Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019 10:56

"Ντελίβερι" του Βαγγέλη Γιαννίση, το 9ο καλοκαιρινό νουάρ διήγημα

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

giannisisΜισέλ ΦάιςΦέτος θεματικοποιήσαμε την καλοκαιρινή μας στήλη και απευθυνθήκαμε αποκλειστικά σε Έλληνες συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, διαφορετικών ηλικιών και αφηγηματικών κάδρων. Δώδεκα πρόσωπα νουάρ γραφής, λοιπόν, το έργο των οποίων διαρρηγνύει και υπερβαίνει τα ειδολογικά όρια της αφηγηματικής τους κλίσης, μας χαρίζουν ιστορίες αστυνομικής πνοής, με δύσθυμη, ειρωνική, περιπλανητική, πολιτική ή υπερβατική διάθεση. 

Το κοντομάνικο δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ’ την πλάτη του. Είχε ανάγκη να κάνει επειγόντως ντους, ωστόσο του είχε μείνει μια τελευταία στάση, προτού γυρίσει σπίτι και φάει ό,τι είχε απομείνει από τα χθεσινά γεμιστά της μητέρας του. Εβγαλε φλας κι έστριψε στην πύλη της Κατεχάκη, όπως του είχε πει νωρίτερα η Αλεξία. Στο Google Maps είχε βρει νωρίτερα το Εργαστήριο Αντισεισμικής Τεχνολογίας του Πολυτεχνείου και το είχε μαρκάρει με ένα βελάκι, ωστόσο δεν χρειάστηκε να βγάλει το κινητό -θυμόταν μια χαρά τη διαδρομή.

Τον περίμενε στην πόρτα. Κάπνιζε. Στο άλλο της χέρι κρατούσε το κινητό. Αραγε, περίμενε να της στείλει μήνυμα; Ανυπομονούσε να τον δει ή μήπως πίστευε πως χάθηκε; Οτι ήταν κανένας χαζός; Τη φίλησε με το που στάθμευσε το μηχανάκι. Την κόλλησε στον τοίχο και πήγε για τον λαιμό της. Το άρωμά του άφησε μια χημική γεύση στη γλώσσα. Φτηνό πατσουλί, από εκείνο που αγοράζουν τα κοριτσάκια στο ZARA περιμένοντας στο ταμείο να πληρώσουν -χορηγία του μπαμπά- τέσσερις τσάντες ψώνια.

«Ελα μέσα», του ψιθύρισε και τον τράβηξε απ’ το χέρι.

Την ακολούθησε αδιαμαρτύρητα, δίχως να προλάβει να ρωτήσει αν μπορούσε να καπνίσει μέσα ή αν θα είχε την ευγενή καλοσύνη να αναβάλουν για ένα τρίλεπτο τη συνέχεια του σόου. Παρακολουθούσε τους γοφούς της να κινούνται ρυθμικά μπροστά του, καθώς τον οδηγούσε βαθύτερα στα σωθικά του εργαστηρίου. Χαμογέλασε. Τώρα που το ξανασκεφτόταν, ήταν διατεθειμένος να στήσει το τσιγάρο στο καθιερωμένο ραντεβού τους για χάρη αυτού του κομματιού. Ανυπομονούσε κι εκείνη. Το ήθελε.

Το ήθελε, ειδάλλως δεν θα τον προσκαλούσε μόνο του. «Ελα μετά τη βάρδιά σου», του είχε πει. «Θα έχουν φύγει όλοι απ’ το εργαστήριο». Το ήθελε, ειδάλλως δεν θα του κουνιόταν έτσι, ούτε θα φόραγε κολλητό τζιν. Σίγουρα το είχε πάρει ένα νούμερο μικρότερο, για ευνόητους λόγους. Σίγουρα.

Ετσι δεν είναι;

Το ήθελε. Αλλά και να μην το ήθελε, κακό δικό της. Εκείνος θα έπαιρνε αυτό που του είχε υποσχεθεί ούτως ή άλλως. Αν και ήταν βέβαιος πως η Αλεξία δεν ήταν όπως οι άλλες, επομένως δε θα χρειαζόταν να γίνει περισσότερο πειστικός. Ο σουγιάς στην τσέπη του ήταν το καλύτερο επιχείρημα, αν χρειαζόταν.

«Αυτή είναι η σεισμική τράπεζα», του είπε η Αλεξία, δείχνοντας μια μεταλλική τετράγωνη πλατφόρμα.

«Α, ναι; Τι κάνει;»

«Προσομοιώνει σεισμούς».

«Φάση έχει. Ημουν στον πέμπτο όροφο όταν έγινε ο μεγάλος, το ’99».

Η Αλεξία τού χαμογέλασε. Πονηρά. «Θες να δοκιμάσεις;»

Ανασήκωσε τα φρύδια. «Τι; Την τράπεζα;»

«Ναι. Θα καθίσεις πάνω της, θα φορτώσω στο πρόγραμμα έναν σεισμό και θα γίνει προσομοίωση».

«Είναι επικίνδυνο;» ρώτησε κι αμέσως το μετάνιωσε. Δεν ήθελε να τον πει χέστη.

«Καθόλου».

«Οκέι, λοιπόν».

Στάθηκε στη μέση του τετραγώνου, ενώ η Αλεξία πέρασε στην αίθουσα ελέγχου. Ξεροκατάπιε. Η φωνή της Αλεξίας ακούστηκε από τα μεγάφωνα γύρω απ’ την πλατφόρμα, κάνοντάς τον να αναπηδήσει.

«Στο αποψινό μενού, θα πραγματοποιήσουμε τον σεισμό της 28ης Ιουνίου 1992 στο Λάντερς της Καλιφόρνια, μεγέθους 7,3 Βαθμών Ρίχτερ, όπως θα τον αισθανόταν κάποιος, ο οποίος βρισκόταν στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Θα σου πρότεινα να ξαπλώσεις σε εμβρυϊκή στάση, γιατί θα κουνηθείς αρκετά».

Η Αλεξία είχε φορτώσει από τη βάση δεδομένων PEER του Berkeley στον υπολογιστή την καταγραφή της επιτάχυνσης στις τρεις συνιστώσες που ορίζουν τις τρεις διαστάσεις, την οποία ενίσχυσε, ώστε να αναπαράξει την επιτάχυνση στον πέμπτο όροφο και πάτησε το Run.

Οι δονήσεις, δίχως τον κίνδυνο του θανάτου, έκαναν την αδρεναλίνη του να κυλά ανεξέλεγκτη. Ούρλιαζε από ενθουσιασμό -όπως θα ούρλιαζε κι εκείνη σε λίγο.

Η Αλεξία τον έβλεπε μέσα απ’ την τζαμαρία τού control room. Εφερε τα χείλη στο μικρόφωνο. «Δεν ξέρω αν θυμάσαι, πριν κάνα μήνα παρέδωσες μια κρέπα σοκολάτα-μπανάνα σε ένα διαμέρισμα στου Ζωγράφου. Η κοπελίτσα σε πλήρωσε, εσύ της ζήτησες να σου δώσει νερό, επειδή είχε ζέστη, σε άφησε να περάσεις και τη βίασες».

Μπορούσε να νιώσει τον φόβο του. Τον έβλεπε, ακόμη και μέσα απ’ το τζάμι, έτσι όπως είχε σηκώσει το κεφάλι σαν πληγωμένη γαζέλα.

«Ηταν η αδερφή μου».

Οι ήχοι σε συχνότητα κάτω των 20 hertz ανήκουν στο λεγόμενο φάσμα του υπόηχου -αλλά αυτή ήταν μια πληροφορία που εκείνος αγνοούσε. Οπως και το ότι η συχνότητα των 7 hertz είναι η πιο επικίνδυνη για το ανθρώπινο σώμα, καθώς συγχρονίζεται με αυτή της σάρκας και των κυμάτων Α του εγκεφάλου και με την κατάλληλη ισχύ προκαλεί την καταστροφή των ανθρώπινων οργάνων. Η Αλεξία εισήγαγε τα νέα δεδομένα στο πρόγραμμα: ένα σήμα επιτάχυνσης μορφής ημιτόνου κατά μια διεύθυνση κίνησης, με συχνότητα 7 hertz.

Η σεισμική δόνηση σταμάτησε και αντικαταστάθηκε από μια σταθερή κίνηση, σχεδόν ανεπαίσθητη σε σχέση με την προηγούμενη.

Εγλειψε τα χείλη. «Αντίο».

Τελευταίο βιβλίο του Β. Γιαννίση είναι το μυθιστόρημα «Η γυναίκα του Ινσταλ» (Διόπτρα, 2019).

Πηγή: https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/anoihto-biblio/206924_nteliberi 

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019 11:05

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση