Κι αυτό που μας περιμένει είναι πως τα οικονομικά νέα δεν είναι καθόλου, μα καθόλου καλά. Δεν αναφέρομαι στα τρέχοντα τα δικά μας, που μόνο καλά δεν μπορείς να τα πεις, ιδιαίτερα για τα πιο αδύναμα στρώματα. Αναφέρομαι στις χώρες της Δύσης, εκεί όπου υπάρχουν σχεδόν όλες οι ισχυρές οικονομίες του κόσμου. Και την πρόβλεψη αυτή δεν την υποστηρίζουν μόνο αντιπολιτευόμενες δυνάμεις από όλο το πολιτικό φάσμα και οικονομολόγοι ελεύθεροι σκοπευτές. Γίνεται πιο πειστική γιατί την εκφέρει, μέσω των προέδρων τους, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, όπως και οικονομολόγοι περιωπής σε θέσεις κλειδιά καθώς και διάφοροι μεγαλοεπενδυτές. Το πλέον εφιαλτικό είναι η πρόβλεψη πως αυτή η επικείμενη οικονομική κρίση, που ήδη φαίνεται ότι ξεκίνησε, θα έχει βάθος μία δεκαετία.
Το καλό με τα παντός είδους κακά μαντάτα, που προφανώς καλύτερα είναι να μην υπάρχουν αλλά τι να κάνουμε όταν συχνότατα επαληθεύονται οι Κασσάνδρες τους, είναι πως κράτη και διεθνείς οργανισμοί είναι σε θέση βάσει στοιχείων να προβλέπουν ως ένα βαθμό το μέλλον. Κι αυτό είναι κάτι που δίνει τη δυνατότητα σε όλους εκείνους τους ειδικούς και τους πολιτικούς που παίρνουν τις αποφάσεις, με τον τρόπο τους να αντιδρούν.
Το θέμα κάθε φορά είναι αν μπορούν με δημοκρατικές διαδικασίες να επινοούν οι κυβερνούσες εξουσίες τα κατάλληλα εφικτά μέτρα και να τα εφαρμόζουν, έτσι ώστε να περιορίζεται σημαντικά το κακό τόσο ως προς την έκτασή του όσο και ως προς τη διάρκειά του. Το άλλο σημαντικό θέμα είναι αν τα προτεινόμενα μέτρα θα δουλέψουν τελικά υπέρ των εχόντων και κατεχόντων ή υπέρ των υπολοίπων. Κι εδώ η κάθε κοινωνία καλείται εκ των πραγμάτων να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της, ακόμα κι αν χρειαστεί για να επιβιώσει να διευρύνει ή και να ξεπεράσει τα όρια. Πάντα όμως, το αν θα το καταφέρει είναι ένα θέμα ανοιχτό που εξαρτάται και από τη στάση των πολιτών, από το αν θα πετύχουν να δράσουν συλλογικά και στοχευμένα.
Όλα αυτά προφανώς ισχύουν και για την Ελλάδα, που από οικονομική άποψη όπως δείχνουν οι αριθμοί, έχουμε πιάσει ακόμα έναν πάτο. Το πρόβλημα είναι αν τα ελληνικά κόμματα είναι σε θέση να διαμορφώσουν και να προτείνουν μέτρα τέτοια που αν εφαρμοστούν όχι μόνο δε θα είναι τόσο μεγάλο το κακό που θα μας συμβεί όσο αυτό που προβλέπουν οι ειδικοί, αλλά στην τελική θα προκύψει και ώφελος για τους πολλούς. Ώφελος που και ανάγκη το έχουν και το δικαιούνται μετά τις απανωτές κρίσεις που έχουν ρημάξει πολλούς.
Ακολουθεί το σχετικό άρθρο του Κώστα Καλλίτση που δημοσιεύτηκε με τον τίτλο "Αντιστάθμιση κινδύνων;" και στο τέλος δύο δικές μας επεξηγηματικές σημειώσεις.
Ο Γ. Μπάφετ προβλέπει νέες χρεοκοπίες αμερικανικών τραπεζών. Οικονομολόγοι του ΔΝΤ μιλούν για επιφανειακή σταθερότητα με ήδη εκδηλούμενες υπόγειες αναταράξεις. Η διευθύντρια του ΔΝΤ, Γκεοργκίεβα, λέει ότι ο κόσμος μπαίνει στην 5ετία με τις πιο αδύναμες οικονομικές προοπτικές των τελευταίων 30 ετών. Κι ο Ντ. Μάλπας έκλεισε τη θητεία του στην προεδρία της Παγκόσμιας Τράπεζας παραδίδοντας μια έκθεση που προειδοποιεί ότι, ceteris paribus («υπό την προϋπόθεση ότι οι λοιποί όροι θα παραμείνουν αμετάβλητοι»), η ανθρωπότητα έχει βάλει πλώρη να χάσει ολόκληρη 10ετία. Κοινός τόπος όλων: τα επόμενα χρόνια θα είναι δύσκολα έως πολύ δύσκολα.
Λένε κάτι χρήσιμο για εμάς όλα αυτά; Λένε – αν, αλήθεια, θέλουμε να προσελκύσουμε ξένα κεφάλαια για να επενδύσουν ή και για να μας δανείζουν με ανεκτό επιτόκιο. Ουσιώδης προϋπόθεση για το τελευταίο είναι να ανακτήσουμε επενδυτική βαθμίδα. Δεν αρκεί, ωστόσο, να φύγουμε από την πρώτη θέση της τελευταίας κατηγορίας (από τα «σκουπίδια») και να «αράξουμε» στην τελευταία θέση της πρώτης κατηγορίας, για να είμαστε σε θέση να εξυπηρετούμε με ασφάλεια το χρέος μας. Θα χρειαστεί να ανεβούμε αρκετά σκαλοπάτια μέσα στην κατηγορία της επενδυτικής βαθμίδας. Ουσιώδης προϋπόθεση και για το χρέος και για τις επενδύσεις είναι να προωθηθούν γρήγορα μεγάλες μεταρρυθμίσεις. Για να αρχίσει να αποδίδεται (όχι μεταχρονολογημένα) η Δικαιοσύνη, να περιοριστεί η φοροδιαφυγή, να διεισδύσει ο ανταγωνισμός σε πολλές αγορές που δουλεύουν με υψηλά ποσοστά κέρδους, που δεν υπάρχουν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, να οικοδομηθεί ένα σύγχρονο κράτος-στρατηγός, να στηριχθεί και να πληθύνει ο κόσμος της μισθωτής εργασίας, να αποκτήσουμε ισχυρές δομές υγείας και δημόσιας παιδείας.
Διαφορετικά, αν δεν προχωρήσουμε σε μεταρρυθμίσεις, θα έρχονται ξένα κεφάλαια μόνο για να προσπορίζονται εύκολα και μεγάλα κέρδη, χωρίς να «μπλέκουν» με νέες, παραγωγικές επενδύσεις*. Αρκούμενα σε τοποθετήσεις υψηλής απόδοσης –σημειώνει η ΤτΕ (και) στην έκθεσή της για το 2022–, αγοράζοντας κόκκινα δάνεια είτε ακίνητα και εκτάσεις γης είτε συμμετέχοντας ή εξαγοράζοντας ήδη λειτουργούσες ελληνικές επιχειρήσεις είτε, το πολύ πολύ, στήνοντας και 2-3 data centers.
Ενα διεθνές πλαίσιο σαν αυτό που προδιαγράφουν οι συζητήσεις στην Ουάσιγκτον, θα επιτείνει τις καθ’ ημάς δυσκολίες. Για να τις αποτρέψουμε χρειάζεται να προχωρήσουμε έγκαιρα σε εσωτερική αντιστάθμιση των διεθνών κινδύνων. Και το hedging για να διασφαλίσουμε επάρκεια καλής ποιότητας επενδυτικών κεφαλαίων δεν είναι άλλο από τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις. Μπορούμε να χεντζάρουμε**;
Η κυβέρνηση της Ν.Δ. δεν έχει αποδείξει ότι τις θέλει και, πάντως, αποδείχθηκε ανήμπορη να τις κάνει στην 4ετία των μεγάλων προσδοκιών και της άπλετης κοινωνικής στήριξης. Πώς, άραγε, θα τις κάνει αύριο; Σε μια θητεία με αδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (κι αυτή ελέω εκλογικού νόμου), με μια κοινωνία με μικρά αποθέματα ανοχής και κλονισμένη εμπιστοσύνη από φαινόμενα διαφθοράς, εξωθεσμικές πρακτικές κι από το σκάνδαλο των υποκλοπών, με εντεινόμενη εσωκομματική κινητικότητα και με το άγχος των περιφερειακών εκλογών τον Οκτώβριο και των ευρωεκλογών την άνοιξη;
Η αξιωματική αντιπολίτευση, πάλι, λες και κάνει ό,τι μπορεί για να διατηρεί ή να διευρύνει το κενό εμπιστοσύνης σε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας. Τελευταίο είναι το «Πρόγραμμα των 50 ημερών». Σε άλλη αντίληψη από το πρόγραμμα που ‘χει ψηφίσει το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, οι συντάκτες των 50 ημερών αντικατέστησαν τη δημοσιονομική ευθύνη με έναν προεκλογικό πολλαπλασιαστή δαπανών (περίπου 5,6 δισ. ετησίως επί 4 χρόνια, επιπλέον…) και υποκατέστησαν τη σκληρή αναπτυξιακή προσπάθεια με έναν άρρητο, πλην κυρίαρχο, ελαφρούτσικο ισχυρισμό: ότι για να αυξάνεται ο πλούτος της χώρας, αρκεί –δήθεν– να αυξάνονται οι μισθοί και να μεγαλώνει η κατανάλωση.
Μάλλον είναι δύσκολο να χεντζάρουμε.
Πηγή: kathimerini.gr/opinion
Σ.Δ * ● Η συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα παραμένει αρνητική και το 2022 και αντισταθμίζεται κάπως από τη λιγότερο αρνητική συνεισφορά του κυβερνητικού τομέα μέχρι και το 2023. Συνδυάζοντας αυτές τις διαπιστώσεις με τις διαπιστώσεις της έκθεσης της ΤτΕ προκύπτει η εικόνα μιας ανάπτυξης που α) δεν αυξάνει το παραγωγικό δυναμικό της χώρας, β) στηρίζεται στην ιδιωτικοποίηση δημόσιων υποδομών και περιουσίας, γ) στηρίζεται στο αυξημένο ενδιαφέρον για επενδύσεις σε τουριστικά ακίνητα, δ) -και σπουδαιότερο- στηρίζεται όχι στις «δουλειές που δημιουργεί ο ιδιωτικός τομέας», αλλά στις δουλειές που ο δημόσιος τομέας δημιουργεί για τον ιδιωτικό, ε) στους ευρωπαϊκούς πόρους (ΕΣΠΑ και ΤΑΑ), χωρίς τους οποίους ο ελληνικός δημόσιος τομέας δεν θα μπορούσε να δημιουργεί δουλειές για τον ιδιωτικό. Και τι μαρτυρούν εν τέλει όλα αυτά; Οτι οι βάσεις της ελληνικής ανάπτυξης είναι σαθρές και από κάτω τους χάσκει ένα μεγάλο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. ( ΕΔΩ )
Σ.Δ Το φαινόμενο «Μόνα Λίζα» στην παγκόσμια οικονομία – Ή γιατί η όποια πρόβλεψη βρίσκεται στον «αέρα»
** Χετζάρισμα. Δάνειο εκ του αγγλικού hedging, που στην χρηματιστηριακή ορολογία αφορά την ασφάλιση ενός στοιχείου, κεφαλαίου και γενικά χρηματοοικονομικού εργαλείου έναντι ενός πιθανού μελλοντικού κινδύνου (υποτίμηση, υποαπόδοση κλπ.).Η επίσημη ονομασία του χετζαρίσματος στην οικονομική ορολογία είναι αντιστάθμιση κινδύνου και λειτουργεί με την πραγματοποίηση μίας αντίθετης θέσης πωλήσεως στα παράγωγα.

Σ.Δ. Μετά από τόσα κακά που έχουν συμβεί τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ψυχολογικά κανείς δεν είναι σε θέση να ακούει και να μαθαίνει κι άλλες δυσάρεστες ειδήσεις. Κατανοητό. Αντίλογος όμως πάντα υπάρχει που διαχρονικά ισχυρίζεται ότι αν εκούσια ή ακούσια στρουθοκαμηλίζουμε αυτό δεν σημαίνει ότι το κακό δε θα συμβεί, ότι δε θα πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μας. Γι'αυτό και όσο εξαρτάται από τον καθένα η αναχαίτησή του, βοηθάει, έστω και λίγο, αν έχουμε μία ιδέα του τι μας περιμένει κι ας έχει αντίρρηση η γελοιογραφία μας. Θεωρώ ότι είναι η μόνη επιλογή για να είμαστε σε θέση