Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017 09:23

Τρία ποιήματα του νομπελίστα Ντέρεκ Ουόλκοτ, του Ομήρου της Καραϊβικής, που πέθανε πρόσφατα

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Δεν είναι κακό να υπενθυμίσουμε κατά πρώτον, πως σήμερα 21η Μαρτίου είναι η Εαρινή ισημερία, που στην ουσία από πολύ πολύ παλιά θεωρείται η πρώτη μέρα της άνοιξης και ως τέτοια γιορταζόταν από πολλούς αρχαίους λαούς και φυλές. Το 1966 η μέρα αυτή καθιερώθηκε ως Παγκόσμια ημέρα κατά του ρατσισμού. Και το 1998, με πρόταση του πρεσβευτή μας στην Unesco Βασίλη Βασιλικού μιας ιδέας του ποιητή Μιχαήλ Μήτρα, καθιερωθηκε και ως Παγκόσμια ημέρα της ποίησης.

 

Οι θεσμοί μας, οι σχολές (;) και οι χιλιάδες σύλλογοι με τον δικό τους τρόπο τιμούν την μέρα αυτή με ποικίλες και συνήθως τυπικές, στατικές και των κλειστών χώρων εκδηλώσεις. Όμως τουλάχιστον οι δήμοι, που είναι η εγγύτερη εξουσία απέναντι στους απλούς ανθρώπους, δεν θα έπρεπε, αν δεν είχαν εξειδικευτεί τόσο στο να ικανοποιούν τις υλικές ανάγκες των ψηφοφόρων τους, να δοκίμαζαν κάτι το ποιητικό, κάτι το εμπνευσμένο, έξω στην πόλη; Δεν θάταν ωραία στις πλατείες και στους δρόμους ας πούμε ηθοποιοί και ποιητές με τα κατάλληλα ρούχα να απάγγελαν ποιήματα δίπλα στους περαστικούς, τους ανθρώπους του μόχθου, της λούφας, της σχόλης και όλων αυτών που βγήκαν για ψώνια; Όπως και να τα ψιθύριζαν στους ανέκφραστους, τους ξενέρωτους και στους ρεμπεσκέδες, κι αργότερα να καθιστοί απέναντι από τους απεγνωσμένους, τους μπαϊλντισμένους και τους πετυχημένους σε διάφορα μαγαζιά να τα έπαιζαν. Και το σούρουπο να γλιστρούσαν με χάρι ανάμεσα στους χαμένους στον κόσμο τους και σε εκείνους που πεταλώνουν ψύλλους, γιατί κι αυτοί μπορεί να έχουν ανάγκη από ποίηση στη ζωή τους.  

Ίσως κάπως έτσι να το σκεφτόταν ο Ντέρεκ Ουόλκοτ ( Σάντα Λουτσία, 1930 - 2017), ο αποκαλούμενος "Όμηρος της Καραϊβικής" που το 1992 είχε τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας και που πέθανε πριν τέσσερις μέρες. Αυτό το Όμηρος, δεν ήταν μια επινόηση των δημοσιογράφων, αλλά βγήκε από την προτίμηση που είχε αυτός, ο γιος ενός Άγγλου ζωγράφου και μιας κρεολής δασκάλας, στον Όμηρο. Είχε τονίσει επανειλημμένα, ότι απ'όλους τους μεγάλους παγκόσμιους ποιητές αυτός που του άρεσε πιο πολύ ως συνομιλητής ήταν ο Όμηρος. Και ακόμα "Όμηρος" ήταν ο τίτλος μιας ποιητικής του συλλογής, μια σύνθεση 8.000 στίχων που περιγράφει τη ζωή δυο ψαράδων των Δυτικών Ινδιών, του Αχιλλέα και του Φιλοκτήτη, οι οποίοι αποφασίζουν να ταξιδέψουν στα πάτρια εδάφη της Δυτικής Αφρικής για να βρουν τα στοιχεία που ορίζουν την ταυτότητά τους. Όλα αυτά ήταν που μας έκαναν να τον προσέξουμε λίγο περισσότερο, τότε που το όνομά του λόγω Νόμπελ έπαιζε στην επικαιρότητα.  

Για το μικρό μας αφιέρωμα στην Ημέρα της Ποίησης επιλέξαμε ένα απόσπασμα που πολύ μας άρεσε, από την ομιλία του την ημέρα της βράβευσής του από τη Σουηδική Ακαδημία και τρία όμορφα ποιήματά του.

"Η ποίηση που είναι της τελειότητας ο ιδρώτας αλλά που πρέπει να φαίνεται φρέσκια σαν στάλα βροχής σε μέτωπο αγάλματος, συνδυάζει το φυσικό με το κρύο μάρμαρο˙ κλίνει και τους δύο χρόνους συγχρόνως: το παρελθόν και το παρόν, αν το παρελθόν είναι το γλυπτό και το παρόν οι δροσοσταλίδες ή οι βροχοστάλες στο μέτωπο του παρελθόντος. Υπάρχει η θαμμένη γλώσσα και μαζί υπάρχει και το προσωπικό λεξιλόγιο. Η διαδικασία της ποίησης είναι διαδικασία ανασκαφής και αυτοανακάλυψης".

 

Από τόσο μακριά 

Ι.

Τα λευκά αμύγδαλα του αγάλματος κοιτάνε

τα κλαδιά της αμυγαλιάς που παλεύουν να ξεντυθούν τη σκιά τους

όπως το κορίτσι το φουστάνι του - μια κίνηση που σπάνια

έκανε ποτέ η αφηρημένη πέτρα.

Ένα ελληνικό φορτηγό

περνάει μέσα από των κλαδιών το δίχτυ

στον ήχο των τρακτέρ που λαμοτομούν τον βράχο

στο αμπάρι του ένα φορτίο από μαρμάρινα κεφάλια

από τον Ορφέα στον Ωνάση,

η θάλασσα μια σημαία πάντοτε κρατούσε:

άσπρες ρίγες τα κύματα στο αναλλοίωτο μπλε.

Κροταλίζει το παράθυρο του ουρανού

από τις ταχύτητες που τρίζουνε στην όπισθεν

αλλά κανένα λίθινο κεφάλι δεν κυλάει στην ωχρά σκόνη,

στο χώμα των νησιών μας θεοί δεν είναι θαμμένοι. 

Μας τους στείλανε Σεφέρη

και ήταν πεθαμένοι.

 

Κατάληξη

 

Μένω στο νερό κοντά, 

μόνος. Χωρίς γυναίκα και παιδιά.

Εξάντλησα κάθε δυνατότητα

για να καταλήξω σ'αυτό; 

Ένα σπίτι χαμηλό δίπλα σε γκρίζο νερό,

με παράθυρα πάντοτε ανοιχτά

μπροστά στην ξεθυμασμένη θάλασσα. Αυτά δεν τα διαλέγουμε,

αλλά είμαστε αυτό που φτιάξαμε.

Πονάμε, τα χρόνια περνάνε,

ξεφορτωνόμασε φορτία αλλά όχι την ανάγκη

τυ φόρτου. Η αγάπη είναι μία πέτρα

που έκατσε στο βυθό

κάτω από το γκρίζο νερό. Τώρα τίποτα δεν ζητώ 

από την ποίηση, μόνο ένα αίσθημα αληθινό,

κανέναν οίκτο, καμία φήμη, καμία γιατρειά. Σιωπηλή

γυναίκα μου

μπορούμε να καθίσουμε κοιτάζοντας το γκρίζο νερό

και σε μία ζωή πλημμυρισμένη

μετριότητα και σκουπίδια,

βράχοι να σταθούμε στη ζωή.

Θα ξεμάθω το αίσθημα

θα ξεμάθω το χάρισμά μου. Αυτό είναι το σπουδαιότερο

και δυσκολότερο απ'αυτό που εκεί περνάει για ζωή. 



 Έρωτας κι έρωτας ξανά



Θα 'ρθει καιρός

που μ' έξαρση

θα καλωσορίζεις τον εαυτό σου

σαν θα φτάνεις στη δική σου πόρτα, στον δικό σου

καθρέφτη,

κι ο ένας χαμογελώντας θα καλωσορίζει τον άλλον

 

και κάτσ' εδώ θα λέει. Τρώγε.

Θ' αγαπήσεις ξανά τον ξένο που ήταν ο εαυτός σου.

Δώσε κρασί. Δώσε ψωμί. Δώσε πίσω την καρδιά σου

στον εαυτό της, στον άγνωστο που σ' αγάπησε

 

όλη σου τη ζωή, που εσύ αγνόησες

για κάποιον άλλο, που σ' έχει αποστηθίσει.

Κατέβασε τα ερωτικά γράμματα απ' το ράφι,

 

τις φωτογραφίες, τα απελπισμένα σημειώματα

ξεφλούδισε από τον καθρέφτη την εικόνα σου.

Κάθισε. Απόλαυσε τη ζωή σου.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 20:42
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση