Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2026 10:23

Σώτη Τριανταφύλλου: Οι Έλληνες δεν θέλουν να βελτιώσουν τη ζωή τους. Δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα - Από τη συνέντευξή της με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της «Φασισμός: Η ιστορία μιας ιδεολογίας»

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

protagonΑργύρης Παπαστάθης. Mε αφορμή το νέο βιβλίο της για την ιστορία του φασισμού, η βραβευμένη συγγραφέας μιλάει στο Protagon για τα όρια του φαινομένου (με τον λαϊκισμό και τη σύγχρονη Ακροδεξιά), για τη ζωή της και την πολιτική κατάσταση ενόψει των εκλογών του 2027 

Υπάρχουν συγγραφείς που αποτυπώνουν την εποχή τους και άλλοι που επιχειρούν να την εκθέσουν στα ίδια της τα ερωτήματα. Η Σώτη Τριανταφύλλου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Με μια διαδρομή μακρά και διεθνή, πνευματικά ανήσυχη και συστηματική, έχει συγκροτήσει μια παρουσία που συνδυάζει τη διεισδυτική ευαισθησία με τη στοχαστική πειθαρχία και τη σταθερή παρέμβαση στον δημόσιο διάλογο.

Η φωνή της –αιχμηρή, καθαρή, για κάποιους «αντισυμβατική»– δεν μένει στη διαπίστωση. Επιδιώκει την ερμηνεία. Στο νέο της βιβλίο «Φασισμός: Η ιστορία μιας ιδεολογίας» (εκδ. Πατάκης) στρέφεται σε έναν όρο υπερφορτισμένο, ειδικά στη χώρα μας, ανιχνεύει τα όριά του με τον λαϊκισμό και τη σύγχρονη Ακροδεξιά, εμβαθύνει με αναφορές στις ΗΠΑ και τη Ρωσία και επιχειρεί να τον προσεγγίσει με θεωρητική και ιστορική ακρίβεια. Απομακρύνοντας δηλαδή τις εύκολες ταυτίσεις και προτείνοντας μια συζήτηση που δεν κολακεύει τις βεβαιότητες. Τη συναντήσαμε σε ένα καφέ της Καισαριανής, σε μια συνομιλία για το νέο της βιβλίο, την πολιτική και όσα την απασχολούν αυτές τις μέρες.

Σε ποια ηλικία καταλάβατε ότι θα ζείτε γράφοντας;

Oταν ήμουν πάρα πολύ μικρή και με ρωτούσαν «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις», έλεγα «θα γίνω συγγραφέας». Φαντάζομαι ότι το λένε πολλά παιδιά. Στην πραγματικότητα, ήθελα να γίνω συγγραφέας που να γράφει βιβλία ταξιδεύοντας στους ωκεανούς.

Πώς είναι να μεγαλώνεις με αριστερούς γονείς; Σε διαμορφώνει;

Είχαμε μεγάλη και διαρκή κόντρα με την οικογένεια. Για διάφορα θέματα πολιτικής, ηθικής και συμπεριφοράς.

Επιτρεπόταν η επαφή με την «υποκουλτούρα», όπως για παλαιότερους αριστερούς ήταν π.χ. το Χόλιγουντ;

Επιτρεπόταν, δεν ήταν αυτό το πρόβλημα. Κατά τη γνώμη τους είχα υποκύψει στην ήπια ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας. Αλλά τους φαινόταν μια φάση της εφηβικής ζωής. Oτι θα ωριμάσετε.. Ας πούμε… Ζητούσαν από μένα να είμαι πιο πειθαρχημένη και πιο καθωσπρέπει.

Καθωσπρέπει απέναντι σε τι;

Να είμαι το καθωσπρέπει μέλος μιας παραδοσιακής οικογένειας. Το οποίο δεν μπορούσα να αποδεχτώ. Πολλά μυθιστορήματά σας διαδραματίζονται στις ΗΠΑ, ωστόσο ο πόθος και η ταύτιση του πατέρα σας ήταν η Σοβιετική Ενωση. Εχετε πει ότι την επισκέφθηκε και σχηματίσατε την εντύπωση ότι απογοητεύτηκε. Ετσι ήταν τότε οι κομμουνιστές: σοβιετόφιλοι. Αλλά, πράγματι, μετά από το ταξίδι του στη Σοβιετική Ενωση απογοητεύτηκε. Oχι ότι θα το παραδεχόταν ποτέ. Υπήρχαν όμως πράγματα στην οικογενειακή παράδοση και νοοτροπία που αποδέχτηκα– όπως η απουσία θρησκευτικής και μεταφυσικής πίστης. Ο μπαμπάς και πολλοί άλλοι στο περιβάλλον είχαν μαχητική αθεΐα: «Πιστεύεις στον Θεό; Ε, είσαι ηλίθιος!» Σήμερα αυτή η στάση θεωρείται απαράδεκτη.

Η μητέρα σας ήταν πολιτικοποιημένη;

Οχι και τόσο. Hταν μια γιατρίνα χωρίς πολλά ενδιαφέροντα.

Ενας κριτικός έχει πει ότι πολλοί χαρακτήρες των βιβλίων σας διακρίνονται από ενεργητικό ιδεαλισμό, ότι ασφυκτιούν: θέλουν να ξεφύγουν από τον κόσμο στον οποίο μεγάλωσαν, κινούμενοι προς τα εμπρός. Νιώθατε και εσείς έτσι;

Στη δεκαετία του 1970 δεν με χωρούσε η πόλη, η χώρα, η ήπειρος. Η Αθήνα μού φαινόταν ένα συντηρητικό χωριό πίσω από τον κόσμο. Η χειρότερη εποχή της ζωής μου ήταν η Μεταπολίτευση. Oταν η πόλη αντηχούσε αντάρτικα. Το έχω πει πολλές φορές, διότι πιέστηκα πολύ από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και από συναναστροφές που δεν μου ταίριαζαν.

Την εποχή που τώρα αναλύουν ο Στάθης Καλύβας και η Νατάσα Τριανταφύλλη (Big Bang 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας) την είχατε προλάβει;

Την πρόλαβα, ήμουν έφηβη, και συμφωνώ μαζί τους κατά κάποιον τρόπο. Η πολιτιστική άνοιξη υπήρξε και είχε αρχίσει από πολύ νωρίτερα. Είχαν προηγηθεί οι δεκαετίες του ’50 και του ’60, μια περίοδος ανασυγκρότησης και δημιουργίας που δεν θα μπορούσε να διαρραγεί μόνο από ένα πραξικόπημα. Παραλλήλως, το παγκόσμιο κλίμα μάς επηρέασε, όπως επηρέασε ολόκληρο τον κόσμο. Η έκρηξη της κουλτούρας σάρωσε τα πάντα· ήταν μια εποχή κοσμογονίας. Αν και οι ευρωπαϊκές δικτατορίες ήταν εσωστρεφή, επαρχιώτικα καθεστώτα –Καθολικοί οι φαλαγγίτες στην Ισπανία, «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» σ’ εμάς–, το ροκ εντ ρολ και όλα τα άλλα κατέκτησαν τον πλανήτη. 

Μου δίνετε μια πάσα για να περάσω στο τελευταίο σας βιβλίο για την ιστορία του φασισμού. Εντάσσετε τη δική μας δικτατορία στη φασιστική παράδοση…

Oχι ακριβώς. Κάνω λόγο για παραφασιστικά καθεστώτα: ο φασισμός ήταν μαζικό κίνημα· οι δικτατορίες επιβάλλονται χωρίς λαϊκή βάση. Αλλά, αναπόφευκτα, έχουν πολλά κοινά με τον φασισμό: αυταρχισμό, εθνικισμό, κοινωνικό συντηρητισμό, πολιτική βία, αισθητική φτηνού πλην φαντασμαγορικού θεάματος. Το κιτς που περιγράφετε, το τελετουργικό της… Παρελάσεις, παπάδες, μυστριά με τα οποία εγκαινιάζονταν δήθεν σπουδαία έργα. Αν δεν είχαν βασανιστεί τόσοι άνθρωποι, θα λέγαμε ότι ήταν η επταετία της γελοιότητας. Το κακό γούστο περνούσε και στον ίδιο τον λαό: βοηθούσε λιγάκι και η μόδα της δεκαετίας του ’70, που ήταν έτσι κι αλλιώς ολίγον κιτς.

Από πού έρχεται όλη αυτή η ορμή που σας χαρακτηρίζει ως προσωπικότητα;

Δεν ξέρω. Eχω ορμή; Πιστεύω ναι, όπως τη μάθαμε στη φυσική. Το κακό με την ορμή είναι ότι συνδυάζει τη μάζα με την ταχύτητα και τότε η ζημιά μπορεί να γίνει καταστροφική. Ορίζεται ως το γινόμενο της μάζας του σώματος επί την αντίστοιχη ταχύτητά του. Είναι διανυσματικό μέγεθος: αν τρέχεις πολύ και έχεις μεγάλη μάζα, θα ακουστεί μεγάλο μπαμ.

Oταν λέγατε τη γνώμη σας απέναντι στο κίνημα των Αγανακτισμένων και αργότερα, δεν νιώθατε ότι πηγαίνατε με φόρα, π.χ. με ένα ποδήλατο απέναντι σε νταλίκα;

Τότε το κλίμα εκείνο ήταν πανίσχυρο. Ναι, το καταλάβαινα, αλλά πιστεύω στη δημοκρατία, στο ότι οι ζημιές του κοινωνικού διχασμού είναι διαχειρίσιμες.

Ηταν τελικά;

Ηταν, βεβαίως. Δεν συνέβη τίποτα μη διαχειρίσιμο. Ξέρω να αντιμετωπίζω μίσος, βλακεία και επιθετικότητα· είναι γνώριμες καταστάσεις. Δεν είμαι κακο-καλομαθημένη· δεν είμαι snowflake! Η ζωή είναι επικίνδυνο μέρος.

Ορισμένα πράγματα που βιώσατε την περασμένη δεκαετία μού φαίνονται βία κανονική…

Σιγά τη βία… Ας κάνουν ό,τι θέλουν οι άνθρωποι, κι ας συμπεριφέρονται όπως τους υπαγορεύει ο πνευματικός τους ορίζοντας. Εξάλλου ό,τι μπορεί να έκαναν –πράξεις βίας και τρέλας– πριν από είκοσι χρόνια, ίσως δεν θα το έκαναν σήμερα. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διαχρονία: η ανωριμότητα ή το ένστικτο της αγέλης μπορούν να οδηγήσουν ανθρώπους σε ανοησίες. Αλλά ίσως κάποτε να βρούμε τρόπο να ομονοήσουμε: μπορεί να έρθει κάποιος και να μου πει «κοίταξε, είμαι από αυτούς που κάποτε σε έβριζαν και σε καταριούνταν και τώρα δεν το κάνω». Θα το εκτιμούσα αυτό. Το στοίχημα είναι να εξελισσόμαστε κάπως. Πάντως τίποτε από αυτά δεν έχει σημασία για τη δική μου ζωή. Είμαι αυτό που είμαι και προσπαθώ να γίνω καλύτερη. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου τι σκέφτονται και τι κάνουν οι άλλοι.

Νομίζω είναι η κατάλληλη στιγμή να μπούμε λίγο παραπάνω στο βιβλίο. Καταρχάς, πώς γεννήθηκε μέσα σας η ιδέα να γράψετε ένα βιβλίο για τον φασισμό;

Ασχολούμαι πολλά χρόνια με τα ολοκληρωτικά στοιχεία της αμερικανικής κοινωνίας: το 2006 έκανα επιτόπια έρευνα των ακροδεξιών οργανώσεων στην αμερικανική ενδοχώρα ξεκινώντας από το Πουλάσκι του Τενεσί όπου ιδρύθηκε η Κου Κλουξ Κλαν. Μεγάλη περιπέτεια. Επίσης, εξαιτίας της ειδίκευσης στον Ψυχρό Πόλεμο ασχολούμαι με τις συγκλίσεις μαύρου και κόκκινου φασισμού. Πράγματι, η επονομαζόμενη «άνοδος της ακροδεξιάς» —στην πραγματικότητα της εθνικιστικής, νατιβιστικής και αντιμεταναστευτικής ιδεολογίας— φέρνει συχνά, υπερβολικά συχνά, στον δημόσιο διάλογο επικλήσεις στον φασισμό. Κι όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν για ποιο πράγμα μιλούν. Στην Ελλάδα, όταν κάποιος αντικρούει όσα λέμε με επιχειρήματα και στερεύουν τα δικά μας, έχουμε την τάση να τον αποκαλούμε «φασίστα» ή να φωνάζουμε «χούντα!», περίπου σαν να μπήκαν κλέφτες στην πολυκατοικία.

Πώς το εξηγείτε;

Παντού συμβαίνει αυτό. Οι λαοί είναι επιρρεπείς σε εύκολους χαρακτηρισμούς επειδή η γνώση της ιστορίας είναι πάντοτε ελλειμματική και μεροληπτική. Στην Ελλάδα, η Αριστερά πιστεύει ότι επτά χρόνια στον 20ό αιώνα βύθισαν τη χώρα μας στο σκότος —ότι χρειάστηκαν επτά μόνο χρόνια δικτατορίας για να τη διαλύσουν. Αν ήταν ειλικρινής, θα παραδεχόταν ότι η χούντα τής χάρισε το υπέρτατο ηθικό πλεονέκτημα, ένα μύθο από τον οποίο ακόμα πασχίζουμε να απαλλαγούμε. Με δυο λόγια, ένας από τους στόχους του βιβλίου «Φασισμός, η ιστορία μιας ιδεολογίας» είναι οι σαφείς ορισμοί των ιδεολογιών και των φαινομένων ώστε να μπορούμε να συμμετέχουμε στον δημόσιο διάλογο χωρίς το δήθεν «αντιφασιστικό» παραλήρημα.

Αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ με τον Τραμπ και τους μασκοφόρους του ICE έχει στοιχεία autocracy (αυταρχία), authoritarianism (αυταρχική διακυβέρνηση) ή μήπως βλέπετε ροπή προς τον φασισμό; Μήπως αποδεικνύεται προφητικό το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ, «Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής»;

Πάντοτε τα όργανα της τάξεως στις ΗΠΑ ήταν εκφοβιστικά. Σωματώδεις αστυνομικοί με υπερεξοπλισμένες στολές, με πιστόλια και χειροπέδες να κρέμονται σαν jingle bells, με μαύρα γυαλιά-καθρέφτες στα οποία αντανακλάται ο μικρός και ταπεινός μας εαυτός. Η προεδρία του Ντόναλντ έχει έντονη θεατρικότητα όπως έχουν συνήθως τα φασιστικά και παραφασιστικά καθεστώτα, αλλά δεν έχει φασιστική ουσία· ο Ντόναλντ αποφασίζει και ξε-αποφασίζει· υφίσταται τρομερή πίεση και κατακραυγή. Αν και η ανησυχία του Φίλιπ Ροθ είναι δικαιολογημένη (το βιβλίο του αναφερόταν, κυρίως, στον συστημικό αντισημιτισμό σε πλαίσιο καθεστώτος που μεταμορφωνόταν σε φασιστικό), είμαστε ακόμα αρκετά μακριά από την απόλυτη κυριαρχία του Ντόναλντ. Ο Ντόναλντ είναι φασιστική προσωπικότητα, αλλά το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον δεν τον ευνοεί όσο νομίζουμε. Οι τελευταίες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι μια ένδειξη.

Είστε ιστορικός των ΗΠΑ. Φοβάστε σήμερα ότι αν γράψετε κάτι εναντίον του Τραμπ στα social media, μπορεί να σας απαγορευθεί η είσοδος τις Ηνωμένες Πολιτείες;

Δεν συμμετέχω στα social media, δεν έχω λογαριασμό παρά μόνο στο Linkedin το οποίο επισκέπτομαι μια φορά στα δύο χρόνια. Αλλά μπορώ να φανταστώ άρνηση της ESTA, όπως παλιότερα μπορούσα να φανταστώ άρνηση της βίζας ή ακύρωση της άδειας εργασίας. Στις ΗΠΑ όλα είναι πιθανά· ό,τι ισχύει το πρωί μπορεί να διαψευστεί το βράδυ. Η πλοήγηση στο αμερικανικό σύστημα είναι ολόκληρη τέχνη· να μην ξεστομίσεις κάτι που δεν πρέπει να ξεστομίσεις, να μην επιβαρύνεις τη θέση σου και προπάντων να προσέχεις ώστε να δείχνεις σεβασμό στην εξουσία. Εξάλλου, όλα είναι θέαμα, δεν χρειάζεται καν να πιστεύεις στην εξουσία· χρειάζεται μόνο να παριστάνεις ότι πιστεύεις. «Ι’m really sorry, officer, it won’t happen again»…

Για τις έννοιες και την καταγωγή τους, όπως για και τα σύνορα μεταξύ τους, το βιβλίο, είναι πολύ διαφωτιστικό. Επιτρέψτε μου όμως να σταθώ σε κάποιες αναλογίες. Γράφετε (σελ. 16) ότι «η ανάδυση του φασιστικού κινήματος αποδίδεται στην αληθινή ή αντιληπτή κρίση του φιλελευθερισμού». Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και σήμερα στη Δύση;

Η κρίση είναι περισσότερο αντιληπτή παρά αληθινή. Ισοδυναμεί με αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Η κριτική στον πολιτισμό και στους θεσμούς πήρε τέτοια έκταση ώστε κατέληξε σε αυτοαπέχθεια, σε death wish. Παραλλήλως, ο φιλελευθερισμός ήρε τα ίδια του τα όρια: καμιά ιδεολογία και σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς πλαισίωση. Αν πούμε ότι όλα επιτρέπονται δεν επιτρέπεται τίποτα. Αν αφεθεί χωρίς περιορισμούς το laissez faire στην οικονομία και στην κοινωνία, θα τιναχτεί στον αέρα η κοινωνική τάξη. Και θα μαζεύουμε μπάζα.

Ενα από τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου σας είναι αυτό για την πολιτική ορθότητα. Εχετε ισχυρές απόψεις. Πιστεύετε ότι κρύβει μέσα της μια μορφή φασισμού;

Οχι από πρόθεση. Ούτε πρόκειται ποτέ οι άνθρωποι που τη στηρίζουν να παραδεχτούν κάτι τέτοιο. Άλλωστε οι περισσότεροι δεν έχουν κακούς σκοπούς. Προβάλλουν όμως ένα κοινωνικό όραμα όπου όλοι συμφωνούμε σε όλα και είμαστε απαλλαγμένοι, καθαροί, από «λανθασμένες ιδέες». Όπου το μυαλό μας γεννά τις«ορθές» σκέψεις ίδιες με όλων των άλλων. Η Πολιτική Ορθότητα καταργεί ουσιώδεις συνιστώσες του πολιτισμού: τις αποχρώσεις της γλώσσας, τη σάτιρα, το χιούμορ, τις δεύτερες αναγνώσεις των πραγμάτων. Ολο αυτό με τη διαύγεια πνεύματος μού ακούγεται κάπως χριστιανικό όπως το περιγράφετε… Ο Χριστιανισμός συγχωρεί την αμαρτία άμα ζητήσεις συγγνώμη. Η Πολιτική Ορθότητα είναι αδυσώπητη. Την έχουμε ζήσει στα πανεπιστήμια. Στις Ηνωμένες Πολιτείες την έζησα ήδη από τη δεκαετία του 1980. Με το πέρασμα του χρόνου, καθώς περιβλήθηκε με την αύρα του ηθικού πλεονεκτήματος, των ιστορικών ενοχών και της επανάστασης, πήρε τερατώδεις διαστάσεις. Συμβαίνει αυτό σε φαινόμενα που δεν πλαισιώνονται από περιορισμούς, από νομικές αμφισβητήσεις.

Πάλι στο βιβλίο, μνημονεύετε μια φράση του Αλντους Χάξλεϊ που λέει ότι «ο πιο σίγουρος τρόπος να ξεσηκώσεις τους ανθρώπους είναι να τους υποσχεθείς ότι θα έχουν την ευκαιρία να κακομεταχειριστούν κάποιον». Αυτό ακριβώς δεν υπόσχεται μέσω του κράτους ο Τραμπ π.χ. με το κέντρο κράτησης Alligator Alcatraz για τους μετανάστες;

Πρόκειται για ένα ακόμα ένστικτο που πολλαπλασιάζεται όταν το άτομο δρα μέσα σε πλήθος. Οι Αμερικανοί στρατιώτες στο Ιράκ απανθρωποιήθηκαν υπό την έννοια ότι εκδήλωσαν τα πιο χαμηλά ανθρώπινα, άρα ζωώδη, ένστικτα στις φυλακές Αμπου Γκράιμπ στο Ιράκ. Αν και κουβαλήθηκαν εκεί πέρα για να εξάγουν δημοκρατία και για να σταθεροποιήσουν το σύστημα, έκαναν ό,τι έκαναν οι Ιρακινοί δικτάτορες στα κολαστήρια… Οσο για το Alligator Alcatraz, δεν είναι το μόνο· υπάρχουν κέντρα κράτησης και αλλού —στη Φλόριντα που είναι ανεκτική σε κάτι τέτοια και στην Καλιφόρνια που δεν είναι. Αν οι μετανάστες είναι παράτυποι και δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί για διάφορους λόγους (π.χ. έχουν ποινικό μητρώο) θα έπρεπε να απελαύνονται με νηφαλιότητα: όλα αυτά, οι «δομές», είναι εντελώς παράλογα.

Πάμε λίγο αν θέλετε στα δικά μας. Πώς βλέπετε τα πολιτικά πράγματα, υπάρχει έδαφος για να ξαναζήσουμε έναν έντονο διχασμό όπως συνέβη την περασμένη δεκαετία;

Νομίζω ότι τον διχασμό τον ζούμε αδιαλείπτως. Οι Έλληνες δεν θέλουν να βελτιώσουν τη ζωή τους. Δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα. Υπάρχει συσπείρωση Εξαρχιωτών εναντίον του σταθμού του μετρό στη γειτονιά τους… Jesus Christ Superstar! Το βρίσκω αποκαλυπτικό της οπισθοδρομικότητας, του σκοταδισμού που μας χαρακτηρίζουν. Ένας υπουργός επισκέπτεται ένα νοσοκομείο και του ορμάνε να τον λιντσάρουν. Νομίζω ότι αν ήμουν μέλος του προσωπικού του νοσοκομείου και πίστευα ότι ο υπουργός δεν κάνει σωστά τη δουλειά του, θα κρυβόμουν στο χειρουργείο ή στην αποθήκη ώσπου να ξεκουμπιστεί να φύγει.

Ο σημερινός πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, υλοποίησε κατά τη γνώμη σας την υπόσχεση για την επιστροφή στην κανονικότητα;

Οι Ελληνες δεν επιζητούν κανονικότητα και εξάλλου τη φοβούνται. Κανονικότητα σημαίνει τήρηση νόμων, πληρωμή φόρων, να μην καπνίζεις σε δημόσιο χώρο και να μην παρκάρεις πάνω στο πεζοδρόμιο. Ο κ. Μητσοτάκης υπερεκτίμησε τις δυνάμεις του και υποτίμησε τους δράκους στους οποίους πιστεύουμε. Και βεβαίως, όπως όλοι πριν από αυτόν, έκανε ένα σωρό γκάφες, απέφυγε να επιβάλει τους νόμους και συνεχίζει να ανέχεται τραμπουκισμούς και βανδαλισμούς —στην κυριολεξία και μεταφορικά.

Η αντιπολίτευση πώς σας φαίνεται έτσι όπως διαμορφώνεται ενόψει των εκλογών του 2027;

Είναι νωρίς ακόμα… Θα δούμε… Πάντως, δεν δημιουργούνται κόμματα με εκλογικό ορίζοντα ούτε από άσχετους παιδιάτρους με υπερχειλίζουσα αυτοπεποίθηση, ούτε από αποτυχημένους πολιτικούς με αυτοπεποίθηση εξίσου υπερχειλίζουσα και εντελώς αβάσιμη. Δεν αρκεί η αυτοπεποίθηση, χρειάζονται και μερικά ακόμα πραγματάκια.

Μήπως είναι μάταιο να περιμένουμε ότι θα γίνουμε κανονική χώρα; Δηλαδή, μήπως έχει δίκιο ο Στέλιος Ράμφος όταν λέει πως ο «κοινοτισμός» (οι κύκλοι των σχέσεων που λειτουργούν με εξυπηρετήσεις) ακυρώνει στην πράξη τους κανόνες;

Σοφός άνθρωπος ο Στέλιος Ράμφος αν και επιμένει να βάζει βαρεία στο ρο. Οπως είπα, «κανονική» χώρα σημαίνει ανατροπή πολλών συνηθειών και εθίμων· κοινώς ξεβόλεμα.

Κλείνοντας, μια τελευταία ερώτηση για τον τρόπο που γράφετε. Γιατί έχετε εμμονή με την ακριβολογία; Μοιάζει να πυροβολείτε μέσα από χαράκωμα το «περίπου». Χάθηκε ο κόσμος αν είναι λίγο πιο ασαφή τα πράγματα;

Eνδιαφέρουσα παρατήρηση. Δεν ξέρω αν ισχύει… Αν ισχύει, ίσως οφείλεται στον τρόπο καλωδίωσης του εγκεφάλου. Είμαι άνθρωπος των θετικών επιστημών, με αγάπη για τη φυσική, τη χημεία και την τριγωνομετρία — μεγάλωσα με την εμπιστοσύνη στο επιστημονικό πνεύμα. Πράγμα που με έχει βοηθήσει στο να μη φοβάμαι το σκοτάδι.

Ισχύει ότι αυτές τις μέρες, μεταξύ όλων των άλλων, «σπουδάζετε» και σε κάποιο πανεπιστήμιο; Για ποιο λόγο;

Σπουδάζω για τρίτη φορά στο ΕΚΠΑ. Το αναφέρω συχνά για να ενθαρρύνω τους ανθρώπους να μορφώνονται μέχρι την τελευταία τους πνοή. Η ημέρα που περνά χωρίς να μάθουμε κάτι είναι χαμένος χρόνος. Προλετάριοι όλων των χωρών μορφωθείτε.

Είστε πολίτης του κόσμου. Όταν προσγειώνεστε στο Ελευθέριος Βενιζέλος, επιστρέφοντας από τη Νέα Υόρκη ή το Παρίσι, ποιο είναι το αίσθημα για τη σημερινή Ελλάδα, όταν π.χ. μπαίνετε στο ταξί ή στο μετρό; Πού νιώθετε ότι επιστρέψατε;

Δεν έχω έντονα συναισθήματα στην Αθήνα: η πόλη είναι, για μένα, σχεδόν ανύπαρκτη· μόνο οι άνθρωποι, τα αγαπημένα μου πρόσωπα, με ενδιαφέρουν. Αντιθέτως, με άλλες πόλεις, όχι μόνο με αυτές που αναφέρατε, έχω σχέση με το ίδιο το άστυ· με τους δρόμους, με τις πλατείες, με τις ιστορίες που εκτυλίσσονται μέσα στα κτίρια κι ολόγυρά τους.

Σε πιο προσωπικό επίπεδο, ποιος είναι για εσάς ο ορισμός της ευτυχίας; Η Λούλα Αναγνωστάκη μού είχε πει κάποτε «οι άσκοπες βόλτες»…

Το να χτυπιέσαι χορεύοντας ροκ εντ ρολ. Ανελέητα. All night long. 

Πηγή:protagon.gr/themata

Σ.Δ. Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα (Φωκίωνος Νέγρη) το 1957. Είναι ιστορικός και συγγραφέας. Αποφοίτησε από τη Φαρμακευτική του ΕΚΠΑ το 1979 και στη συνέχεια σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Nice και της Αθήνας. Έκανε διδακτορικές σπουδές στην Αμερικανική Ιστορία (στο Παρίσι (ΕΗΕSS)) και στην Ιστορία της Αμερικανικής Πόλης (στη Νέα Υόρκη (NYU)), μεταδιδακτορικές στην ιστορία των μαθηματικών, στη ρωσική ιστορία και στις διεθνείς σχέσεις. Ειδικεύτηκε στην ιστορία του Ψυχρού Πολέμου. Το τελευταίο της δοκίμιο είναι το «Φασισμός: ιστορία μιας ιδεολογίας». Το τελευταίο της μυθιστόρημα έχει τίτλο «Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη Οδό».  

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2026 11:56
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση