Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2019 18:23

Γιάννης, του Γιάννη Παλαβού, αφιερωμένο και στον Γιάννη μας

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

palavos3Όταν μάθαμε πριν από δυο μέρες ότι ο Γιάννης είναι στο νοσοκομείο –δηλητηρίαση, λιστέρια στα μαρούλια, τον βρήκε διπλωμένο ο ταχυδρόμος -, όταν μας τηλεφώνησαν ότι είναι στην εντατική, ο νους μου, κι ο δικός μου κι όλων στο χωριό, πήγε στα ψέματά του. Και λέω όλων, γιατί κανένας δεν τον αποστρεφόταν. Απεναντίας: τον καλούσαν σε τσιμπούσια και συλλείτουργα, τον πότιζαν ρακί κι αυτός κούρδιζε το λαούτο κι άρχιζε τις ιστορίες. Ήταν λατέρνα ζωντανή, αλλά δεν ήταν ξένο σώμα. Δεν ήταν περίγελος. Ο Γιάννης ήταν ο αφηγητής, εστία με φωτιά, ο κόσμος ζέσταινε τα χέρια του. Έτσι και κάποιος τον κορόιδευε, οι υπόλοιποι έμπαιναν στη μέση. Ήταν σαν πείραγμα απαραίτητος κι αν έλειπε άλλοι έπιαναν τους άθλους του, μιμούνταν τη φωνή του.

Κι εγώ που τώρα κρατώ το τιμόνι, που μόλις πέρασα τη λίμνη ανεβαίνοντας στην Κοζάνη για το Μαμάτσειο, κι η Άννα, η γυναίκα μου, που δίπλα μου κοιτάει απ’ το παράθυρο τα σταροχώραφα, σκαλίζουμε σιωπηλά τις ιστορίες του, Και θυμάμαι: πώς κάποτε στα Λιβάδια προς το Καταφύγι είδε, νύχτα, τις Πιερίδες Μούσες και χόρεψε μαζί τους συγκαθιστό. Πώς, για να σπρώξει το αλέτρι του που ‘χε κολλήσει στις λάσπες, έτρεξε στην κορυφή του βουνού να πάρει φόρα και το αλέτρι βρέθηκε στα Ίμερα. Πώς πάλεψε σ’ ένα γκιλτζίκι μ’έναν βάτραχο μισό μέτρο, τον νίκησε κι ύστερα τον έστειλε στα Γιάννενα, στην ταβέρνα ενός γνωστού του. Αλλά απ’ όλες τις ιστορίες, απ’ όλες τις φαντασίες του, ξαναπιάνω αυτή που από προχθές από το τηλεφώνημα συνέχεια κλωθογυρίζω στο μυαλό μου. Αυτή που ‘χα ακούσει παιδί κι άκουσα έκτοτε να τη λέει και σ’ άλλα παιδιά, και στα παιδιά τα δικά μου, στην πλατεία και στην καφετέρια και στην ψησταριά. Ήμουν οχτώ χρονών και του πήγα με το κανάτι γάλα απ’ την αγελάδα μας. Καθόταν στη σάλα με το φανελάκι, μ’ έναν ξεθυμασμένο ανεμιστήρα στο πρόσωπο. Έτρωγε κεράσια από μια γαβάθα. Ήταν τότε πενηντάρης. Δεν δούλευε πια, η λίμνη του ‘χε πάρει τα κτήματα. Είχε χτιστεί το φράγμα, ο Αλιάκμονας πλημμύρισε τον κάμπο. Απ’ τα εξήντα στρέμματα του είχαν μείνει δύο, στην όχθη της λίμνης. Κάτω απ’ το νερό είχαν θαφτεί οι αγροί με το κριθάρι, ένα μικρό μαντρί και το σπίτι όπου ξεκουράζονταν οικογενειακώς όταν βράδιαζε και δεν πρόφταιναν να ανηφορίσουν στο χωριό. Όλ’ αυτά τα απαλλοτρίωσε η ΔΕΗ για το έργο. Ο Γιάννης ζούσε με τα λεφτά της αποζημίωσης. Η γυναίκα του είχε πεθάνει, ο γιος του σπούδαζε στην Αθήνα. Είχε στήσει πίσω από το πατρικό του ένα μποστάνι, τρεφόταν κυρίως με τα λαχανικά του –αυτά που τώρα, σ’ αυτήν την ηλικία, δεν εννοεί να παρατήσει και τον έστειλαν στο νοσοκομείο. Έβγαζε ψιλά πουλώντας στο παζάρι κάθε Σάββατο μυρωδικά απ’ το φαράγγι – δυόσμο και μέντα, ανέβαινε και τα ‘δεν σε δροσερά ματσάκια. Για να περνάει την ώρα, πήρε ένα καλάμι και ψάρευε στην άκρη της λίμνης, στην αλάνα που ‘χε απομείνει απ’ την περιουσία του. ‘Όπως μπήκα ν’ αφήσω το γάλα, μου δείχνει τα κεράσια και λέει: «Ξέρεις, Θανάση, πού τα βρήκα αυτά;». «Όχι», λέω, και μου κάνει «Άκου να σου πως».

palavos1Κι αρχίζει να διηγείται, κι όσο μιλούσε σκούπιζε τον ιδρώτα απ’ τους κροτάφους. Ψάρευε, λέει, το απόγευμα στη λίμνη, κι επειδή ο ήλιος ζάλιζε –ήταν Ιούνιος-, έπεσε να χουζουρέψει, κι έδεσε με σπάγγο το καλάμι στον καρπό του, αν τσιμπήσει ψάρι, να τραβήξει και να τον ξυπνήσει. Κατέβασε έπειτα το καπέλο κι έγειρε στο καρεκλάκι του. Και ούτε ξέρει πόσην ώρα κοιμόταν, ο ήλιος τον είχε κάψει όταν ο σπάγγος τον έσεισε, και τραβούσε, τραβούσε δυνατά. Σηκώθηκε να τυλίξει την πετονιά, αλλά αυτή τέντωνε προς τα μέσα –πέστροφα πετσωμένη, σκέφτηκε-, τον έσερνε προς το νερό, κι ήταν η δύναμη μεγάλη. Έκανε να κόψει τον σπάγγο μα δεν πρόλαβε, το ψάρι τον τίναξε και τον πήρε μαζί του, κι αυτόν και το καλάμι, όλο και βαθύτερα. Ο Γιάννης πάσχιζε να λυθεί, πάλευε, ώσπου, όταν ξεθόλωσαν τα μάτια, κι όταν κατάφερε τον κόμπο, κατάλαβε ότι βρισκόταν μέσα στα παλιά του κτήματα, βαθιά κάτω απ’ το νερό. Και γύρω του όλα απλώνονταν όπως τα άφησε πριν από μια δεκαετία,  όταν τον ανάγκασαν οι μηχανικοί να φύγει. Όλα λούζουνταν στο φως που έμπαινε από την επιφάνεια διαθλασμένο, πλάγιο. Ελευθερώθηκε ο Γιάννης απ’ το καλάμι που ‘χε την πετονιά του ένα ασημί γριβάδι, κι άρχισε να αιωρείται σαν αστροναύτης πάνω απ’ τα παλιά του μέρη. Κατέβηκε στον βυθό κι είδε τα αρνιά του να βόσκουν στο τριφύλλι, είδε το παράσπιτο με τα κουρτινάκια της μάνας του και τα σπαρτά να γέρνουν κατάφορτα. Πήγε κι αγκάλιασε το μουλάρι κι ύστερα γύρισε στην κερασιά του, την κερασιά που φύτεψε στην αυλή ο αδελφός του πατέρα του, ο αγαπημένος του θείος. Το δέντρο αυτό ο Γιάννης το φρόντιζε σαν άνθρωπο, το ξεχορτάριαζε από γύρω, του ‘φερνε λίπασμα ειδικό απ’ τη Θεσσαλονίκη, στη ρίζα του καθόταν και μάθαινε λαούτο. Και σηκώνει το βλέμμα και βλέπει κεράσια, κεράσια κατακόκκινα και ζουμερά, γιατί ήταν καλοκαίρι κι ήταν στις μέρες τους. Και πήδησε στον κορμό, σκαρφάλωσε στα κλαδιά και άρχισε να κόβει, να τρώει βουλιμικά το ένα μετά το άλλο, κόκκινα και μαύρα, γεμάτα χυμούς. Κι από κοντά το γριβάδι που τον έφερε ως εδώ, αμέριμνο και παχουλό σαν σκύλος, τον κοιτούσε και τον τριγύριζε, κι ήρθε τελικά και τάθηκε δίπλα του. Με το ένα χέρι ο Γιάννης έτρωγε και με το άλλο χάιδευε το ψάρι στη ράχη που λαμπύριζε. Και έφαγε μέχρι να φουσκώσει κι ύστερα έβαλε στην τσέπη του κεράσια, γέμισε το παντελόνι, και τα νερόφιδα που ελίσσονταν σπειροειδώς επάνω του τον χάζευαν. Και όταν πια χόρτασε, όταν πια ξεχείλισαν οι τσέπες, έριξε μια ματιά στα κτήματα κι είπε καιρός ν’ ανέβω, πασπάτεψε το γριβάδι που κούνησε την ουρά, μάζεψε το καλάμι που ‘χε καρφωθεί στο πηγάδι κι αναδύθηκε στην επιφάνεια. «Και τα κεράσια που βλέπεις», είπε κι έδειξε τη γαβάθα, «είναι απ’ την κερασιά κάτω απ’ τη λίμνη». Και είπε: «Άνοιξε τα χέρια σου», κι εγώ τα άνοιξα και μου γέμισε τις χούφτες κεράσια, υγρά και πορφυρά σαν νοτισμένο βελούδο. Και δεν είπα τίποτα, δεν είπα ότι τον είχα δει το πρωί στο παζάρι, εκεί που πουλούσε τα μυρωδικά, να τ’ αγοράζει απ’ τον πάγκο ενός πλανόδιου μανάβη.

palavos2Και τώρα, καθώς παρκάρουμε έξω απ’ το Μαμάτσειο με τους φθαρμένους τοίχους και τους κατηφείς γιατρούς, καθώς μπαίνουμε, η Άννα κι εγώ, στο δωμάτιο όπου ξαπλώνει ο Γιάννης, τον βλέπω και δεν ξέρω τι να πω. Στην πόρτα καλησπερίζω τρεις συγχωριανούς, μια παρέα, ήρθαν κι αυτοί να τον δουν. Έπειτα χαιρετώ τον γιο του που αγρυπνά δυο εικοσιτετράωρα πλάι του, τον ρωτώ μ’ ένα νεύμα πώς είναι κι αυτός σηκώνει τους ώμους. Ο Γιάννης αναπνέει διασωληνωμένος, ορός, οξυγόνο στη μύτη, το χέρι του εξέχει απ’ το κρεβάτι λες και ξύνει το μωσαϊκό, το σώμα του σχεδόν δεν έχει όγκο κάτω απ’ το σεντόνι. Βλέπω τα μάτια, τα σφίγγει, ύστερα τ’ ανοίγει, μας κοιτάει, αμφιβάλλω αν μας αναγνωρίζει. Τι διπλανό κρεβάτι είναι άδειο, καθόμαστε και δεν μιλάμε. Τότε η Άννα σκύβει στην τσάντα της και βγάζει ένα τάπερ. Είναι γεμάτο κεράσια, τα μαζέψαμε το μεσημέρι. Πιάνω το χέρι του, ανοίγω τα δάχτυλά του και κλείνω στην παλάμη του τέσσερα πέντε, τα πιο κόκκινα. Σαν κάτι να καταλαβαίνει, στρέφει ελαφρά το κεφάλι, με κοιτάζει. Θέλω να του πω «Φυλαχτό», αλλά απλώς του χαμογελάω.

Το διήγημα αυτό είναι από τη συλλογή του Γιάννη Παλαβού "Το Παιδί", εκδόσεις Νεφέλη, 2019. Τα μικρά διηγήματα του βιβλίου αυτού είναι σαν να πήγες σε ένα χωριό, ας πούμε το Βελβεντό και από καλή τύχη έπεσες λίγο πριν ξημερώσει σ'ένα σημείο με θέα πάνω σε έναν γνώστη ιστοριών του χωριού, αλλά και ευαίσθητο όπως αποδείχτηκε. Ιστορίες που τις μετέπλασε με τέχνη και αγάπη. Στο τέλος διαπιστώνεις ότι είναι σαν να μας κέρασε ο άγνωστος αυτός ιθαγενής με ένα πιοτό δικής του κατασκευής, πιοτό που μας έφερε σ'επαφή με ολόσωμη την πραγματικότητα της ανθρώπινης παρουσίας στην Κοζανίτικη επαρχία κι ακόμα παραπέρα και στην ανεξέλεκτη σχέση της με την άγρια και την εξημερωμένη πανίδα. Το ωραίο είναι ότι ταυτόχρονα κατάφερνε και υπερέβαινε αυτήν την πραγματικότητα με την αναπόφευκτη βία της και τον πανταχού παρόντα θάνατο για άλλους τόπους περισσυλογής και ενατένισης.

Στην ουσία μιλάμε για τον Παλαβό, μιλάμε δηλαδή για έναν μάστορα του γραπτού λόγου, που το ωραίο είναι πως ενώ ο λόγος του είναι απλός, κοφτός, ανεπιτήδευτος και λιτός αυτά προσθέτουν βάθος στις ιστορίες του και δημιουργούν μία ατμόσφαιρα που μας προκαλεί μια ευχαρίστηση από εκείνες τις παλιές της γειτονιάς μας. Τότε που κάποιοι από εκείνους τους μεγάλους που είχαν τραβήξει πολλά στη ζωή τους, με τα λίγα που έλεγαν την κατάλληλη στιγμή και τα πολλά που υπονοούσαν, έφταναν κάπου κοντά στην καρδιά μας. Και συνήθως παραξενεύοντάς μας άνοιγαν δίχως να το παίρνουμε είδηση, όμορφα μονοπάτια. Όμορφα και επικίνδυνα. 

Ο Γιάννης Παλαβός γεννήθηκε το 1980 στο Βελβεντό Κοζάνης. Σπούδασε Δημοσιογραφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Πολιτιστική Διαχείριση στο Πάντειο. Έγραψε τις συλλογές διηγημάτων "Αληθινή αγάπη και άλλες ιστορίες" (IntroBooks, 2007) και "Αστείο" (Νεφέλη, 2012), που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και το Βραβείο Διηγήματος του ηλεκτρονικού περιοδικού "Ο Αναγνώστης". Επίσης, σε συνεργασία με τον Τάσο Ζαφειριάδη, έγραψε το σενάριο των κόμικς "Το πτώμα" (Jemma Press, 2011) και "Γρα-Γρου" (Ίκαρος, 2017), τα οποία εικονογράφησε ο Θανάσης Πέτρου. Το "Γρα-Γρου" τιμήθηκε με τα βραβεία Καλύτερου Κόμικς και Σεναρίου στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Επιμελήθηκε την επανέκδοση της συλλογής αφηγημάτων του Αθανάσιου Θ. Γκράβαλη με τίτλο "Σπασμένες κολώνες" (Μυτιλήνη, 1930 - επανέκδοση: Νεφέλη, 2019) και μετέφρασε Τομπάιας Γουλφ, Φλάνερι Ο' Κόνορ, Μπρις Ντ' Τζ. Πάνκεϊκ, Ουάλλας Στέγκνερ και Ουίλλιαμ Φώκνερ.

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019 10:35
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση