμένο αποκλειστικά με αυτές, είναι καθηλωμένο, είναι σύγχρονο μόνο με τη θρησκευτική προσήλωση, σύγχρονο με το άχρονο. Οταν η αγία Σιμόνη Βέιλ διατυπώνει ότι το μυστήριο του ωραίου στη φύση και στις τέχνες (στις τέχνες μόνο στις κορυφαίες τους στιγμές) είναι μια αισθητή αντανάκλαση του μυστηρίου της πίστης -το ασπάζομαι. Βεβαίως πρέπει να προσεχτεί αυτό το "μόνο" και να ειπωθεί πως η καβαφική μεγάλη Κερά δεν χάνει ποτέ την αυτονομία της. Ανάμεσα στον τύπο μίμησης στη Θεία Λειτουργία και στον τύπο μίμησης πράξεως σπουδαίας και τελείας υπάρχει ένα σημείο που αν δεν το διακρίνεις μπορείς να βρεθείς στους παγετώνες όπου παγώνει η τέχνη, βρισκόμαστε στη Ζώνη, είναι η περιοχή της μεγάλης διακύβευσης και της μαγικής σκέψης. Συνοψίζοντας με ευκρίνεια: η βόρεια ευρωπαϊκή μεσαιωνική αφήγηση από την ξένη καλλιέργεια και η φιλοκαλική από το ρωμαίικο είναι οι πιο βαθιές ρίζες του».
- Ωστόσο πίσω από αυτό το έπος ιδιωτικών στιγμών του ομιλητή υπάρχουν κενά, ασυνέχειες, ρήγματα, χάσματα. Πώς τα βλέπεις όλα αυτά κοιτώντας προς τα πίσω;
«Αγγίζεις πληγές: την περιφορά της κλονισμένης φωνής. Με άλλο πράγμα δεν θα καταπιαστώ, μια ζωή αυτό θα παλεύω, θα εστιάσω καλά. Οταν παραμιλάω για τα λάθη μου λέω μέσα μου: Τώρα το έργο είναι πλασμένο στο γύψο, όταν το διορθώσω θα το χύσω στο μέταλλο».
- Συχνά ακούμε έναν τόνο προφητικό, αλλά και την παρωδία μιας προφητείας που λέει ότι μόνο μυστικό του βίου είναι η διαφάνεια σ\' αυτά που ζούμε, γράφουμε ή σκεφτόμαστε.
«Το μνημειακό και η χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι κύρια συστατικά του έργου. Το υψηλό πρέπει να εμβολιάζεται με το χαμηλό και το βιοτικόν».
- Τη συνέχεια πώς τη βλέπεις; Θα συνεχίσεις την ίδια τακτική των λαθρόβιων φυλλαδίων;
«Το έργο θα ολοκληρωθεί σε άλλα δύο φυλλάδια. Αν ευτυχήσει να κάνει δεύτερη έκδοση βελτιωμένη και το ένα από τα δύο έχει ετοιμαστεί, τότε θα συμπληρώσει τον τόμο. Ειδάλλως η τακτική του λαθρόβιου με εκφράζει».
- Σε ποιο βαθμό ο μεταφραστής Παναγιωτόπουλος επηρεάζει τον συγγραφέα Παναγιωτόπουλο. Στη βραδυπορία, στην αναβλητικότητα, στις εξαντλητικές διορθώσεις πάντως πιστεύω ότι αμφότεροι καθρεφτίζονται...
«Τα συμπεριέλαβες όλα τα προβλήματα της αγονίας μου με «ο» και της αγωνίας μου με «ω»: αλληλοκαθρεφτίζονται».
- Εκτός από την Αντιγόνη (που ακολουθεί την τεχνική των αλλεπάλληλων γραφών του Σύσσημον) έχεις άλλα μεταφράσματα στα σκαριά;
«Οντας μονομανής θα ήθελα να ολοκληρώσω το Αρχαίο Θηβαίικο Συναξάρι για το θέατρο, δηλαδή την Αντιγόνη και τους δύο Οιδίποδες, τους αρχαίους αγίους-αυτό μου υπεραρκεί».
- Το Σύσσημον αποπνέει το άρωμα μιας συντροφιάς; Λες και το χέρι αυτό το οδηγούν ένοικοι του πάνω και του κάτω κόσμου. Ποιοι είναι οι φίλοι, οι πνευματικές συναναστροφές που διαπότισαν την περιπέτεια γραφής αυτού του βιβλίου;
«Φίλε Μισέλ, ζητάς διευθύνσεις και ονόματα του πάνω και του κάτω κόσμου, ζητάς προσωπικές διαδρομές, θα έπαιρνε καιρό και χώρο η διήγηση για να φτάσω από τον κύκλο του Εκηβόλου στον κύκλο του Οικονόμου και του Φιλοπάππου, για να πάω από το χάρτινο κάστρο στην άκρη μιας εποχής σε μια ταβέρνα ιστορική και σπίτι μου. Ομως έχω να σου καταθέσω πως ένα μικρό κείμενο του Γιώργου Ιωάννου στο περιοδικό του Φυλλάδιο με τίτλο "Κηδείες και Μνημόσυνα" έριξε μέσα μου τον λυτρωτικό σπόρο της ισόβιας αιχμαλωσίας μου στο Σύσσημον».
- Από τα προσώρας δημοσιεύματα διαπίστωσα ένα μούδιασμα και μιαν αμηχανία. Κριτικοί, ποιητές και πεζογράφοι μάλλον τα έβαλαν στην άκρη. Τους τρομάζει η αναστάτωση στον Κανόνα που θα επιφέρει; Πρόκειται για ένα κείμενο βραδείας καύσεως που απαιτεί τον χρόνο του; Ποια είναι η γνώμη σου;
«Συχνά η Τέχνη δεν είναι τρόπος να διαβαστεί αμέσως πάνω στο πρόσωπο του έργου, όπως η ψυχή στον άνθρωπο. Η αίσθηση της πνευματικής ομορφιάς δεν είναι αυτόματη αλλά βραδυφλεγής, αποκαλύπτεται σιγά σιγά. Χωρίς λοιπόν να αδικήσουμε σοβαρές μαρτυρίες που ήρθαν άμεσα, μιλάς με ακρίβεια για μια γενικότερη αίσθηση -ίσως είναι νωρίς ακόμα για την υποδοχή αυτού του κειμένου του εκτεταμένου σαν το σχίνο. Τι να κάνουν και οι νομοδιάβαστοι του κανόνα. Γιατί να μη μουδιάσουν; Μα είναι ποίημα τούτη η αφήγηση; αναρωτιούνται. Δεν είναι, απαντούν. Και αν γίνει; απορούν. Επειτα ένα έργο μπορεί να μην το συμπαθήσει ένας καιρός. Γιατί να μη μουδιάσουν; Βλέπουν ένα πλοίο να αρμενίζει τελείως αλλού από τ\' άλλα καράβια της γραμμής. Πού πάει; Και εγώ μουδιάζω. Πού πάω με την υπεραξία της μοναξιάς μου και αυτήν την πραγματογνωμοσύνη πεντακοσίων σελίδων για ένα συντρίμμι; Αλλά ως ιδρυτής μιας καινούργιας λογοτεχνικής επαρχίας, όπως κεφάτα και δημιουργικά λέει ο Φίλντιγκ, έχω δικαίωμα να θεσπίσω ό,τι νόμους θέλω εκεί μέσα».
|