Το σημείωμα στο οπισθόφυλλο: Εννέα ιστορίες στις οποίες ο αφηγητής ή η αφηγήτρια καλείται να επιλέξει τι επιθυμεί ή, καλύτερα, τι αντέχει να κρατήσει μακριά από τη λήθη και τι όχι· ποια είναι η αλήθεια σε όσα διαδραματίζονται και πώς στέκεται κάθε φορά απέναντι σε αυτήν.
Η πρόσοψη ενός κτιρίου, το παράθυρο και το πρόσωπο πίσω από το τζάμι, το πρόσωπο σε μια φωτογραφία, το πρόσωπο του πατέρα, του φίλου, του κοριτσιού που φοβάται τον ερχομό ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου, το πρόσωπο του γείτονα. Ο χρόνος, πάντοτε αμείλικτος, έρχεται για να τα περιλάβει όλα. Μαθαίνουμε κάτι βλέποντας τον χρόνο να περνά; Μπορούμε να συλλάβουμε το πέρασμά του και τι είναι αυτό που του δίνει την κατεύθυνσή του;
Η γνώμη μου: Αυτό που με κέρδισε στο βιβλίο αυτό και το διάβασα όλο, ήταν τα λίγα λόγια και καλά κι ο εξαιρετικός ρυθμός τους. Αυτά τα στοιχεία μάλλον με έκαναν να αισθανθώ ότι ζούσα από μία απόσταση δύο μέτρων τις ζωές των πρωταγωνιστών που το δυνατό σημείο τους ήταν πως ο καθένας διαμορφώνει τον περίγυρό του και επηρεάζεται απ'αυτό και το καλύτερο ήταν πως στο τέλος επηρέασαν κι εμένα, συνεισφέροντας τον οβολό τους στο γνώθι σ'εαυτόν.
Αυτά τα αποσπάσματα ζωής είναι παρμένα από το γνωστό μας κόσμο που η πολύμορφη δυστυχία είναι πάντα και παντού παρούσα, φτιάχνοντας όμως ταυτόχρονα έναν άλλο πάλι συνηθισμένο κόσμο που ένιωθα να του ανήκω, παρόλο που ένα χαρακτηριστικό του ήταν η ρευστότητά του, η έλλειψη ξεκάθαρου στόχου και νοήματος, έναν κόσμο που όπως ας πούμε ο πραγματικός όλα είναι αμφίσημα και ανοιχτά σε πολλές επιλογές της στιγμής και της τυχαιότητας. Αυτός ο κόσμος είναι το παρελθόν κάτω από το σκληρό φως του παρόντος. Εκεί που νομίζω ότι η συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί ότι συναντιώνται οι δύο συγγενείς κόσμοι είναι στην γέννηση μικρών παρηγορητικών χειρονομιών που ξεβάφουν έστω και για λίγο το μαύρο της ζωής.
Οι παλιοί ίσως να θυμούνται ακόμα ένα τσιτάτο της αριστεράς που έλεγε πως όλα είναι πολιτική. Σ'αυτά τα διηγήματα λοιπόν, το τσιτάτο αυτό επαληθεύεται με την εξής σημαντική διαφορά. Η γνωστή μας πολιτική των πολιτικών είναι σχεδόν απούσα. Κι αυτό δίνει μία δύναμη σ'αυτά τα διηγήματα που ανέσυραν μια παλιά μου γνώμη, ότι δηλαδή πέρα από ορισμένους κύκλους όπου η κομματικοποιημένη μικροπολιτική κρατάει τα σκήπτρα, στον υπόλοιπο κόσμο περνάει ξώφαλτσα από την ζωή του, επηρεάζοντάς τον αμυδρά. Με λίγα λόγια μιλάμε για συμπατριώτες μας που κινούνται σε ποικίλες ζώνες της ζωής, αυτές που τα κολλημένα στο παρόν ΜΜΕ μάλλον δεν μπορούν να τις εντοπίσουν και να τις επεξεργαστούν, για ανθρώπους που κάτι έχουν να πουν και να κάνουν πράματα έστω και εμμονιακά, διότι η εσωτερική τους ζωή γεννάει οάσεις πέρα από τον παράδεισο και την κόλαση. Ναι, ανθρώπους χαμηλών τόνων, που βρίσκονται μακρυά από τους στομφώδεις και τυποποιημένους ήρωες που περνάει η μπογιά τους σχεδόν παντού με διαφορετικό διαβατήριο σε κάθε εποχή. Αξίζει τέλος να αναφερθεί η μαεστρία της συγγραφέως που δημιουργεί με την υποβολή ενός περίτεχνου μοντάζ μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα όπου σε αγκιστρώνει η ήπια αγωνία για το τι θα συμβεί παρακάτω κι είναι αυτός ένας λόγος που συνεχίζεις να διαβάζεις.
Ακολουθούν τα τρία αποσπάσματα
Ο Μίμης
Η σκέψη του πως είμασταν τότε - πως ήμουν εγώ - με τρομάζει. Ανόητοι, αλαζόνες, επικριτικοί, σίγουροι για το δικαίωμά μας να σαρκάζουμε και να απορρίπτουμε τους άλλους . Βέβαια όλοι οι νέοι το ίδο κάνουν, αλλά όταν κανείς κοιτάζει πίσω, αναπόφευκτα βλέπει τη δική του ανεπάρκεια. Οι νέοι δεν μπορούν να υποψιαστούν την ίδια τους την ανοησία, που γεννά την συναισθηματική βία, για να αντιμετωπίσει την αδυναμία και το φόβο για το ακατανόητο αύριο. Ένας πόλεμος όλα: εμείς και οι άλλοι, εμείς κι ο κόσμος. Άραγε ποιοι είμαστε εμείς; Εμείς που τίποτα δεν μας καθόριζε ιδιαίτερα, που γύρω μας βλέπαμε μια κοινωνία τσιμεντωμένη, γονείς και δασκάλους κατασταλτικούς (όχι αστεία), απαγορεύσεις, ρόλους κατανεμημένους, ο προορισμός τους ανθρώπου, ο προορισμός της γυναίκας. Μίζερη η δικιά μας εποχή, στη δικτατορία και μετά ήταν όπως ήταν, αλλά κάθε γενιά ψάχνει να βρει τι φταίει για τα κακώς κείμενα της εποχής της. Το μόνο που μας ένωνε ήταν η αόριστη παραδοχή πως δεν θα γίνουμε σαν τους γονείς μας, πως θα ψάχνουμε τον κόσμο και τις σκοτεινές γωνιές του και δεν θα τον κοιτάζουμε με βλέμμα αμέτοχο. Ήμασταν αυστηροί, τα βέλη έπεφταν και αναμεταξύ μας και συχνά είχαν στόχο τον Μίμη.
Μια βόλτα στην Ιστορία
Υπάρχει μια μικρή αίθουσα που αναπαριστάνει την τραπεζαρία ενός μεγάρου. Στους τοίχους κρέμονται οι πίνακες που είχαν ειδικά σχεδιαστεί για να διακοσμήσουν τον χώρο. Αέρινες μορφές γυναικών, Χαρίτων ή κάτι τέτοιο, με φόντο μία φύση υπαινικτική κι αισθησιακή. Αναγράφεται η χρονολογία 1907. Κάποιοι εγκαταστάθηκαν ανάμεσα σ'αυτές τις εικόνες το 1907. Ο κόσμος τους ήταν έτοιμος να μακροημερεύσει, προικισμένος, οι ήρωες του Μουζίλ, οι πελάτες του Φρόιντ ίσως. Μια δεύτερη μικρή επιγραφή, προς την έξοδο του δωματίου, έχει τα στοιχεία του σπιτιού, τη μικρή πόλη του Βελγίου στην οποία χτίστηκε, και την εξής πληροφορία: το σπίτι βομβαρδίστηκε στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Ώστε λοιπόν αυτοί που εγκαταστάθηκαν ανάμεσα σ'αυτές τις εικόνες δεν έμειναν για πολύ. Αγνοώ που βρίσκεται ακριβώς η βελγική πόλη. Η ατελέστατη γνώση της γεωγραφίας μου επιτρέπει να σκεφτώ πως ήταν κάπου κοντά σ'αυτή την ακίνητη γραμμή των χαρακωμάτων στην οποία δεν κρίθηκε τίποτ' άλλο παρά ο θάνατος χιλιάδων ανθρώπων. Ξαφνικά ο ψίθυρος αλλάζει, οι εικόνες της έκθεσης γεμίζουν ερωτηματικά που έχουν λάβει μια αρνητική απάντηση στο επόμενο κεφάλαιο της Ιστορίας. Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ: Που φώλιαζε άραγε το σκοτεινό μέλλον; Δεν μπορεί παρά να ήταν ήδη παρόν μέσα σ'αυτές τις ευθείες, σ'αυτές τις καμπύλες, στα χρώματα, στην υφή των πραγμάτων· τίποτα δεν γεννιέται από το μηδέν.
Στην ουρά του σούπερ μάρκετ
Άλλωστε οι ουρές συμβολίζουν λίγο την κοινή μοίρα, είναι κάτι σαν το στρατό, μια υποχρέωση να γευτείς κι εσύ τη μοίρα των κοινών θνητών, να υποταχτείς περιμένοντας......Βλέπει την πονηρία να σπιθίζει στο βλέμμα της κλέφτρας κι ακούει καθαρά τη σκέψη της: "Σταθείτε εσείς, κορόιδα, εγώ κάπως θα κάνω τη δουλειά μου, σιγά μη κάτσω στην ουρά σας, πρόβατα, εγώ θα σας δείξω...." ....Εκείνος, κάτω από τα αμοιβαία λαμπερά χαμόγελα των δύο γυναικών, μαζεύει τα λιγοστά ψώνια του και φεύγει. Δεν ξέρει αν αισθάνεται πιο κοντά στην έξαλλη κυρία, την μανιασμένη με την ανταρσία του ασήμαντου ή στην ανεκτική κυρία, που όλο καλοσύνη επιτρέπει στην κλέφτρα της ουράς να εξαιρεθεί από τις αρχές της πολιτισμένης κοινωνίας· στην μη ανοχή ή στην αφ'υψηλού ανοχή. Η ουρά σε κάποιο ταμείο μπορεί να προκαλέσει ερωτηματικά και μάλιστα αναπάντητα. Μπαίνεις σίγουρος ετοιμάζοντας την επιχειρηματολογία για τους φοιτητές και βγαίνεις ιδεολογικά μετέωρος.

Τα 9 διηγήματα της Αθανασίας Δρακοπούλου ( Αθήνα, 1952) που περιλαμβάνονται στο βιβλίο με τον ωραίο τίτλο "Ποιος τραγουδάει και ποιος όχι" κυκλοφόρησε στα τέλη του '19. Το καθένα έχει κι έναν άλλον πρωταγωνιστή διαφορετικής ηλικίας που ζει μία φάση της ζωής του κάποια από τις άπειρες στιγμές των τελευταίων πενήντα χρόνων. Άλλο πιο πολύ κι άλλο λιγότερο μου άρεσαν όλα, τόσο που μου βγήκε η επιθυμία να βρισκόμουν με την Αθάνατη κόρη του Δράκου ένα βράδυ σε ένα ταβερνάκι και χαλαρά να συζητούσαμε συνοδεία κρασιού περί ανέμων και υδάτων. Η παρουσίαση αυτή περιλαμβάνει το σημείωμα στο οπισθόφυλλο, τη γνώμη μου και τρία μικρά αποσπάσματα από ισάριθμα διηγήματα.