Εννοείται ότι έχουν επιλεγεί κάποιες από αυτές τις ταινίες που τις θεωρώ όμορφες και δυνατές και αξίζει να τις δει κάποιος που ψάχνεται, αλλά σαν να έχει μικρύνει το μερίδιο που είχαν προηγούμενες χρονιές. Ιδιαίτερα φέτος αρκετές καλές ταινίες με ένα όμορφο συνδυασμό περιεχομένου και αισθητικής, ύφους και ατμόσφαιρας, εξωστρέφειας και πνευματικότητας πέρασαν και δεν τους ακούμπησαν. Σημειώνω κάποια παραδείγματα, όπως είναι η καλή ισπανική πολιτική ταινία "Νο 47" που έκοψε μάλιστα πολλά εισιτήρια στα θερινά σινεμά , το "Anora", που πήρε τα σημαντικά φετινά Όσκαρ, η εξαιρετική από κάθε άποψη ινδική ταινία "'Ολα όσα φανταζόμαστε ως φως", το "Sorry Baby "μία ολόφρεσκη γυναικεία ταινία, το ριζοσπαστικό από κάθε άποψη "Emilia Perez", την βαθιά επαναστατική και υποβλητικά χαμηλόφωνη "Μικρά πράγματα σαν κι αυτά" και κάποιες άλλες που δεν τις θυμάμαι αυτή τη στιγμή. Η εκτίμησή μου είναι ότι το "Ταινίες Παντού", προφανώς για κάποιους λόγους, περνάει φάση συντηρικοποίησης και επί του καλλιτεχνικού και επί του κοινωνικοπολιτικού. Κατ'εμέ δεν είναι καλό σημάδι αυτό και πιστεύω ότι αν ήμουν στη θέση τους και έπαιρνα τέτοια μηνύματα θα επιχειρούσα να το συζητήσω και με τον εαυτό μου και προπάντων με όλους τους υπεύθυνους του "Ταινίες παντού".
Μαρία Κατσουνάκη. Δεν μπορείς να απαντήσεις με σαφήνεια αν όσα λέει ή όσα έχει κάνει, τον καθιστούν τόσο ξεχωριστό. Αν η συγκίνηση που αναβλύζει παρακολουθώντας τον 82χρονο, σήμερα, Ελβετό οδοντίατρο Ζουλιέν Γκριβέλ οφείλεται στα λόγια ή στα έργα του. Εχει, όμως, σημασία; Το κοινό που χειροκροτούσε όρθιο μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ «Σμιλεμένες ψυχές», στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τον περασμένο Μάρτιο, αποθέωνε, άραγε, τον άνθρωπο ο οποίος σχεδόν για τρεις δεκαετίες (1972-1998) ερχόταν δύο φορές τον χρόνο στην Ελλάδα και φρόντιζε δωρεάν τα δόντια των χανσενικών (λεπρών) στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων «Η Αγία Βαρβάρα», στο Αιγάλεω Αττικής; Ή μήπως «αποθέωνε» το έλλειμμά μας; Τη γενναιοδωρία μιας πράξης σιωπηρής, καθοριστικής, για βεβαρημένες ζωές; Και ναι μεν, στην εποχή του, έλειπαν το Διαδίκτυο και ο επικοινωνιακός πυρετός, η ακόρεστη επιθυμία τού φαίνεσθαι, όμως η παρουσία του Γκριβέλ δεν άφηνε περιθώριο για αμφιβολίες: και σήμερα να επέλεγε να δράσει, πάλι «αθέατος» θα ήταν.
Το βραβευμένο ντοκιμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη, που προβλήθηκε χθες στο Διεθνές Φεστιβάλ Καστελλορίζου «Beyond Borders», είδα για δεύτερη φορά και διαπίστωσα ότι η εσωτερική έντασή του δυναμώνει αντί να μειώνεται. Δεν είναι μόνο η απλότητα και η αμεσότητα της αφήγησης του Γκριβέλ σε αξιοζήλευτα ελληνικά, όπου οι λέξεις σημαίνουν, δεν σπαταλώνται, είναι ακριβείς και μεστές γιατί είναι δουλεμένες με το μυαλό, την ψυχή και το βλέμμα. Είναι και ο κόσμος που αποκαλύπτει η κάμερα του σκηνοθέτη· καθόλου άγνωστος, απλώς ασυνήθιστος. Τον εγκωμιάζουμε για τα κουράγια του και ύστερα επιστρέφουμε στη ρουτίνα μας για να διηγηθούμε τη ζωή του ως μυθιστόρημα. Κατασκευάζουμε έτσι μια απόσταση ασφαλείας, αποφεύγοντας τις συγκρίσεις. «Αναρωτιέμαι πολύ συχνά για ποιο λόγο ήρθα εδώ, στην Αθήνα, στους ασθενείς, για να φτιάξω τα δόντια τους, για ποιο λόγο ήθελα να συναντήσω τον κόσμο της διαφοράς. Βέβαια, αυτός ο κόσμος της διαφοράς εντυπωσιάζει, αποσταθεροποιεί τις βεβαιότητες που νόμιζα ότι ήταν οριστικές. Πήρα το ρίσκο να μην είμαι προσεκτικός. Νομίζω ότι η ζωή πρέπει να έχει κίνηση… Η προσοχή αποκοιμίζει τον άνθρωπο», σχολιάζει ο ίδιος στην ταινία.
Φοβόταν μήπως μολυνθεί από την επαφή; «…Δεν φοβήθηκα επειδή ήξερα ότι δεν είναι μεταδοτική πολύ στους ενηλίκους», απαντάει. Αλλά και πάλι. Επρόκειτο για λέπρα, κι εκείνος τους προσέγγιζε με κάθε τρόπο. Εκείνο που τους έδινε μεγάλη χαρά είναι ότι ενδιαφερόταν για τη ζωή τους. Ρωτούσε για την καταγωγή τους, για το χωριό τους, για την οικογένειά τους. Αφιέρωνε χρόνο στους ασθενείς του. «Δεν ξέρω τι σημαίνει η ευτυχία. Αλλά πέρασα με αυτούς τους ανθρώπους στιγμές αιωνιότητας. Πολύ βαθιά. Και ακόμα περισσότερο, έχω προτιμήσει να είμαι παρά να έχω. Τι είχαν απ’ τη ζωή; Εμειναν στη σκιά και όμως έμειναν όρθιοι. Μου έμαθαν το κουράγιο. Και να μη φοβάμαι τον θάνατο», λέει.
Διηγείται ένα περιστατικό: Οταν ήρθε στο ιατρείο του μια γυναίκα και της έβαλε μια πετσέτα μπροστά της, όπως κάνουν πάντα οι οδοντίατροι. Εκείνη, όμως, «άρχισε να κλαίει από τη συγκίνηση επειδή της έδωσα φροντίδα».
Μια τόσο απλή κίνηση ήταν για μια χανσενική ασθενή ανάσα ζωής. Ο Γκριβέλ, όπως τονίζει, δεν ήταν μόνος. Είχε γύρω του νοσηλεύτριες και άλλους γιατρούς που με αυταπάρνηση έκαναν το ανοίκειο οικείο. Δεν ήταν ήρωες. Ηταν άνθρωποι που άπλωναν το χέρι για να δώσουν αλλά και, μακροπρόθεσμα, να πάρουν οι ίδιοι κουράγιο. Και αυτή η χειρονομία φτιάχνει δεσμούς ακατάλυτους.
Πηγή: kathimerini.gr/opinion

Σ.Δ. Σπανίως βλέπω ντοκιμαντέρ. Φέτος όμως είδα δύο και σε σινεμά μάλιστα. Το "Σάουντρακ για Ένα Πραξικόπημα" και το ελληνικό 'Σμιλεμένες ψυχές" στο οποίο αναφέρεται η Μαρία Κατσουνάκη σ'αυτό το άρθρο. Τα βρήκα εξαιρετικά και τα δύο. Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα, αν ιδιαίτερα το "Σμιλεμένες ψυχές", ήταν μια επιλογή των ταινιών που προβάλλει το "Ταινίες παντού" στους τρεις δημοτικούς κινηματογράφους, όταν μάλιστα πρόβαλε ένα κάρο ελληνικές ταινίες, ξέρετε από αυτές που εδώ και δεκαετίες έχουν δει πάρα πολλοί στην τηλεόραση ή μπορεί να δει ο καθένας, και που νομίζω ότι οι περισσότερες από αυτές ελάχιστα προσφέρουν κινηματογραφικά στην εποχή μας. Να ξαναπώ πάντως ότι τα τελευταία χρόνια οι ταινίες που προβάλλονται στους δημοτικούς κινηματογράφους κατ'εμέ δεν ήταν τόσο καλό όσο ήταν τα πρώτα χρόνια. Έχω την αίσθηση ότι οι υπεύθυνοι της αξιόλογης προσπάθειας "Ταινίες Παντού" χαμηλώνουν διαρκώς τον πήχη. Δεν ξέρω για ποιους λόγους.