Πριν όμως μία εβδομάδα μέσα από διάφορες καραμπόλες βρέθηκε στα χέρια μου και πιο πολύ από περιέργεια σε συνδυασμό με το ότι έχω σε μία εκτίμηση τον Φουκώ, αποφάσισα να του δώσω μία δεύτερη ευκαιρία, που ταυτόχρονα εννοείται ότι την έδινα και στον εαυτό μου. Έτσι το ξαναξεκίνησα. Αυτή τη φορά ένιωθα ότι όσα έλεγε ο Φουκώ τα έβρισκα ενδιαφέροντα και πιο πολύ γιατί με το θέμα της παρρησίας έκαναν παιχνίδι με αυτό που γενικά αποκαλούμε πνευματικότητα. Ναι, εκείνη η πνευματικότητα που έχω την αίσθηση ότι πατάει γερά στη γη και ταυτόχρονα αγγίζει κάποιον ουρανό.
Τώρα γιατί μετά από δύο χρόνια φαίνεται ότι ήρθαν τα πάνω κάτω, δεν ξέρω. Υποθέτω πως ένας λόγος μπορεί να είναι κάτι που με ενοχλεί όλο και πιο πολύ. Μιλώ για την αμετροέπεια πλείστων κειμένων και προπάντων σχολίων απλών συμπολιτών μου που δεν τους γνωρίζω και που τους διαβάζω στο fb, που όχι μόνο με κάνουν και κουμπώνομε με αυτήν την ξέφραγη βίαια και χυδαία επιθετικότητά τους αλλά επιλέον με ανησυχεί που κείμενα σαν αυτά βρίσκουν μια κάποια ανταπόκριση. Όσο κι αν η κατάστασή μας έχει πάρει για τα καλά την κάτω βόλτα το θέμα είναι ότι αδυνατώ να επικοινωνήσω με αυτούς που διασπείρουν μια δικαιολογημένη μεν αλλά ανεξέλεγκτη οργή που δεν νοιάζεται; δεν μπορεί; δεν θέλει; να ανοίξει κάποιες χαραμάδες ορατές στον καθένα, χαραμάδες στο μπετονένιο αδιέξοδο που κατ'εξοχήν έχουν δημιουργήσουν οι πάσης φύσεως θεσμικές και μη εξουσίες και προπάντων η κυβέρνηση. Σπανίως σε τέτοιες αναρτήσεις να διακρίνεις ένα επιχείρημα της προκοπής και σχεδόν ποτέ δεν κατατίθεται μία πρόταση/λύση στο πρόβλημα που τους βγάζει έξω από τα ρούχα τους. Ένας πρόσκαιρος αντιπερισπασμός που επινόησα αυτές τις μέρες είναι ότι διαπίστωσα πως λίγο με ανακουφίζει η ανάρτηση κάποιων μικρών αποσπασμάτων από αυτό το βιβλίο, όπως αυτό που ως πρώτο ακολουθεί και λέω να το συνεχίσω για πέντε ακόμα φορές.
Απόσπασμα 1ο (σελ. 15 και 17). Όπως βλέπουμε, η λειτουργία της παρρησίας δεν είναι να δώσει στον άλλον κάποια απόδειξη της αλήθειας. Φέρομαι με παρρησία δεν σημαίνει ότι συζητώ ή ερίζω με κάποιον σχετικά με την αλήθεια. Η παρρησία έχει πάντοτε λειτουργία κριτική. Η παρρησία είναι κριτική του εαυτού σου - δηλαδή του ίδιου του λέγοντος - ή του συνομιλητή σου: "Κάνεις αυτό, ενώ το σωστό είναι εκείνο. Πιστεύεις αυτό, όμως αυτό που πιστεύεις είναι λάθος. Ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρεσαι είναι ο τάδε, ενώ θα έπρεπε να είναι ο δείνα, οι πράξεις μου είναι αυτές και τα σφάλματα που έκανα είναι το και το. Και πάει λέγοντας". Αυτή η εμπλοκή της κριτικής αποτελεί το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παρρησίας. Η παρρησία είναι κριτική. Είναι ή αυτοκριτική ή κριτική που στρέφεται προς τους άλλους, αλλά μόνο σε περιπτώσεις όπου ο ομιλητής είναι σε θέση κατώτερη από τον συνομιλητή του. Η παρρησία ξεκινάει από τα "κάτω" και απευθύνεται σε αυτούς που βρίσκονται "πάνω". Έχουμε παρρησία όταν ένας φιλόσοφος ασκεί κριτική στον ηγεμόνα, όταν ένας πολίτης ασκεί κριτική στην πλειοψηφία, και όπως όταν ένας μαθητής ασκεί κριτική στον δάσκαλό του.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παρρησία είναι μία λεκτική δραστηριότητα στην οποία ο λέγων έχει μία συγκεκριμένη σχέση με την αλήθεια μέσω της ειλικρίνειας, μια συγκεκριμένη σχέση με τον εαυτό του μέσω του κινδύνου, μια συγκεκριμένη σχέση με τον νόμο μέσω της ελευθερίας και του καθήκοντος, και μια ορισμένη σχέση με τους άλλους ανθρώπους μέσω της κριτικής ( τόσο της αυτοκριτικής όσο και της άσκησης κριτικής στους άλλους).
Ακριβέστερα, πρόκειται για λεκτική δραστηριότητα στην οποία το υποκείμενο εκφράζει την προσωπική του σχέση με την αλήθεια, και διακινδυνεύει τη ζωή του ή τη θέση του επειδή αισθάνεται ότι το να πει την αλήθεια αποτελεί καθήκον του, προκειμένου να βελτιώσει ή να βοηθήσει άλλους ανθρώπους. Στην παρρησία, ο ομιλητής κάνει χρήση της ελευθερίας του και προτιμάει την αλήθεια από το ψέμα, τον θάνατο από τη ζωή του κι απ' την ασφάλεια, την κριτική από την κολακεία, και το καθήκον από το συμφέρον και την ιδιοτέλεια. Αυτή είναι η γενική έννοια της λέξης παρρησία, στη θετική της μορφή, που τη βρίσκουμε στα περισσότερα ελληνικά κείμενα από τον 5ο αιώνα π.Χ μέχρι και τον 5ο αιώνα μ.Χ.
Διευκρινιστικά παραδείγματα στις απαντήσεις του Φουκώ στις ερωτήσεις που του έγιναν την ώρα της παράδοσης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εγκληματίες, όταν ομολογούν οικιοθελώς και ελεύθερα να πουν τι έκαναν ενώπιον κάποιου που έχει τη δυνατότητα να τους τιμωρήσει ή να τους ανταποδώσει τα ίσα, τότε πρόκειται για παρρησία.
Έχουμε το παράδειγμα της Κλυταιμνήστρας και της Ηλέκτρας: η Κλυταιμνήστρα είναι η βασίλισσα και η Ηλέκτρα, για διάφορους λόγους έχει θέση δούλης. Η Ηλέκτρα φέρεται με παρρησία, ενώ η Κλυταιμνήστρα όχι.
Όταν ο Διόνυσος τιμώρησε τον Πλάτωνα και τον έδιωξε από τις Συρακούσες, δεν συμπεριφέρθηκε ως καλός ηγεμόνας, διότι εκείνα τα χρόνια αποτελεί καθήκον του ηγεμόνα να δέχεται την παρρησία. Το να ασκήσεις κριτική σε έναν ηγεμόνα ή σε έναν φίλο σου αποτελεί πράξη παρρησίας.
Τα δύο σημαντικότερα κοινωνικά πλαίσια για την εκδήλωση της παρρησίας είναι, πρώτον, το δημοκρατικό πολίτευμα και η χρήση της παρρησίας στην αγοράν και, δεύτερον η φιλία, ή η αγάπη, οι οποίες στον ελληνικό πολιτισμό συνδέονται πολύ στενά μεταξύ τους. Η αθηναϊκή πάντως δημοκρατία χαρακτηριζόταν ρητά ως πολιτεία ( μορφή πολιτεύματος) στην οποία οι άνθρωποι απολάμβαναν δημοκρατία, ισονομία, ισηγορία και παρρησία.
Τι συμβαίνει με τον Σωκράτη στη σχέση του με τον Αλκιβιάδη; Ο Σωκράτης τον αγαπάει και αν τον πληγώσει κινδυνεύει να χάσει τη φιλία του. Σε αυτή την κατάσταση λοιπόν, ο Σωκράτης έχει να χάσει κάτι αν μιλήσει με παρρησία. Καθ'οδόν ο Σωκράτης στους διαλόγους του Πλάτωνα με ερωτήσεις ζητάει εξηγήσεις για τις πράξεις του αγαπημένου του μαθητή. Ερωτήσεις που επέκριναν την επιθετική πολιτική του και τις ατομικές του φιλοδοξίες, θεωρώντας ότι έβλαπταν την πόλη, όπως προσπάθησε και να τον καθοδηγήσει προς την ηθική και την πνευματική καλλιέργεια θεωρώντας ότι δίχως αυτές έβλαπτε τον εαυτό του.
Μπορείς να είσαι δούλος και να έχεις παρρησία; Στιν Ευριπίδη βρίσκουμε ένα κείμενο όπου ένας δούλος χρησιμοποιεί παρρησία, αλλά όντας τις περισσότερες φορές, και στον Ιωνά και σε άλλα κείμενα, όντως υπάρχει μία πολύ σαφής αντίφαση μεταξύ του να είσαι δούλος και να είσαι παρρησιαστής.
Όταν σε πιέζουν να κάνεις μία πολιτική δήλωση κι εσύ αρνείσαι τότε; Αυτό είναι ένα πρόβλημα της σιωπηλής παρρησίας, π.χ όπως στους Κυνικούς, που δεν χρησιμοποιούν λέξεις κι εσύ πρέπει να βρεις τι σημαίνει αυτή η στάση τους. Οι Κυνικοί είναι ένα είδος παρρησιαστών. Ο μάρτυρας είναι κι αυτός ένα είδος παρρησιαστή, εφόσον δείχνει την πίστη του όταν οι άνθρωποι του ζητούν να απαρνηθεί τον Θεό του διαφοερετικά θα χάσει τη ζωή του ή τη θέση του.
Ο Διογένης είναι αρχετυπικός παρρησιαστής όταν λέει στον Αλέξανδρο "Κάνε πιο εκεί: μου κρύβεις τον ήλιο" ή ότι προτιμάει τη ζωή του που είναι ζωή σκύλου, από τη ζωή ενός ηγεμόνα. Ο Αλέξανδρος επέλεξε να μην τον σκοτώσει κι αυτό σημαίνει ένα μόνο πράγμα: ότι ο ηγεμόνας είναι καλός ή κακός. Αλλά η παρρησία του Διογένη, είτε έτσι είτε αλλιώς , εξακολουθεί να είναι η ίδια.
Ένας δάσκαλος, ή ένας φιλόσοφος, ή ένας σοφός άνθρωπος που γνωρίζει τους νόμους της φύσης και τους εξηγεί στους συνανθρώπους του δεν μετέρχεται παρρησία. Αν όμως οι άνθρωποι δεν μπορούν να δεχτούν αυτού του είδους την αλήθεια και αναλαμβάνει τον κίνδυνο να τους μιλήσει τότε είναι παρρησιαστής. Όταν ο Γαλιλαίος δίνει μία απόδειξη των νόμων του δεν φέρεται με παρρησία. Όταν όμως στη δίκη του λέει "Κι όμως κινείται! ", τότε ναι, ενεργεί με παρρησία.
Ένας επίσης οπαδός της μεντελικής γενετικής που υποστήριζε ενεργά την θεωρία του Μέντελ επί Λυσένκο που την εποχή του Στάλιν οι απόψεις του ήταν κυρίαρχες, θα φερόταν με παρρησία. Κι αυτό όχι μόνο γιατί προσπάθησε να αποδείξει την αλήθεια της θεωρίας του, αλλά ήθελε ταυτόχρονα στο σταλινικό πλαίσιο να απευθυνθεί στην σοβιετική κοινωνία , στην κοινωνική οργάνωση της επιστήμης, των επιστημονικών ιδρυμάτων.
Ο παρρησιαστής υποτίθεται ότι λέει την επικίνδυνη αλήθεια. Αυτό που πιστεύει ότι είναι αλήθεια. Και πρέπει να τον πιστέψουμε κι εμείς, επειδή είναι αλήθεια.
Σε μια δημοκρατία, παρρησία μπορεί να χρησιμοποιεί και ο πρώτος μεταξύ των πολιτών, όπως έκαμε ο Περικλής σε έναν πολύ όμορφο και ενδιαφέρον λόγο του που υπάρχει στην αρχή της θουκυδίδειας εξιστόρησης διακινδυνεύοντας τη θέση του λέγοντας κάτι που μπορεί να μην ταιριάζει με τη γνώμη της πλειονότητας. Σε μια τυραννία, ή σε μια μοναρχία, παρρησία δεν μπορεί να χρησιμοποιεί ο τύραννος ή ο μονάρχης.
Ο Σόλωνας είναι σοφός, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι είναι σοφός, ούτε και ο ίδιος. Ο παρρησιαστής είναι κάτι άλλο, είναι κάποιος που διαφέρει από τον σοφό, όντας με κάποιο τρόπο η δημοκρατική εκδοχή του σοφού. Το γεγονός ότι λέει κάτι που τον βάζει σε κίνδυνο, το γεγονός ότι λέει κάτι διαφορετικό από αυτό που πιστεύουν οι πολλοί, αυτό είναι ένα σημάδι ότι είναι παρρησιαστής.
Από την εσωτερική πλευρά, από την πλευρά του παρρησιαστή, πως μπορώ να είμαι σίγουρος ότι λέω την αλήθεια και ότι δεν έχω προσωπικό συμφέρον όταν λέω ότι το άλφα ή το βήτα είναι αλήθεια; Πρόκειται για ένα ερώτημα που δεν είναι αρχαιοελληνικό παρότι το έθιξαν ο Πλούταρχος και ο Γαληνός.

Τον Ιούνιο του '23 αγόρασα το βιβλίο του Μισέλ Φουκώ (Πουατιέ,1926 - Παρίσι, 1984) "Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ. Έξι διαλέξεις για τη γενεαλογία του κριτικού ήθους στην αρχαιότητα" (εκδόθηκε το 2016 στην Γαλλία, και κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2023 σε μετάφραση Γ.Α. Δημητρακόπουλου). Με το θέμα της παρρησίας ο Φουκώ ασχολήθηκε και στις παραδόσεις του στο College de France τo ακαδημαϊκό έτος 1983-84. Αυτές τις έξι διαλέξεις τις έδωσε στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ το φθινόπωρο του 1983.