Μακριά μου ξεχώριζα το φρούριο και το Μιτσικέλι κάτω από ένα πηχτό πούσι.
Απαλή πνοή ανέμου, έκοψα την ανάσα μου,
και ρούφηξα την ομορφιά να την κρατήσω μέσα μου.
Μια ώρα στη λίμνη με κουπιά για να βλέπω να αστραποβολά ο αφρός.
Θυμήθηκα εικόνες, φεγγάρια, μυρωδιές, εκρήξεις ντοπαμίνης και ωκυτοκίνης
που σταματούσαν τους χτύπους της καρδιάς ,
και έφτανα στ΄ανείπωτα.
Μυστική μου πύλη ,για άλλες πραγματικότητες. Χωρίς φόβο για τον κόσμο της λίμνης ,
τα βατράχια με σιγανό παφλασμό,
τις μικρές φλογίτσες που τρεμόπαιζαν σε μια μεριά, το αεράκι που ανεπαίσθητα ριγούσε τις καλαμιές .
Πριν βάλω πλώρη για το ντόκο, σίγασα το ένα κουπί και γύρισα τη βάρκα πίσω,
προς μια μισοκρυμμένη σπηλιά,
προστατευμένη από τις καλαμιές . Πλησίασα αργά με ανατριχίλα , και μου φάνηκε πως το είδα .
Ένα πλάσμα αλλόκοτο ντυμένη στα άσπρα με τον κορμό γεμάτο φτερά...
πνιγμένα στο αίμα...ακίνητη, ευωδίαζε μοσχολίβανο,
τα μαλλιά της, γεμάτα πυγολαμπίδες , έμοιαζαν έναστρος ουρανός, και η ορχήστρα των γρύλων ,
υμνούσε την ομορφιά της
με μια απόκοσμη μουσική.
Έφυγα απαλά, με ανάποδο κουπί , ανίκανη να αφήσω την εικόνα του,
ακολουθώντας το ρυθμό των χτύπων της καρδιά μου.
Με περίμεναν οι φίλοι μου . Ο ένας είναι αγιογράφος
και δούλεψα μαζί του στη μονή Φιλανθρωπηνών ,
ο άλλος είναι μηχανικός και φίλος του βαρκάρη που μου νοίκιασε το βαρκάκι για να μπω στη λίμνη.
Αργά μεσάνυχτα, πήγαμε στο πανηγύρι στην Ανατολή.
Τραγουδούσε ο Παπακώστας με ένα νέο παιδί στο κλαρίνο.
Ξημερώματα πήρα το δρόμο του γυρισμού.
Μες την ομίχλη , ένας αέρας σηκώθηκε απότομα.
Γύρισα και ένα πλάσμα με φτερά με προσπέρασε.
Ήταν ο άγγελος της λίμνης .

Οι νύχτες στα Γιάννενα είναι ονειρικές,