Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2025 12:43

Ο Manos Labrakis στρέφει την ευρυγώνια ψυχή του με τη λοξή προοπτική στα ολοκληρωμένα του Διονύση Σαββόπουλου, και ένα χρωματιστό αποτιμητικό,από το fb

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

fb311ο) Τις τελευταίες ημέρες η απώλεια του Διονύση Σαββόπουλου προκάλεσε μια ιδιότυπη αναστάτωση. Όχι μόνο γιατί έφυγε ένας δημιουργός που σημάδεψε πέντε δεκαετίες μουσικής και λόγου, αλλά γιατί μαζί του ανασύρθηκαν όλα όσα η κοινωνία μας αρνείται να συμφιλιώσει: η πολιτική μνήμη, η θρησκευτική πίστη, η πνευματική ελευθερία, η έννοια της μεταμέλειας.

Κάθε εποχή διαβάζει τον καλλιτέχνη που χάνει σύμφωνα με τα ενοχικά της αντανακλαστικά κι έτσι, ο Σαββόπουλος, αντί να αποχαιρετηθεί ως άνθρωπος της τέχνης, μετατρέπεται σε πεδίο ερμηνευτικών συγκρούσεων.

Σχολιάζεται διαρκώς το πώς, «από την Αριστερά πέρασε στη Δεξιά», σαν να πρόκειται για πολιτικό οδοιπορικό που χρειάζεται μετάνοια ή εξιλέωση. 

Μα η πορεία του δεν υπήρξε γραμμική. Ήταν η πορεία ενός ανθρώπου που έμαθε ότι η ελευθερία δεν κατοικεί σε στρατόπεδα. 

Από τον ρομαντισμό της νεότητας έως την πνευματική εγρήγορση των τελευταίων χρόνων, ο Σαββόπουλος κινήθηκε όχι ως ιδεολόγος, αλλά ως στοχαστής με την έννοια της αμφίσημης ηθικής διαύγειας, εκείνης δηλαδή που αρνείται την καθαρότητα ως μορφή βίας. 

Το ίδιο και στη θεολογία του. Όμως, η δική του χριστιανική θρησκευτικότητα δεν υπήρξε ποτέ θρησκειολογική. Νομίζω ήταν βιωματική, σχεδόν υπαρξιακή. Ο Σαββόπουλος δεν προσέγγιζε τον Χριστό ως δόγμα, αλλά ως ερώτημα που δεν έψαχνε την πίστη, αλλά την αλήθεια του ανθρώπου μέσα στην πίστη. Και αυτό είναι ίσως που τον αποξένωσε τόσο από την πολιτική Αριστερά όσο και από τη συντηρητική Δεξιά — γιατί αμφότερες δεν αντέχουν την εσωτερική πολυπλοκότητα.

Μέσα σε αυτό το φορτισμένο κλίμα, παρεμβλήθηκε και η μεσημεριανή μου ανάρτηση τον επικήδειο λόγο του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Ένα κείμενο που, αντί να διαβαστεί ως στοχασμός πάνω στη σχέση τέχνης και εξουσίας, εκλήφθηκε ως πολιτική δήλωση. Η παρερμηνεία αυτή είναι αποκαλυπτική: μαρτυρεί πόσο λίγο έχουμε μάθει να διακρίνουμε το πολιτικό από το κομματικό, και το φιλοσοφικό από το ιδεολογικό. Το ζήτημα δεν είναι ποιος θα μιλήσει για τον Σαββόπουλο, αλλά αν μπορούμε να ακούμε τον νεκρό χωρίς να τον εργαλειοποιούμε.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν υπήρξε ούτε «δεξιός» ούτε «αριστερός»· υπήρξε το πεδίο μιας εσωτερικής μάχης ανάμεσα στην ειρωνεία και την πίστη, ανάμεσα στη σάτιρα και στη μεταφυσική. Γι’ αυτό και ο θάνατός του δεν χρειάζεται πολιτική ερμηνεία. Η οικογένειά του, με ευγένεια και σεβασμό, κάλεσε όσους θέλουν να προσέλθουν στον Άγιο Ελευθέριο από τις 8.30 έως τις 11.30 το πρωί για ένα τελευταίο αντίο — μακριά από τις δηλώσεις και τους θορύβους. Εκεί, στη μικρή Γοργοεπήκοο, η σιωπή θα είναι η μόνη γλώσσα που ταιριάζει σε έναν ποιητή του προφορικού λόγου.

Εξάλλου, αν ο ίδιος ή η οικογένειά του ήθελαν να αποκλείσουν οποιονδήποτε, θα το είχαν πράξει. 

Δεν χρειάζεται να ερμηνεύουμε την επιθυμία του νεκρού. Χρειάζεται μόνο να σεβαστούμε το μέτρο της ζωής του. 

Η κηδεία αυτή δεν είναι η κηδεία του Σεφέρη. Δεν είναι πολιτική τελετή, αλλά μια πράξη κοινής ευγένειας. 

Όποιος επιθυμεί να σταθεί για λίγο μπροστά στο φέρετρο, χωρίς να συναντήσει πολιτικούς, χωρίς να δώσει σημασία στα μικρόφωνα και στις δηλώσεις, μπορεί να το πράξει, γιατί η τέχνη, ακόμη και μπροστά στον θάνατο, παραμένει τόπος ελευθερίας.

Ας τον αφήσουμε, λοιπόν, στην ησυχία του. Ο Σαββόπουλος δεν χρειάζεται υπερασπιστές ούτε αντιπάλους. Χρειάζεται μόνο εκείνους που μπορούν να σωπάσουν με σεβασμό. Η φωνή του θα αντηχεί πιο δυνατά μέσα στη σιωπή απ’ ό,τι σε κάθε λόγο που θα ειπωθεί. 

Και αν κάτι μένει ως τελευταίο μάθημα, είναι ότι η τέχνη —όταν είναι αληθινή— δεν υπηρετεί την εξουσία ούτε την αντιπολίτευσή της. Υπηρετεί τη μνήμη, την ειρωνεία και την αλήθεια του ανθρώπου.

 


fb322ο) Το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι να τραγουδώ —και που ακόμη, παράδοξα, υπάρχει ηχογραφημένο με την φωνή μου από τον πατέρα μου σε μια κασέτα, τεκμήριο παιδικής αφωνίας που μεταμορφώνεται σε ρυθμό— είναι το «Ντιρλαντά» του Διονύση Σαββόπουλου. Ένα παραδοσιακό τραγούδι που μέσα του κατοικούσε όλη η ουσία της νεοελληνικής συνείδησης: η γλώσσα που δεν παριστάνει, αλλά παράγει ζωή. Εκεί, στο απλό παιχνίδι των συλλαβών, αρχίζει για μένα η κατανόηση του τραγουδιού ως μορφής που συγκρατεί τον κόσμο λίγο πριν διαλυθεί.

Από τα «σκουπίδια της οδού Φωκιανού», εκεί όπου φυλάσσεται το γράμμα του Σαββόπουλου προς τον Μάνο Χατζιδάκι, αναδύεται μια άλλη, βαθύτερη σκηνή: η στιγμή που ο μεταπολιτευτικός άνθρωπος στρέφεται προς τον πατέρα του, όχι για να ζητήσει αποδοχή, αλλά συμμετοχή στο άθλημα της συνέχειας. Το χαρτί αυτό, με τις κομψές διορθώσεις, το προσεκτικό «με ιδιαίτερη τιμή», την ορατή αγωνία της γραφής, δεν είναι απλώς μια πρόσκληση για μια συναυλία, είναι ένα εκκλησιαστικό τεκμήριο της νεοελληνικής γλώσσας. Στην κίνηση αυτής της πένας αποτυπώνεται ολόκληρη η μεταφυσική ένταση του νεοελληνικού πολιτισμού: το πώς, μέσα στην εκκοσμίκευση της μεταπολίτευσης, ο άνθρωπος αναζητεί ξανά την ιερότητα όχι στον ναό, αλλά στην επικοινωνία.

Αυτό υπήρξε πάντοτε το υπόστρωμα του Σαββόπουλου — μια διαρκής λειτουργία (χωρίς Θεό;), μια μορφή προσευχής μέσα στον θόρυβο. Αν ο Χατζιδάκις νοηματοδότησε την ελληνικότητα ως κάλλος, ο Σαββόπουλος την επανανοηματοδότησε ως πληγή. Εκείνος που μίλησε πρώτος για την αμφισημία του ωραίου στη μεταπολιτευτική δημοκρατία, για τη μετατόπιση της φωνής από την αρμονία στην παραφωνία, για το ιερό που δεν ενοικεί πια στο ύψος, αλλά στο βάθος του καθημερινού.

Στο έργο του, η φωνή γίνεται το τελευταίο σώμα του ανθρώπου. Είναι αυτό που μένει όταν όλα τα άλλα υποχωρούν: ιδεολογίες, πολιτικές, κινήματα. Το τραγούδι του δεν είναι μήνυμα, είναι ένταση μορφής, η στιγμή όπου η διαφάνεια της ψυχής σπάει και από τη ρωγμή γεννιέται το πραγματικό. Ο Σαββόπουλος υπήρξε ο στοχαστής της αδιαφάνειας: έδειξε πως το νόημα δεν αποκαλύπτεται με καθαρότητα, αλλά με την πάλη του εσωτερικού θορύβου. Η μουσική του δεν υπόσχεται λύτρωση, υπόσχεται μόνο παρουσία — κι αυτή η παρουσία, έστω κι εύθραυστη, είναι η μόνη μορφή αλήθειας.

Είναι χαρακτηριστικό πως κάθε δεκαετία επιχειρούσε έναν απολογισμό, όχι ως ανασκόπηση, αλλά ως αυτοθεσμοθέτηση του χρόνου. «Δέκα χρόνια κομμάτια», «Είκοσι χρόνια δρόμος», «Αναδρομή», «Χρονοποιός»: τίτλοι που διαγράφουν μια φιλοσοφία του χρόνου ως έργου. Ο άνθρωπος δεν είναι ό,τι θυμάται, αλλά ό,τι μπορεί να μετασχηματίσει σε ρυθμό. Και ο Σαββόπουλος, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, έδειξε ότι η μνήμη είναι μορφή δημιουργίας. Η φωνή του δεν αναπαριστά παρά μόνο επαν-ενσαρκώνει.

Σε αυτή τη διαδικασία, το τραγούδι μετατρέπεται σε ηθική κατηγορία. Όχι ηθική της συμπεριφοράς, αλλά της ακρόασης: ο τρόπος που ακούμε γίνεται ο τρόπος που υπάρχουμε. Στον κόσμο του Σαββόπουλου, ο ακροατής δεν είναι θεατής, είναι συμμετέχων στην κοινή ανάσα μιας φράσης. Εκεί συναντά τη «νέα ορθοδοξία» του Ράμφου και του Γιανναρά: το πρόσωπο δεν είναι πια έννοια θεολογική, αλλά γεγονός συνάντησης. Το τραγούδι του Σαββόπουλου είναι αυτή η συνάντηση. Ένα πεδίο όπου ο άνθρωπος αναγνωρίζει στον άλλον το τραύμα του και αναγνωρίζοντάς το, σώζεται.

Υπήρξε ο τελευταίος που μετέτρεψε την τέχνη σε φιλοσοφία του κοινού βιώματος, ο τελευταίος που απέδειξε ότι η Ελλάδα μπορεί να σκεφτεί τον εαυτό της μελωδικά. Η μουσική του δεν υπήρξε ποτέ έντεχνη, με τη στενή έννοια γιατί υπήρξε εννοιολογική: ένα σύστημα σκέψης που, μέσα από τον ρυθμό, αναζητά την ισορροπία ανάμεσα στο τραύμα και στη χάρη.

Στο τέλος, πίσω από τις δεκαετίες, τους χαρακτηρισμούς, τις πολιτικές παρεξηγήσεις, μένει η πιο βαθιά του φράση:

«Τα χρόνια τρέχουν χύμα, κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα.»

Αυτό το «σχήμα» είναι το τελευταίο του δώρο. Γιατί, η μορφή δεν είναι διακόσμηση του κενού. Είναι η ίδια η αντίσταση στο μηδέν. Ο Σαββόπουλος, με τη σιωπή και τη φωνή του, απέδειξε ότι ο άνθρωπος μπορεί ακόμη να σταθεί απέναντι στο χάος με το μόνο του όπλο: τον ρυθμό.

Αν η Ελλάδα έχει ακόμη ψυχή, είναι γιατί μέσα της επιμένει ένα «Ντιρλαντά» — ένας αρχέγονος ήχος που δεν σημαίνει τίποτα και γι’ αυτό τα σημαίνει όλα. Ένας ήχος που θυμίζει πως κάθε πολιτισμός αρχίζει με ένα τραγούδι, και κάθε τραγούδι, όταν σωπαίνει, αφήνει πίσω του τη σιωπή της προσευχής.

Διονύση Σαββόπουλε Καλό Παράδεισο!

https://youtu.be/ZEAh9sM4TdY?si=jjpr34wl1nqoY8ax  

Κι ένα αποτιμητικό του Nicola Sevastaki μετά την κηδεία

Δυο κείμενα, δυο λόγοι για τον Διόνυση Σαββόπουλο. Από τα πολλα ενδιαφέροντα, γόνιμα, αξιανάγνωστα γραπτά και μαρτυρίες των ημερών. Αυτά που για μένα συγκερασαν εσωτερική συγκίνηση και αλήθειες, μια χειρονομία ευγνωμοσύνης με τον τόνο της πραγματικής κατανόησης του ίχνους που αφήνει ο  Σαββόπουλος στον πολιτισμο του τραγουδιού. 

Το κείμενο του Foivos Delivorias και ο ωραίος επικήδειος που εκφώνησε σήμερα ο Αλκίνοος Ιωαννίδης*. Είναι συγκλονιστικά ως κείμενα μαθητείας, τεκμήρια μιας συνέχειας μέσα στις διαφορές και στα χάσματα του χρόνου. Και τα δυο από καλλιτέχνες με πολυ διαφορετική κοινωνική/ πολιτικη θέαση από αυτή του εκλιπόντος. 

 Και αυτό, έχει πιστεύω τη σημασία του για το πως μπορουμε να βιώνουμε την απώλεια χωρίς να πετάμε τίποτα από τα δώρα μιας παρουσιας, μιας τέχνης κι ενός ανθρώπου που κατοίκησε ποιητικά την Ελλάδα. (περισσότερο ποιητικά παρα πολιτικά). Τελικά, δυο νεότεροι ομότεχνοι είπαν όσα δεν μπορέσαμε να αρθρώσουμε πολλοί άλλοι.

* Ο επικήδειος του Αλκίνοου Ιωαννίδη για τον «δάσκαλό» του Διονύση Σαββόπουλου ήταν καθηλωτικός, συγκινητικός και καταχειροκροτήθηκε από τους ανθρώπους που ήταν μέσα στην μητρόπολη για να «αποχαιρετήσουν» τον μεγάλο συνθέτη. 

«Διονύση Σαββόπουλε, παιδικέ μου ήρωα, η πρώτη μου μεγάλη συναυλία που παρακολούθησα ήταν δική σου την εποχή που δεν πάταγε καλλιτέχνης στην Κύπρο. Χωρίς εσένα άλλο θα ήταν το τραγούδι μας, άλλοι θα ήμασταν και εμείς, υπάρχουμε γιατί προϋπήρξες μας πήρες παιδάκια από το πικ απ τους σπιτιού μας και μας πήγες σε ένα περιβόλι του τρελού γεμάτο τραγούδια»

«Σου άρεσαν οι γιορτές, τα μπουλούκια, τα συμπόσια, οι φιέστες, τα περίμενες σαν παιδάκι που ανυπομονεί για τα Χριστούγεννα», είπε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης. «Μας ανέθρεψες, μας στήριξες, μας ελευθέρωσες. Μαζί με τους αγαπημένους σου δασκάλους, τον Μάνο Χατζηδάκη και τον Τσιτσάνη, ανέδειξες το πολύτιμο, ανέβασες το επίπεδο της χώρας συλλογικά και το επίπεδο του καθενός». Επικαλούμενος τον αδελφό του, που του είπε ότι «ο Σαββόπουλος καταργεί το πένθος», ο Αλκίνοος Ιωαννίδης αναρωτήθηκε: «Γιατί έκλαψα τόσο; Για ποιον; Για σένα ή για μένα;». Παράλληλα, αναφέρθηκε στις αντιφάσεις του, λέγοντας ότι ήταν ένας ασκητής με ακριβά γούστα, ένας αμήχανος σοφός. «Δεν ξέραμε πότε ήσουν ρόλος και πότε ο εαυτός σου».

 

«Μόνο ένας απείθαρχος θα μπορούσε να φτάσει εκεί που έφτασες. Θέλαμε να σε εξηγήσουμε, ήσουν ανεξήγητος. Στην τελευταία σου συναυλία ήσουν πιο ευάλωτος και πιο σίγουρος από ποτέ», θυμάται. «Ήσουν γεμάτος αντιφάσεις. Ένας συντηρητικός με καρδιά επαναστάτη, ένας λόγιος καραγκιοζοπαίχτης, ένας δύστροπος γέροντας με ψυχή ζαβολιάρικου παιδιού». 

«Ψάχναμε πού να σε κατατάξουμε, πώς να σε καταλάβουμε. Μα τι θέλαμε επιτέλους; Να είσαι προβλέψιμος; Και ποιος τα έγραφε αυτά τα απρόβλεπτα τραγούδια; Σου ζητούσαμε να πειθαρχήσεις στην εικόνα που σου δίναμε. Όμως μόνο ένας απείθαρχος μπορούσε να φτάσει εκεί που έφτασες. Θέλαμε να σε εξηγήσουμε. Ήσουν ανεξήγητος. Στην τελευταία σου συναυλία πιο ευάλωτος και πιο σίγουρος από ποτέ»

Αλκίνοος Ιωαννίδης για Σαββόπουλο: Χωρίς εσένα άλλο θα ήταν το τραγούδι μας, άλλοι θα ήμασταν κι εμείς/βιντεο  

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2025 11:35
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση