Θεματικές

Θεματικές (261)

sotiria1Συνέντευξη στον Νικόλα Κολυτά της γιατρού στο "Σωτηρία" Μερόπης Μανταίου.

Δεν υπάρχει σημαντικότερο πράγμα αυτή τη στιγμή από το να δοθεί ο λόγος στους ανθρώπους που δίνουν τη μάχη στα νοσοκομεία. Στους γιατρούς, τους νοσηλευτές και όλο το υπόλοιπο προσωπικό, που ήταν και συνεχίζουν να είναι αντιμέτωποι με την υποκρισία των εκάστοτε κυβερνήσεων που έχουν οδηγήσει το δημόσιο σύστημα υγείας σε ένα τέλμα. Η Μερόπη Μανταίου, γιατρός στο «Σωτηρία», στο οποίο χθες δεν υπήρχαν καν μάσκες για το προσωπικό, μας μίλησε για την τραγική κατάσταση που επικρατεί στα νοσοκομεία. Μια κατάσταση για την οποία υπάρχει απόλυτη σιωπή από την πλειοψηφία των μεγάλων και συστημικών ΜΜΕ. Τα όσα περιγράφει είναι απίστευτα:

koronoios23Μια συνέντευξη του εξελικτικού βιολόγου Rob Wallace, συγγραφέα του βιβλίου Big Farms Make Big Flu: Dispatches on Influenza, Agribusiness and the Nature of Science)

Επιμέλεια δημοσίευσης – Σχόλιο : Γιώργος Μεριζιώτης

Σχόλιο

Και ξαφνικά εκεί που ήμασταν αμέριμνοι/ες και ενώ αρχίζει η  νέα τουριστική  σεζόν σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ οδεύουμε προς την νέα μεγαλύτερη φιέστα της τετραετίας αυτής  των ολυμπιακών αγώνων, και  ενώ ο πλανήτης εν έτει 2020 οδεύει προς  μια κλιματική – οικολογική – κοινωνική  κατάρρευση  ασύλληπτων διαστάσεων μας προέκυψε και ο ιός.

tasios2Του Διονύση Μαρίνου: «Σας το λέω εξαρχής, θα είμαι λακωνικός διότι σέβομαι τους ειδικούς. Αυτοί θα πρέπει να μιλούν τούτες τις μέρες». Ήταν ο πρώτος όρος που μου έθεσε ο διαπρεπής καθηγητής Πανεπιστημίου, Θεοδόσης Τάσιος. Καίτοι είχαμε από καιρό συμφωνήσει για τη συνέντευξη, τα γεγονότα άλλαξαν εντελώς την ατζέντα της συζήτησης. Η εισβολή του κορονοϊού στη ζωή μας, ο αναγκαστικός εγκλεισμός και ο φόβος για το τι ακολουθήσει έφεραν στην επιφάνεια μια σειρά από υπαρξιακές διερωτήσεις. Ο κύριος Τάσιος αντιστάθηκε σθεναρά στον πειρασμό να μιλήσει από καθέδρας ή να υποκαταστήσει με τον λόγο του τους ανθρώπους που είναι επιφορτισμένοι να μας βγάλουν από τη στενωπό του ιού.

mosialosΘεοδόσης Μίχος: Bλέποντας όσα γίνονταν στη Γουχάν, τρόμαξα. Διότι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο ακόμη και τόσο μακριά, μπορεί κάλλιστα να συμβεί και στο σπίτι σου», λέει στην Popaganda ο Ηλίας Μόσιαλος«Γι’ αυτό με έπιασε μια αγωνία ενημέρωσης και έκκλησης προς την κυβέρνηση»Από την αρχή αυτής της παγκόσμιας, υγειονομικής κρίσης ο Καθηγητής Πολιτικής της Υγείας στο London School of Economics επιχείρησε μέσω μακροσκελών αναρτήσεων στο λογαριασμό του στο Facebook

anemogennitries3Είχα και έχω μία άποψη για τις ανεμογεννήτριες που είναι υπέρ της χρήσης τους. Κι αυτό διότι έχω διαλέξει ότι ο καλύτερος και λιγότερο επικίνδυνος τρόπος παραγωγής ενέργειας είναι από ανανεώσιμες πηγές, όπως ο αέρας, ο ήλιος, τα κύματα, η γεωθερμία κ.λπ. Αυτήν την άποψη την είχα ασπαστεί πριν πολλά χρόνια, πολύ πριν το φαινόμενο του θερμοκηπίου αρχίζει να μας κτυπάει την καμπάνα. Μα ποιος είναι ο πρωτομάστορας λόγος αυτής της επιλογής, που σιγά σιγά έμαθα να μην τον εμπιστεύομαι αβλεπί  , αλλά πάντα είναι δύσκολα να αντισταθώ στο μεταδοτικό πάθος του; Μια διακριτή από τα παιδικά μου χρόνια τάση μου να υποστηρίζω πράματα που είναι στα κάτω ράφια του ευρύτερου περίγυρού μου και της κάθε φορά πλειονότητας και που συμπολίτες μου με κυβερνητικές νοοτροπίες τα απέρριπταν συνήθως ασυζητητί. 

ramfos2Σ.Δ. Μια ακόμα πρόκληση γι'αυτούς που έχουν ώτα ακούει ακουέτω μόνο όσους συμφωνούν μαζί τους, για όσους συνομιλούν με όλα όσα δικαιώνουν τα πιστεύω τους, ακόμα κι όταν αυτά χάνουν λάδια. Μια συνέντευξη του αμφιλεγόμενου αλλά πάντα μάχιμου Σ.Ράμφου, που όμως ούτε φτηνός είναι ούτε λίγος. Τις περισσότερες φορές κάτι σημαντικό λέει στην αναζήτησή του να εκφραστεί προσωπικά, να διατυπώσει σκέψεις που κάτι νέο προσκομίζουν, παρόλο που πολλές δεν υποστηρίζονται από δυνατά επιχειρήματα και μοιάζουν σαν αλήθειες εξ αποκαλύψεως ενός ανθρώπου που δύσκολα διακρίνεις αν συμπάσχει. 

Κατερίνα Ι.Ανέστη. Ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος σε μια μεστή συνέντευξη στο iefimerida.gr μιλά για τη στάση της Εκκλησίας που «επιτέλους κατάλαβε ότι είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου», τις ηγετικές ικανότητες του Μητσοτάκη, την αδεξιότητα και την ειλικρίνεια του Σωτήρη Τσιόδρα και την ευκαιρία των Ελλήνων να σταματήσουν να είναι «μικρά παιδιά» και να βγουν κερδισμένοι.

xrusosΦλώρα Κασσαβέτη. Δεν αρκεί να καταφέρεις να ζήσεις πολλά χρόνια. Είναι πολύ καλύτερο να ζήσεις χρόνια πολλά και καλά.  Ακόμα, όμως, κι αν έχεις γονίδια Ικαριώτη, δεν είναι βέβαιο ότι θα ζήσεις μια καλή ζωή μεγαλώνοντας, αν δεν φροντίσεις εγκαίρως να υιοθετήσεις ένα υγιεινό τρόπο ζωής.   

Τι να το κάνεις, λοιπόν, αν καταφέρεις τελικά να συρθείς μέχρι τα εκατό;  Το θέμα είναι να μπορέσεις μεγαλώνοντας να απολαύσεις όσο το δυνατόν πιο ποιοτικά και καλά χρόνια υγείας και ευεξίας. 

Ένας τέτοιος στόχος, όμως, απαιτεί πρόγραμμα και αυτοφροντίδα και ίσως μια αλλαγή οπτικής.  

Με τον καθηγητή Γεώργιο Χρούσο μιλήσαμε για αυτή τη νέα ποιοτική διαφορά στον στόχο μακροζωία.

kathimerini1Μαρία Κατσουνάκη. Στο μέτρημα τα χάνει κανείς: έξι παιδιά και έξι εγγόνια (με την αναλογία σταθερή, δύο κορίτσια και τέσσερα αγόρια), ένας οικογενειακός στόλος από 87 πλοία διαφορετικών δραστηριοτήτων, έξι ξενοδοχεία, ένα κι ένα, ξεκινώντας από τη «Μεγάλη Βρεταννία», όπου και γευματίσαμε με τον εφοπλιστή Θανάση Λασκαρίδη, ένα κοινωφελές ίδρυμα διακριτικού προφίλ με έντονη, όμως, δραστηριότητα. Στην απαρίθμηση θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλα πολλά, όμως ο σκοπός της συνάντησής μας ήταν ένας: οι δύο μεγάλες πλατείες της Αθήνας, το Σύνταγμα και, πρόσφατα, η Ομόνοια, που αναμορφώθηκαν με δικές του δωρεές.

leonidas-koyrsoymisΤασούλα Επτακοίλη. Στα τέλη Φεβρουαρίου 2019, έκανε μια ανάρτηση στο Facebook. «Στηρίζουμε τους άστεγους. Μαζεύουμε βιβλία, χρηστικά αντικείμενα, ρουχισμό. Δώστε ό,τι δεν σας είναι απαραίτητο. Μην τα πετάτε. Είναι η μαγιά για το Παλαιοβιβλιοπωλείο των Αστέγων», έγραφε ο Λεωνίδας Κουρσούμης, που είχε ζήσει ως άστεγος επί δεκαοκτώ μήνες και εκείνη την περίοδο είχε βρει προσωρινή στέγη σε μια αποθήκη στα Ανω Πατήσια. Σε λίγες ώρες, οι κοινοποιήσεις είχαν ξεπεράσει τις 8.300. Τις επόμενες μέρες, περισσότερα από χίλια βιβλία είχαν συγκεντρωθεί. Στο πρώτο κιόλας μπαζάρ του «Ανέστιου», όπως ονομάστηκε το παλαιοβιβλιοπωλείο, στα μέσα Μαρτίου της ίδιας χρονιάς, συγκεντρώθηκαν χρήματα που έδωσαν τη δυνατότητα στους δύο συνεργάτες του, τον Αλέξανδρο και τον Αντώνη, επίσης άστεγους, να νοικιάσουν ένα μικρό διαμέρισμα.


«Δεν ήταν εύκολο να μιλήσω, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Κοίταξα τους συνανθρώπους μου κατάματα και τους είπα: “Είμαστε άστεγοι και τίποτα άλλο δεν ζητούμε παρά να έχουμε μια δουλειά για να επιβιώσουμε”. Οι επόμενοι μήνες άρχισαν να μας δίνουν τις πρώτες χαρές. Ο κύριος Στέφανος (δεν θέλει να αναφέρω το επίθετό του) μας παραχώρησε έναν χώρο στον αριθμό 132 της οδού Πειραιώς κι αργότερα ένα παλιό τζιπ, για να μεταφέρουμε τα βιβλία. Βιβλία άρχισαν να έρχονται όχι μόνο από την Αττική αλλά και από όλη την Ελλάδα».

Σήμερα, περισσότερα από 25.000 βιβλία έχουν συγκεντρωθεί. Κι άλλοι πρώην άστεγοι έχουν αρχίσει να εργάζονται στον «Ανέστιο», που, σε λίγες εβδομάδες, θα μεταφερθεί σε νέο χώρο, στη οδό Σούτσου στο Γκύζη, στο πλάι της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Τη διαμόρφωση και το βάψιμο, καθώς και τη μετακόμιση, έχει αναλάβει πολύ γνωστός επιχειρηματίας, που δεν θέλει να δημοσιοποιηθεί το όνομά του. «Μας εξέπληξε η ανταπόκριση του κόσμου. Ηρθαμε αντιμέτωποι με ένα ποτάμι καλοσύνης», λέει βουρκωμένος ο 71χρονος κ. Κουρσούμης.


ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

– Τι πιστεύετε ότι προκάλεσε αυτόν το ποταμό καλοσύνης;
– Ολοι έχουμε μέσα μας μια καλή πλευρά. Τη βγάζουμε προς τα έξω όταν κάποιος κερδίσει την εμπιστοσύνη μας, όταν είναι ξεκάθαρος, έντιμος, με διάφανες προθέσεις. Μάλλον αυτό εκτίμησαν σε εμάς όσοι μας βοήθησαν. Ξέρουν πως όσα μας προσφέρουν θα φτάσουν στα χέρια ανθρώπων που τα έχουν πραγματικά ανάγκη. Στο ελάχιστο που κάνουμε έχουμε συνέπεια.

– Καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο να το αφηγείστε, αλλά πώς βρεθήκατε στον δρόμο;
– Εργαζόμουν σε έναν μικρό εκδοτικό οίκο και ζούσα αξιοπρεπώς. Μέχρι που ενέσκηψε η κρίση. Ηδη, από το 2008 άρχισαν οι περικοπές και βρέθηκα χωρίς δουλειά. Εργάστηκα για λίγα χρόνια με προσωρινή απασχόληση, εδώ κι εκεί, αλλά τίποτα σπουδαίο. Είχα μεν εμπειρία, αλλά ήμουν 63 ετών. Ποιος θα με προσλάμβανε; Μέχρι το 2016, οι οικονομίες μου εξανεμίστηκαν. Τα ένσημά μου δεν ήταν αρκετά για να συνταξιοδοτηθώ. Εμενα σε ένα διαμέρισμα στην Κυψέλη. Οταν δεν μπορούσα πια να πληρώνω το ενοίκιο, έβαλα τα πιο σημαντικά έγγραφά μου σε ένα σακίδιο ώμου και έφυγα.

– Πώς ήταν η πρώτη σας νύχτα ως αστέγου;
– Ξεκίνησα από την Κυψέλη, από την οδό Λευκωσίας, όπου έμενα, έκλεισα πίσω μου την πόρτα του σπιτιού μου για τελευταία φορά και βγήκα στον δρόμο. Ολη τη νύχτα δεν στάθηκα πουθενά. Περπατούσα ασταμάτητα. Το επόμενο βράδυ, πάλι το ίδιο. Κάποια στιγμή όμως κουράστηκα κι άρχισα να σπρώχνω τις πόρτες των πολυκατοικιών, μήπως κάποια είχε μείνει ανοιχτή. Βρήκα μία, στην Κοδριγκτώνος. Κάθισα στα σκαλιά ανάμεσα στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο, και, κατάκοπος καθώς ήμουν, με πήρε ο ύπνος. Νωρίς το πρωί με είδε ένας ένοικος. Με σκούντηξε. «Σας συμβαίνει κάτι; Είστε καλά;», με ρώτησε. Βγήκα πάλι έξω αλαφιασμένος. Τις επόμενες εβδομάδες απέκτησα τα... στέκια μου. Συχνά διανυκτέρευα στο ΚΤΕΛ της Λιοσίων και στον Σταθμό Λαρίσης, μαζί με τα άλλα «ζόμπι».

– Οι συγγενείς και φίλοι σας το ήξεραν;
– Μόνο σε μια φίλη μου, που ζει εκτός Αθήνας, το είχα πει. Κι εκείνη, ο φύλακας-άγγελός μου, φρόντιζε να βάζει μερικά ευρώ σε ένα καρτοκινητό που διέθετα, για να έχουμε τουλάχιστον επικοινωνία. Οι άλλοι δεν ήξεραν τίποτα. Ούτε οι κόρες μου, που επίσης ζουν στην επαρχία, ούτε η αδελφή μου και τα ανίψια μου. Επαιζα θέατρο σε όλους. Κάποια πρωινά περνούσα από τους εκδοτικούς οίκους στους οποίους είχα δουλέψει, για να τους πω μια καλημέρα – έτσι έλεγα. Στην πραγματικότητα ήθελα να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου κι ήλπιζα να με κεράσουν έναν καφέ...

– Τι τρώγατε;
– Τον πρώτο καιρό πήγαινα σε συσσίτια. Αργότερα άρχισα να μαζεύω βιβλία από κάδους σκουπιδιών και ανακύκλωσης. Τα πουλούσα στο Μοναστηράκι και έτσι αγόραζα λίγο φαγητό.

– Θυμό νιώθατε;
– Με τους άλλους, με την κοινωνία; Οχι. Μόνο με τον εαυτό μου θύμωνα, για τις λάθος επιλογές μου. Αλλά τα λάθη δεν διορθώνονται. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μην τα επαναλάβεις. Το κυρίαρχο συναίσθημά μου όσο ζούσα στον δρόμο ήταν η ντροπή. Ντρεπόμουν να με βλέπει ο κόσμος να κοιμάμαι σε σκάλες και παγκάκια, να ψάχνω στα σκουπίδια. Αλλά –και ίσως θα σας φανεί περίεργο– ποτέ δεν ένιωσα φόβο ούτε απελπισία. Σαν να ήξερα ότι όλο αυτό που ζούσα έπρεπε να το περάσω για να πάω παρακάτω. Αν ήμουν απελπισμένος, άλλωστε, αν είχα βυθιστεί στην κατάθλιψη, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι που βιώνουν μια τέτοια κατάσταση, δεν θα είχα τολμήσει το βήμα της δημιουργίας του παλαιοβιβλιοπωλείου.

Θα συνεχίσω, το χρωστάω στην κόρη μου και όσους μάς στήριξαν

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Ο πατέρας του ήταν παιδίατρος. Οταν ήταν έξι ετών, οι γονείς του χώρισαν. Ο ίδιος και η αδελφή του έμειναν με τη μητέρα τους. Από μικρός ο Λεωνίδας Κουρσούμης αγαπούσε τα βιβλία. Θυμάται την Εγκυκλοπαίδεια του Ηλιου, με τους δεκαοκτώ δερματόδετους τόμους, δώρο του πατέρα του όταν τελείωσε το Δημοτικό. Θυμάται και τα πρώτα βιβλία που αγόρασε ο ίδιος ως έφηβος, από το χαρτζιλίκι του, από το βιβλιοπωλείο της Εστίας, στη Στοά Νικολούδη: «Ηταν “Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια” του Στρατή Μυριβήλη και ένα ταξιδιωτικό του Νίκου Καζαντζάκη».

Το 1968, αποφοιτώντας από το Γυμνάσιο, έδωσε εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Η μητέρα του στο μεταξύ είχε ξαναπαντρευτεί κι εκείνος ένιωθε την ανάγκη να απομακρυνθεί, να ανοίξει τα φτερά του. Πέρασε στο τμήμα Πολιτικών και Οικονομικών Σπουδών της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου κι έφυγε για τη Θεσσαλονίκη. Ομως οι ανατροπές δεν θα έλειπαν στη συνέχεια... Οταν φοιτούσε στο δεύτερο έτος, η μητέρα του πέθανε από καρκίνο. Λίγο μετά έφυγε από τη ζωή και ο πατέρας του, από ανακοπή. «Εμεινα χωρίς έσοδα. Ο πατριός μου δεν είχε καμιά υποχρέωση να με βοηθήσει· ούτε εγώ θα το δεχόμουν. Επρεπε λοιπόν να δουλέψω για να συνεχίσω τις σπουδές μου», λέει. «Με προσέλαβαν σε έναν εκδοτικό οίκο. Εκεί κόλλησα για τα καλά το “μικρόβιο”. Κι αν έχω μετανιώσει για κάτι είναι που δεν έμεινα στη Θεσσαλονίκη, όταν πήρα το πτυχίο μου, για να ανοίξω το δικό μου βιβλιοπωλείο. Εκείνα τα χρόνια, λίγο μετά τη Μεταπολίτευση, οι συνθήκες ήταν πολύ ευνοϊκές στον εκδοτικό χώρο. Δυστυχώς, επέστρεψα στην Αθήνα κι άρχισα να εργάζομαι ως λογιστής».

Από τους δύο γάμους του ο κ. Κουρσούμης έχει αποκτήσει τρεις κόρες. Με τη μεγαλύτερη, την Έλλη, που ζει στη Σκόπελο η σχέση τους είναι πιο δυνατή. Για τις άλλες δύο δεν θέλει να μιλήσει. Ούτε για την αδελφή του. «Με πονάει πολύ αυτό το θέμα», μου λέει.

Πριν από λίγες εβδομάδες, όταν τιμήθηκε από την Ενωση «Μαζί για το Παιδί» με το βραβείο «Μάθημα Ζωής», η Αλεξάνδρα ήταν δίπλα του. «“Μπαμπά, μην το αφήσεις, να συνεχίσεις την προσπάθεια”, μου είπε μετά την τελετή. Θα το κάνω. Το χρωστάω και σε εκείνη, και σε όσους μάς έχουν στηρίξει ώς τώρα», λέει μην μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του. «Θα το κάνω γιατί θέλω ο κόσμος να συνειδητοποιήσει τι είναι ο άστεγος: ένας πεθαμένος, που απλώς αναπνέει»...


«Ντρεπόμουν να με βλέπει ο κόσμος να κοιμάμαι σε σκάλες και παγκάκια, να ψάχνω στα σκουπίδια. Αλλά –και ίσως θα σας φανεί περίεργο– ποτέ δεν ένιωσα φόβο ούτε απελπισία. Σαν να ήξερα ότι όλο αυτό που ζούσα έπρεπε να το περάσω για να πάω παρακάτω», λέει ο Λεωνίδας Κουρσούμης. INTIME NEWS/ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Η Φινλανδία

«Καλά και τα συσσίτια και οι ξενώνες, πολύ ωραίο να ανοίγουν οι δομές κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα και να φωτογραφίζονται στα γιορτινά τραπέζια οι δημοτικοί άρχοντες και οι πολιτικοί με τους αστέγους, αλλά με αυτόν τον τρόπο δεν λύνεται το πρόβλημα. Ούτε με συγκινητικές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προς άγραν “like”, ούτε με υποκριτικές καμπάνιες του τύπου “ζήσε μια νύχτα σαν άστεγος”, στην οποία συμμετέχουν “επώνυμοι” και το διαφημίζουν για την προβολή τους. Ο άστεγος θέλει να τον πλησιάσεις. Να τον πάρεις μια μέρα στο σπίτι σου, αν μπορείς. Να τον ακούσεις. Κυρίως αυτό. Σε επίπεδο κράτους, δείτε τι έκανε η Φινλανδία. Εφτιαξε συγκροτήματα διαμερισμάτων και παραχωρεί μόνιμη στέγη σε αστέγους. Στη συνέχεια, κοινωνικοί λειτουργοί και άλλοι ειδικοί τους βοηθούν να βρουν δουλειά, να ενταχθούν ξανά στην κοινωνία, να επιστρέψουν στη ζωή. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει καν επίσημη καταμέτρηση των ανθρώπων που ζουν στον δρόμο...».

Η συνάντηση

Βρεθήκαμε στο εστιατόριο του Μουσείου Μπενάκη, στην οδό Πειραιώς. Παραγγείλαμε λαχανοντολμάδες και ντολμαδάκια κασιώτικα και από ένα ποτήρι ροζέ κρασί, «Ορεινό Ηλιο» της Σεμέλης. Ισα που αγγίξαμε το φαγητό μας, όμως. Οχι γιατί δεν ήταν καλό –κάθε άλλο, ήταν πεντανόστιμο– αλλά γιατί ο συνομιλητής μου ήταν πολύ φορτισμένος συναισθηματικά και κάθε τόσο σκούπιζε τα δάκρυά του, καθώς μου εξιστορούσε, με ειλικρίνεια και χωρίς αυτολογοκρισία, την περιπέτειά του στην «επικράτεια των αστέγων». Την βίωσε μέχρι το μεδούλι, υπέφερε, αλλά δεν θέλει να ξεχάσει ούτε στιγμή. «Πορεύεσαι στο μέλλον μόνον όταν έχεις μπροστά στα μάτια σου το πώς ξεκίνησες κάθε μέρα της ζωής σου, όλο το παρελθόν σου αλησμόνητο...», λέει.

Οι σταθμοί του

1949
Γεννιέται στην Αθήνα.

1968
Σπουδάζει στο Τμήμα Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Παράλληλα εργάζεται σε βιβλιοπωλείο.

1988
Διατηρεί φοροτεχνικό λογιστικό γραφείο έως το 1993.

1993
Επιστρέφει στην Αθήνα και αρχίζει να εργάζεται σε εκδοτικούς οίκους.

2008
Απολύεται και υποαπασχολείται.

2016
Βρίσκεται άστεγος στην Αθήνα.

2018
Προτείνει σε δύο επίσης αστέγους να δημιουργήσουν ένα παλαιοβιβλιοπωλείο, τον «Ανέστιο».

2019
Ανοίγει ο χώρος της Πειραιώς 132.

2020
Ο «Ανέστιος» θα μετακομίσει σε νέο χώρο, στου Γκύζη.

Πηγή:  kathimerini.gr  

liakos-700Ο 20ος αιώνας έχει χαρακτηριστεί ως «ο αιώνας των άκρων». Πρόκειται για τον αιώνα των δύο φονικών παγκοσμίων πολέμων, του Ολοκαυτώματος και των γενοκτονιών, των ουτοπιών που η εφαρμογή τους αποδείχθηκε δυστοπία, αλλά και της επιστήμης, της τεχνολογίας, της γυναικείας χειραφέτησης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι ο αιώνας κατά τη διάρκεια του οποίου μεταβλήθηκε, όσο ποτέ άλλοτε, η ζωή του ανθρώπου, σε όλους τους τομείς. Και ο δικός μας 20ος αιώνας; Ο ελληνικός; Πόσο συμμετείχε σε όλα αυτά τα γεγονότα; Πόσο παρακολούθησε τις αλλαγές που αυτός ο αιώνας επέφερε; Πώς πρέπει να τον «βλέπουμε» και τι μας αποκαλύπτει αυτή η ματιά; Μήπως έφτασε πια ο καιρός να απαλλαγούμε από μια σειρά ξεπερασμένες, συμβατικές οπτικές και να τολμήσουμε να τον «διαβάσουμε» με πιο ανατρεπτικό τρόπο;

Σελίδα 1 από 19