Εντάξει, οι νέες φάτσες στα υπουργεία δεν είναι οι μολυσματικές που μας διέλυσαν το σύμπαν του μικροκοσμού μας, οι τρισάθλιες σκατόψυχες που τις αφήσαμε να μας κάψουν ότι καλό είχαμε ή που θα μπορούσαμε να είχαμε. Όμως κι αυτές οι νέες, λίγα, πολύ λίγα έχουν να δώσουν οι περισσότερες. Τουλάχιστον αυτό εισπράττω τώρα στην αρχή. Λίγα γιατί είναι εντελώς δίχως ρίγη ψυχής ή γιατί έχουν μπλεχτεί σε λάθος δρόμους, σε άγονες αντιθέσεις; Δεν είμαι ακόμα έτοιμος να απαντήσω. Και ίσως να μην είναι αυτή μια καλή ερώτηση, ξέρετε απ'αυτές που βοηθάνε να καλυτερεύουν τα πράματα και οι άνθρωποι.
Αυτό που με ρίχνει πιο βαθιά στην αγκαλιά του Μορφέα και δε θέλω να ξυπνήσω με τίποτα, είναι που δεν έχω τίποτα να δώσω, να τους δώσω, δεν βρίσκω αεροδιάδρομο για να απογειωθούμε μαζί με τους νεόφερτους. Τότε περνούν από το μυαλό μου σκέψεις σαν κι αυτές του κύριου Νικόλα. Δεν ξέρω πόσο θα μου κρατήσει το μάχομαι και το αγωνίζομαι, από την άκρη που αναπνέω, από την γωνιά μου που αστρονομώ. Η φάση είναι περίεργη κι αυτό όσοι βρίσκονται σε δημόσιο αλισβερίσι έχοντας ανοίξει πόρτες παράθυρα και σκεπές, το νιώθουν. Νιώθουν πως το λίγο λίγο μαζί τους είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει πολύ, έτσι όπως είναι γυμνοί στα δένδρα κι ανερμάτιστοι στις εμμονές τους.
Όμως όταν συναναστρέφομαι έστω και στα τηλέφωνα, έστω και στα κοινωνικά δίκτυα, τότε μια δύναμη βγαίνει στον αφρό, μια δύναμη που με κάνει να πιστεύω ότι είναι δυνατόν μαζί με τους τωρινούς ορατούς των πόστων και τους άλλους, τους αόρατους απελεύθερους σκλάβους, να βγούμε στο φως, να κερδίσουμε μάχες ουσίας, να άρουμε τα αδιέξοδα. Όταν είμαι κουλ, όταν είμαι πιασμένος στις δαγκάνες της απόγνωσης, όταν κοιμάμαι ή υπνοβατώ, φέρνω προς τη μεριά του Νικόλα Σεβαστάκη, προς την πλευρά της μετριοπάθειας, της συνεννόησης, του αναστοχασμού. Κι όχι ακόμα της ανυπόταχτης απελπισίας. Μάλλον. Και λέω μάλλον, γιατί είναι η εποχή που για τίποτα δεν είμαι βέβαιος για πάνω από μια μέρα, άντε μια βδομάδα το περισσότερο.
Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο, ο Νικόλας Σεβαστάκης ασχολήθηκε με την ποίηση, το φιλοσοφικό δοκίμιο, την κριτική και την πολιτική θεωρία. Τον συναντήσαμε στη Θεσσαλονίκη και μιλήσαμε για την πολιτική, την κοινωνία, τη νοσταλγία, τη λογοτεχνία και τη ρουτίνα. Τις ερωτήσεις τις έφτιαξε η Αργυρώ Μποζώνη.
Στα κείμενά σας ασκείτε κριτική στη νοσταλγία, αντιθέτως τη συναντάμε τόσο στα λογοτεχνικά σας κείμενα όσο και στις μουσικές που διαλέγετε και ανεβάζετε στο facebook. Αυτό δε είναι κάπως αντιφατικό;
Νομίζω δεν υπάρχει αντίφαση γιατί το πρόβλημα είναι να μη μεταμορφώνεται κάτι σε ιδεολογία. Από τη στιγμή που ο τόπος, η ιδιαίτερη πατρίδα, οι σχέσεις μεταβληθούν σε ιδεολογία και κατασκευάσεις ένα πρόταγμα, υπάρχει πρόβλημα. Γίνεται ιδεολογική χρήση του βιώματος του ίδιου. Είναι εθνοφολκλόρ. Αν, αντίθετα, αποδραματοποιήσεις τη νοσταλγία και τη δεις σαν μια ατομική σχέση που μπορεί να εμπλουτίσει την κατανόηση του παρόντος είναι τελείως άλλο.
Ας μιλήσουμε λοιπόν για το παρόν και την κατανόησή του.
Ζούμε μια κρίση. Είναι μια φάση όχι ακριβώς μετάβασης αλλά στασιμότητας. Αυτό που βλέπω είναι ότι δε βγήκε κανένα νέο παράδειγμα όχι απλώς διακυβέρνησης, αλλά ακόμα και απλής διαχείρισης.
Υπάρχει κάποια εξήγηση γιαυτό;
Είμαστε στη λογική της ευκολίας. Ο ριζοσπαστισμός που γεννήθηκε μέσα στα τελευταία χρόνια ως αντίδραση, ως άρνηση του προηγούμενου συστήματος εξουσίας των ανθρώπων, δε γονιμοποίησε κάτι καινούργιο, πραγματικές αλλαγές, αλλά δημιουργεί ουσιαστικά μια τάση παλινόρθωσης του προμνημονιακού καθεστώτος ή πλευρών του προμνημονιακού συστήματος.
Γιατί συνέβη αυτό;
Γιατί δε συνοδεύτηκε από μια αυτοκριτική, από μια σκέψη για το τι πάει άσχημα στο εσωτερικό σύστημα. Η κυβερνητική λογική λειτούργησε και λειτουργεί με όρους μνημόνιου-αντιμνημόνιου. Αυτός ο όρος, το «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» παράγει αντιπολιτική ή επιστροφή σε πλευρές ενός παρελθόντος, χωρίς να δημιουργεί κάτι μεταρρυθμιστικό, έστω αριστερά μεταρρυθμιστικό με όρους του κοινωνικού ζητήματος. Στην Ελλάδα υπήρξε κοινωνικό ζήτημα. Υπήρξε διεύρυνση της φτώχειας, των ανισοτήτων, της ανεργίας. Δεν υπήρξε μόνο πολιτισμικό ζήτημα, στις συμπεριφορές, το λαϊκισμό ή στα συντεχνιακά θέματα. Υπήρξε και μια κοινωνική οδύνη. Η απάντηση δε θα μπορούσε να είναι συμβατική. Έπρεπε να πάει λίγο παραπέρα, να επινοήσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Αυτό το πράγμα δεν έγινε και η κύρια δύναμη που της ανέθεσε η δυναμική των πραγμάτων να το φέρει εις πέρας, ο ΣΥΡΙΖΑ, - όχι μόνη της, αλλά σε διάλογο με άλλες δυνάμεις - πήγε στην ευκολία. Πήγε σε έναν ιδιότυπο εθνικισμό βασισμένο περισσότερο στη μνήμη, τη νεανική μνήμη, τη μνήμη του ΕΑΜ ή σε άλλες μνήμες, όπως τον αντιφασισμό. Όμως αυτό δεν παράγει κάτι καινούργιο, δεν είναι δημιουργικό και κατέληξε σε αυτό το υβρίδιο με τους ΑΝΕΛ. Και αυτό ως λογική κατάληξη του αντιμνημονιακού. Έχουμε καταλήξει στα πολιτικά αδιέξοδα της στιγμής επειδή δε φτιάχτηκε μια πραγματική κατάφαση στο «τι θέλω εγώ να συμβεί στο ελληνικό σύστημα εξουσίας, στην ελληνική οικονομία, στο ελληνικό πανεπιστήμιο». Η επένδυση έγινε σε μια εύκολη αρνητική προσέγγιση σε μια απόρριψη του άλλου ως κακού, μειοδότη ή προδότη.
Αυτές οι διαπιστώσεις σας ενοχλούν σήμερα;
Το λέω με στενοχώρια γιατί το 2010 και το 2011 έκανα την υπόθεση ότι χρειάζεται μια αλλαγή παραδείγματος και ότι δε μπορούσες να πας προς αυτή την αλλαγή με όρους κέντρου ή συναίνεσης. Υπέθετα ότι χρειάζεται να τραβήξεις τη διαπραγμάτευση προς τη ριζοσπαστικότητα. Αλλά όχι προς τον εθνικισμό, όχι προς την αθώωση της ελληνικής κοινωνίας συνολικά. Το να μιλάς για την κοινωνία απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό είναι ένα εξαιρετικά αφηρημένο πράγμα. Γιατί μέσα στην κοινωνία υπάρχει το μεγάλο τμήμα των μεσοστρωμάτων που αναπαρήγαγε ανισότητες, αναπαρήγαγε πολιτική διαφθορά, εκμεταλλευτικά συστήματα. Και ξαφνικά τι γίνεται; Υπάρχει μια συνολική οπισθοδρόμηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει την αντίληψη μητρόπολης - περιφέρειας. Ξαναγυρίζουμε στην ανάλυση που έκανε το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ το 75-77. Η μητρόπολη και η περιφέρεια, ο ιμπεριαλισμός - ο λαός, σχήματα που μας γυρίζουν στις πιο αρχαϊκές και παρωχημένες εκδοχές της αριστεράς και κεντροαριστεράς. Είναι σχήματα που λειτούργησαν και έφεραν ψήφους, αλλά δεν προκύπτει από αυτά καμία σκέψη για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Η δική σας ανάλυση θα ήταν αποτελεσματική για ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει;
Ομολογώ ότι αν εισακουγόταν η δική μου ανάλυση μπορεί να μην έβγαινε ο ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί έπρεπε να μιλήσει διαυγώς και ορθολογικά, να κάνει μια πιο ζόρικη ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας βγάζοντας ευθύνες και προς τα κάτω, όχι μόνο προς τα πάνω, χωρίς όμως ισοπεδωτισμούς. Αυτό προφανώς και δεν εξυπηρετεί μια μελλοντική κυβέρνηση. Όχι, δεν εξυπηρετεί. Εξυπηρετούν άλλες απλουστεύσεις όπως η λογική που επικράτησε τα τελευταία χρόνια, το «εμείς και αυτοί». Το αποδομώ και το θεωρώ ένα πολύ μοιραίο και αρνητικό σύνθημα. Παίρνεις την πολυπλοκότητα της κατάστασης και φτιάχνεις ένα δυαδικό σχήμα, μανιχαϊστικό, το οποίο - για να μιλήσω ρεαλιστικά - συναθροίζει και συνασπίζει τις δυσαρέσκειες, τις δυσφορίες, τις αρνήσεις. Αυτή είναι η μισή δουλειά. Η υπόλοιπη είναι η θέση και η σύνθεση. Εκεί λοιπόν το «εμείς και αυτοί» λειτούργησε καταστροφικά. Δε μπορεί να παράγει τις συναινέσεις ή τις συναντήσεις που χρειάζεται οποιαδήποτε στιγμή κρίσης για να ξεπεραστεί. Δε μπορείς να λειτουργείς με όρους ενός μεταφυσικού εμφυλίου, ενοχοποιώντας την αντίπαλη άποψη ως εθνικά και κοινωνικά ύποπτη.
Εννοείτε την καχυποψία που διαπερνά και την κοινωνία σήμερα;
Όλες οι ύστερες μοντέρνες κοινωνίες, ακόμα και αυτές με τις ιδιόμορφες πλευρές ή τις αρχαϊκές πλευρές όπως η ελληνική, είναι οι κοινωνίες της καχυποψίας και όχι της δημιουργικής αμφιβολίας. Δε θέτουν σε διερώτηση μια πραγματικότητα ή προηγούμενες θέσεις. Υπάρχει η κουλτούρα της καχυποψίας και της διαβολής. Η καχυποψία παράγει μόνο ένα μικρομίσος, έναν κοινωνικό φθόνο.
Πού πιστεύετε ότι οδηγούμαστε;
Ο φόβος μου είναι ότι οι αδεξιότητες, οι ανεπάρκειες, οι αποτυχίες, οι τυχοδιωκτισμοί του τώρα μπορεί να οδηγήσουν σε μια άλλη ριζοσπαστικότητα νέου τύπου. Στο εκκρεμές, όπου ο εθνικισμός θα χάσει αυτά τα εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά και θα γίνει σκέτα μνησίκακος. Θα δούμε μια στροφή, γιατί η ματαίωση προσδοκιών στα λαϊκά στρώματα πολλές φορές ρέπει προς μια λαϊκή δεξιά και όχι προς μια κεντροαριστερά έλλογη ή δημιουργική, η οποία θα συνδιαλεχθεί με μια αριστερά.
Το παιχνίδι της κεντροαριστεράς συγκρότησης θεωρείτε ότι χάθηκε;
Είναι πολύ δύσκολο. Δε θεωρώ ότι χάθηκε οριστικά, είναι δύσκολο γιατί υπάρχει υποκειμενισμός, υπάρχει αγώνας δικαίωσης για ομάδες και πρόσωπα. Ο καθένας μπαίνει στην αρένα της πολιτικής ή της ιστορίας γιατί πρέπει να δικαιώσει την ταυτότητά του και το άτομό του. Και θεωρώ μοιραίο ή πολύ αρνητικό - που αποδείχτηκε αυτά τα χρόνια - ότι δε σκεφτόμαστε τα προβλήματα, αλλά την ταυτότητά μας. Η αριστερά πολλές φορές σκέφτεται με όρους δικαίωσης της ιστορίας ή της ήττας της. Επιχειρεί να αναπληρώσει τις απώλειες του παρελθόντος ή να δικαιώσει το παρελθόν της και υποτιμά το καθήκον του να απαντήσει στο σημερινό πρόβλημα, το οποίο περνά σε δεύτερο πλάνο. Αυτό το συναντά κανείς και στην κεντροαριστερά αλλά και σε πιο μετριοπαθείς χώρους. Στην Ελλάδα παίζουν ρόλο και τα πρόσωπα και οι παρέες. Και τι άλλο είναι ο εύκολος εθνικισμός και η κοινωνική δημαγωγία παρά το να επαναπαύεται κάποιος σε αυτό που του φέρνει κέρδος και τον κολακεύει. Είναι όμως πολύ εύθραυστο το ελληνικό καφενείο. Η επιβράβευση μπορεί την επόμενη στιγμή να είναι απόρριψη. Φοβάμαι, αριστερά και κεντροαριστερά μπορεί να βρεθούν χαμένες μελλοντικά από μια συντηρητική παλινόρθωση με ακραία χαρακτηριστικά.
Ο μετριοπαθής είναι ο μεγάλος ηττημένος της εποχής;
Υπάρχει μια παρεξήγηση με την μετριοπάθεια. Νομίζουμε ότι ο μετριοπαθής είναι κάποιος που παίρνει στρογγυλεμένες και κάπως κομψές θέσεις, δεν υψώνει τον τόνο, φροντίζει να έχει μια μεσαία τοποθέτηση στην κλίμακα. Θεωρώ ότι αυτή είναι μια ρηχή αντίληψη της μετριοπάθειας. Η μετριοπάθεια με την καλή έννοια του όρου είναι αυτή που μπορεί σήμερα να έχει τη διαύγεια μιας τοποθέτησης που μπορεί να είναι και σκληρή. Η μετριοπάθεια είναι για μένα και η προσπάθεια να μην απωθείς το πάθος ή το συναίσθημα χάριν ενός τεχνοκρατικού ορθολογισμού. Να τα συνδυάσεις αυτά,να τα φέρεις κοντά. Αυτό είναι δύσκολο. Σήμερα τα πράγματα λειτουργούν με ασυμμετρίες. Δε λειτουργούν στρογγυλεμένα, είμαστε σε μια άλλη εποχή των άκρων. Ούτε ο ριζοσπαστισμός, αντίθετα, πρέπει να είναι κάτι κραυγαλέο ή φωνακλάδικο.Το να θεωρεί κάποιος ότι είναι ριζοσπάστης όταν είναι απλώς αγενής ή περισσότερο φωνακλάς από τους άλλους σε ένα χώρο. Αυτό είναι πολύ φτωχή και παρακμιακή αντίληψη του ριζοσπαστισμού. Ο ριζοσπαστισμός μπορεί να συνδυαστεί με την μετριοπάθεια όταν θέτει κάποιος τα προβλήματα και προσπαθεί να είναι διαυγής στις απαντήσεις του ως προς αυτά. Τότε δεν αρκείται στις μισές λύσεις. Πρόκειται για την διαλεκτική παθών και νου, αρχαίο πράγμα που ξεχνάμε.
Δώστε μου ένα παράδειγμα.
Το περιβαλλοντικό. Είναι ένα σοβαρότατο ζήτημα. Εκεί δε μπορείς να πας με μικρολύσεις. Θέλεις μεγάλες παρεμβάσεις στο μοντέλο ανάπτυξης, στο μοντέλο παραγωγής, κατανάλωσης. Όμως το περιβαλλοντικό δεν είναι απλώς η κινηματική αντίληψη, γιατί θέλει και επιστήμη και τεχνική και να βάλεις και τον αιώνα σου να δουλέψει. Θέλει και κίνημα και νου.
Η ουδετερότητα τι χώρο καταλαμβάνει;
Την ουδετερότητα δε μπορώ να την καταλάβω. Μπορώ να καταλάβω κάποιον που δε μπορεί να βρει εύκολα θέση στο υπάρχον παιχνίδι του πολιτικού πολέμου. Με αυτή την έννοια και εγώ φεύγοντας από μια αντίληψη ριζοσπαστισμού που για μένα ανέδειξε τις προβληματικές της πλευρές, δε μπορώ να πάω στην απλή λογική του ουδέτερου. Ουδετερότητα είναι μια στρατηγική αυτοσυντήρησης που την έχουμε όλοι σε μια φάση της ζωής μας.
Η φάση της ζωής μας ποιά ήταν αυτά τα χρόνια;
Τώρα ξαναμπήκαν τα κεντρικά πολιτικά πάθη στις παρέες, ξαναμπήκαν στα ζευγάρια, ξαναμπήκαν μέσα στο μικροεπίπεδο. Αυτό έβγαλε μικροεντάσεις και δυσαρέσκεια και είχε ένα κόστος. Και αυτό ακριβώς μπορεί να γεννήσει μια επιθυμία εξόδου από την πολιτική, μια καινούργια απολιτικότητα, ακριβώς επειδή βιώθηκε δυσάρεστα όλη αυτή η περίοδος.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι τα καινούργια εργαλεία σύγκρουσης;
Γεννήθηκε μια επιθετικότητα στις συμπεριφορές και τη γλώσσα. Έχουμε μια απελευθέρωση λεκτική, μια απελευθέρωση της βρισιάς, μια άνοδο της ωμότητας και αυτό υπάρχει και σε ένα άλλο επίπεδο, ακόμα και στην τέχνη. Είμαστε υποχρεωμένοι για αναστοχασμό. Να βάζουμε ένα όριο.Το όριο είναι απελευθερωτικό γιατί ο κανόνας σε προφυλάσσει από το μετανιώσεις και γιαυτό που έχεις πει. Σε προσωπικό επίπεδο, μέσα στη φούρια της κρίσης και των χρόνων πράγματα που είπα και έγραψα, και το παραδέχομαι, δε τα θεωρώ υπερβολικά, αλλά άδικα. Αλλά έτσι λειτουργεί η ιστορία και η πολιτική. Είναι μια έκθεση και ένα ρίσκο διαρκείας.
Η αρθρογραφία και η λογοτεχνία αντιπαρατίθενται; Ο λογοτέχνης πρέπει να προσέχει και να μην απογοητεύει το κοινό του;
Όχι δε το πιστεύω αυτό. Πιστεύω ότι υπάρχει πρόβλημα με αυτό που λέμε λογοτεχνία της κρίσης, με την πολιτική ή κοινωνική λογοτεχνία. Είμαι πάρα πολύ σκεπτικιστής, έως απορριπτικός απέναντι στη χρήση της λογοτεχνίας προκειμένου να αναδείξει κοινωνικά προβλήματα ή να συζητήσει την εποχή με όρους κοινωνιολογίας. Η σκοπιά της κοινωνικής κριτικής τείνει να πάει σε μια αντίθεση και να μειώσει την πολυπλοκότητα των πραγμάτων. Η λογοτεχνία έχει άλλο τόπο. Είναι εκεί όπου η δημιουργική αμφιβολία και οι απαντήσεις δεν είναι ποτέ απλές. Η λογοτεχνία είναι για να περιπλέκει τη ζωή, όχι για να την απλοποιεί. Είναι η λογική της απόχρωσης, όχι της αντίθεσης.
Γιατί γράφετε λογοτεχνία κύριε Σεβαστάκη;
Γιατί από ένα σημείο και πέρα δε μπορούσα να πω πράγματα με άλλες γλώσσες. Είτε με τη γλώσσα του φιλοσοφικού δοκιμίου, είτε με τη γλώσσα ενός δοκιμιακού κειμένου. Κυρίως ήθελα να αναδείξω στιγμές, ανθρώπινες ποιότητες, πλευρές του χρόνου, πλευρές του βιωμένου χρόνου που δε μπορούν να περάσουν σε ένα κείμενο με προγραμματική γλώσσα. Η λογοτεχνία είναι η γλώσσα που μπορεί να προσεγγίσει τη λεπτομέρεια και την απόχρωση ενός προσώπου, μιας ιστορίας, μιας μνήμης και αυτό για μένα είναι σημαντικό.
Ενώ ξεκινήσατε με την ποίηση, συνεχίσατε με διηγήματα.
Στα οποία η μνήμη και το βίωμα είναι έντονα. Έχω ένα παρελθόν στην ποίηση. Και δε μπορώ να την προσεγγίσω κατασκευαστικά. Έχει μια δική της λογική η ποίηση, είναι περισσότερο ένας επισκέπτης αριστοκρατικός και λίγο σπάνιος και μπορεί για κάποιο καιρό να μην εμφανίζεται στο κατώφλι σου. Ο δοκιμιακός λόγος, ή αυτό που λέμε κοινωνική ή πολιτική κριτική λειτουργεί όντως παρασιτικά, δημιουργεί ένα τρόπο να βλέπεις τον κόσμο. Κλείνεται το ποιητικό στοιχείο, φεύγει. Η πεζογραφία είναι πιο συμμετοχική και κοινωνική αλλά ακόμα και αυτή χρειάζεται ένα μίνιμουμ απόστασης από τα γεγονότα. Για να μην είναι μια απλή καταγραφή. Τουλάχιστον εμένα, δε με ενδιαφέρει αυτό. Στη «Γυναίκα με ποδήλατο», στο πρώτο μου βιβλίο διηγημάτων, υπάρχει μια χρήση ενός αυτοβιογραφικού υλικού, αλλά είναι πολύ διαμεσολαβημένη από τη μυθοπλασία. Είναι απατηλά αυτοβιογραφική. Στην πραγματικότητα υπάρχει μυθοπλασία ακόμα και εκεί που φαίνεται ότι είναι μια ανάμνηση. Τα τελευταία χρόνια έχει πολύ μεγάλη ισχύ μέσα μου αυτός ο τρόπος έκφρασης.
Γιατί φεύγει μέσα στην κρίση ένας άνθρωπος που είχε πολιτογραφηθεί σαν διανοούμενος της αριστεράς και παίρνει αποστάσεις από αυτό το ρόλο και την εικόνα και πάει στο διήγημα; Δε σας άρεσε η εικόνα σας;
Όχι. Ένοιωσα άβολα κυρίως γιατί έπρεπε να λειτουργήσω κολακεύοντας μια ταυτότητα χωρίς να ρωτώ πλευρές της, χωρίς να γίνομαι σκληρός ή αυστηρός. Έπρεπε λοιπόν να υποδυθώ ένα ρόλο απέναντι σε ένα κοινό, που επιδοκιμάζει και ενθαρρύνει αυτή την ταυτότητα και αυτό με κούρασε και μου δημιούργησε την αίσθηση ότι «εδώ μπορώ να πω ψέμματα». Και δε θέλω να πω ψέμματα, ούτε στον εαυτό μου ούτε στους άλλους. Ούτε να αποσιωπήσω πράγματα που είναι άβολα ή ενοχλητικά για το κοινό, στα αμφιθέατρα, τις συγκεντρώσεις, τα κοινωνικά κέντρα. Γιατί ο άλλος περιμένει τον εχθρό. Αυτό σημαίνει πολιτική μέσα στην κρίση. Να ονοματίζει καθείς τον εχθρό του. Αυτό το πράγμα μου δημιούργησε την αίσθηση ότι κινδυνεύω να αρχίσω να λέω πράγματα που δεν πιστεύω για να έχω την αποδοχή του άλλου, ότι επαναλαμβάνομαι και δεν προσθέτω κάτι, ενώ η λογοτεχνία είναι ο τόπος της αλήθειας.
Βάζετε την ταυτότητά σας στη λογοτεχνία;
Βάζω την έννοια της αλλαγής, της μεταβολής. Αλήθειες ή την παρατήρηση όψεων του βίου και της πολιτικής έμμεσα αλλά και της κοινωνικής και προσωπικής ιστορίας που δε μπορεί να τις ανεχθεί ο πολιτικός λόγος ή ο προγραμματικός λόγος του διανοούμενου που είναι λόγος της αντίθεσης ή του προτάγματος. Η λογοτεχνία έχει γνώση της κοινωνίας αλλά είναι μια γνώση τρίτου τύπου. Κάνει ζημιά στην εικόνα κάποιου το να πει «έκανα λάθος στις κρίσεις μου, σε κάποιες έστω»; Ενδεχομένως κάνει ζημιά. Υπάρχει ένα κομμάτι του κοινού που είναι απογοητευμένο. Προτιμούσε έναν Σεβαστάκη μαχητικό. Προτιμούσε την πολεμική κρίση του λόγου, ενός λόγου που τους άρεσε. Πάντα ισχύει ένας διάλογος, μια συνομιλία. Δε γράφεις για τον εαυτό σου. Θέλεις να έχεις ένα χώρο αναγνώρισης, την κοινότητα. Αλλά ισχύει ότι έκανα κάποιες επιλογές που έρχονται σε αντίθεση με πλευρές μια θέσης και μιας στάσης. Αυτό δεν είναι μικρό. Έχει κάποιο ρίσκο.
Έχετε μετανιώσει;
Μέσα σε μια πορεία πολλών χρόνων μετανιώνεις για πράγματα τα οποία έγραψες όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικό και σε άλλο επίπεδο, επειδή για παράδειγμα βιάστηκες. Αλλά δεν έχει και νόημα. Βγήκε. Έφυγε από σένα. Τον κρίνω τον εαυτό μου και αρνητικά. Η πυκνότητα των γεγονότων όλων αυτών των χρόνων ήταν τέτοια που ή έπρεπε να βγεις εκτός ιστορίας και να κάνεις τον επιτήδειο ουδέτερο, είτε θα έμπαινες στο παιχνίδι. Το θέμα είναι αν μετά από κάποια χρόνια, αναθεωρείς πλευρές, αλλάζεις οπτικές και προσθέτεις καινούργιες. Για μένα αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία. Οφείλω να πω ότι εδώ με βοηθάει η λογοτεχνία γιατί είναι ένα αίτημα διαύγειας.
Το πρωταρχικό θέμα ενός λογοτεχνικού κειμένου σας;
Δεν είμαι γλωσσοκεντρικός, εννοώ με ενδιαφέρει η γλώσσα αλλά δεν θεωρώ ότι το πρωταρχικό θέμα ενός κειμένου είναι η γλώσσα του και μόνο. Η κατασκευαστική του. Είναι το παιχνίδι της γλώσσας με ένα αναφορικό σύστημα, με μια αναφορά. Με αυτή την έννοια επικοινωνώ με μια πιο κλασική αντίληψη της λογοτεχνίας παρότι ενσωματώνω και αναγνωρίζω ότι πρέπει να ενσωματώνει ο συγγραφέας καινούργιους τρόπους, καινούργιες μορφές και καινούργια βλέμματα.
Στο επόμενο λογοτεχνικό σας βήμα, τι θα αλλάξετε;
Αυτή είναι μεγάλη υπόθεση. Το αυτοβιογραφικό ή αυτό που φαίνεται ως αυτοβιογραφικό υποχωρεί πάρα πολύ. Τα καινούργια διηγήματα είναι μυθοπλαστικά και με κάποιες εξαιρέσεις δεν υπάρχει η ανάμνηση η αυτοβιογραφική. Το κέντρο είναι η παρατήρηση σχέσεων.
Τους γνωρίζετε τους ήρωές σας; Τους βλέπετε γύρω σας;
Παρατηρώ. Παίρνω λεωφορεία, περπατώ διαρκώς, έχω σχέση με τη γειτονιά μου, μια γειτονιά μικροαστική, ψωνίζω, έχω σχέσεις με τους ανθρώπους που ζουν γύρω μου, αλλάζουμε κουβέντες.
Την Αθήνα την ξέρετε;
Την ξέρω, το κέντρο τουλάχιστον. Τοποθετώ εκεί πολλές ιστορίες μου. Περισσότερες από όσες στη Θεσσαλονίκη. Και μου αρκεί αυτό. Δε θέλω κάτι παραπάνω. Γενικά με τις πόλεις, με τους τόπους έχω την αντίληψη ότι αν υπάρχουν μέσα σου, αν μπορείς να τους αναπλάσεις δε χρειάζεται να επιστρέφεις ή να μένεις ή να τους επισκέπτεσαι συχνά. Δε μου αρέσει να ταξιδεύω και συχνά. Ξέρετε, υπάρχει μια κατασυκοφαντημένη έννοια που είναι η ρουτίνα. Η ρουτίνα δεν είναι καθήλωση. Είναι μια απελευθερωτική καθήλωση. Ένα κόλλημα που σου επιτρέπει να ταξιδέψεις εσωτερικά, να ανακαλύψεις πλευρές. Η διαρκής καταστροφή της ρουτίνας δε σου επιτρέπει να συγκροτήσεις το βλέμμα σου. Το όλο παιχνίδι είναι ανάμεσα στην ρουτίνα και το πείραγμά της, αλλά αυτή η μεταβολή πρέπει να είναι απαλή. Να έχει κάποιες λοξές, παράδοξες πλευρές και να μη μετακινείται πανικόβλητα, βίαια, ούτε με το άγχος του να δείξει πόσο έξυπνος και πόσο επινοητικός μπορεί να είσαι Είναι και ο τρόπος να βαθαίνεις σε μια εμπειρία. Είναι όπως με τους ανθρώπους. Εξαντλώντας πολύ γρήγορα κάποιον, τον αδικούμε. Δυστυχώς, όλοι το κάνουμε.
Πηγή: www.lifo.gr

Όταν χαλαρώνω διαλογιζόμενος με τα μάτια κλειστά και τα φώτα σβηστά, πιστεύω ότι τα βλέπω όλα καθαρά, πεντακάθαρα και εις βάθος. Ευτυχώς που όταν συμβαίνει αυτό είμαι χαλαρός μέχρι αναισθησίας. Διαφορετικά θα με έπνιγε μια λύπη ανελέητη, απ'αυτές που παραλύουν. Όταν κοιμάμαι επίσης, δε βρίσκω δρόμο να διαβώ, σοκάκι να περάσω.