Πέμπτη, 02 Απριλίου 2015 17:55

Μακριά από τους ανθρώπους

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ένας Άγγλος δάσκαλος στα μέσα της δεκαετίας του '50 στην Κύπρο όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, μαθαίνει αγγλικά και κυπριακά στην μέση του πουθενά σε κάτι φτωχά Κυπριωτάκια. Όταν ξεσπούν οι πρώτες ένοπλες προσπάθειες των Ελληνοκυπρίων για να απελευθερωθούν από τους Άγγλους, τον αναγκάζουν οι δικοί του να μεταφέρει έναν Ελληνοκύπριο από το ορεινό πουθενά στην Λευκωσία για να δικαστεί για έναν φόνο που διέπραξε.

Στο δρόμο συναντούν ένοπλες ομάδες και από τα δύο στρατόπεδα. Αυτή η ανεξέλεγκτη βία φέρνει κοντά τους δύο συνταξιδιώτες και σιγά σιγά εξανεμίζει την μεταξύ τους αρχική εχθρότητα. Ταυτόχρονα τους απομακρύνει από τους οπλισμένους Έλληνες και Άγγλους που πολεμούν δίχως αναστολές.

Αυτή πάνω κάτω είναι η ιστορία της γαλλικής ταινίας "Μακριά από τους ανθρώπους". Με μια διαφορά. Ο Άγγλος είναι Γάλλος στην αρχή, ο Ελληνοκύπριος είναι Αλγερινός και η Κύπρος είναι το Αλγέρι. Αν κι από τότε έχουν περάσει αρκετά χρόνια, μου φαίνεται κομμάτι δύσκολο ακόμα και σήμερα, άνθρωποι που πολέμησαν τότε στον απελευθερωτικό αντιαποικιακό αγώνα της Αλγερίας να μην θυμώσουν μ'αυτήν την ταινία. Πως να καταλάβουν, τόσο οι Γάλλοι, όσο και οι Αλγερινοί, την ουδετερότητα που κρατάνε ο δάσκαλος και ο για ασήμαντο αφορμή φονιάς; Και πως να το δεχτούμε όλοι εμείς που μας έχουνε ποτίσει από τα μικρά μας για το δίπολο της φιλίας και της έχθρας;  

Νομίζω πως η ταινία είναι ένας ύμνος στους ανάμεσα, με την έννοια του πέρα. Σ'αυτούς, που αν και μέσα τους πιο ισχυρή είναι ή γίνεται η αδιαφορία για τη ζωή τους, το ένστιχτο τους οδηγεί να το παλέψουν, να επιβιώσουν, κρατώντας όμως τις αποστάσεις τους από τους οπλισμένους αντιπάλους. Όμως οι ανάμεσα αναγκαστικά ζουν σαν αόρατοι σε ένα κόσμο όπου τα δόκανα για να πιάνουν ανθρώπους σαν κι αυτούς, αυξάνονται διαρκώς. Και που αυτοί που τα στήνουν είναι τόσο αιχμάλωτοι στο καθήκον τους, στην ιεραρχία τους, όσο και τα θηράματά τους στην μοίρα τους. 

Πρέπει να υπάρχουν αρκετά γουέστερν που ένας καλός αναγκάζεται να συνοδεύσει έναν κακό σε μια άλλη πόλη για κάποιο λόγο και στο δρόμο τους τούς την έχουν στημένη του κόσμου οι επίδοξοι δολοφόνοι, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Τι είναι αυτό λοιπόν, που έχει αυτή η ταινία και μας κέρδισε, μάλλον στα σημεία; Ο ρυθμός της; Ναι, ούτε αργός ώστε να γίνονται οι ήρωες σύμβολα , ούτε γρήγορος, που ν'αρχίζουν να ερωτοτροπούν με τα καρτούν. Έτσι η ταινία μας κερδίζει στα ίσα. Άνθρωποι μεγενθυμένοι απέναντι σ'εμάς. Η άρνησή της να μας εκβιάσει εύκολα συναισθήματα; Ναι, και το πετυχαίνει με τα δεδομένα του σεναρίου, όπου το να ταυτιστούμε με τους δύο ήρωες φαντάζει χλωμό, γιατί τα κίνητρά τους είναι από άλλες προσωπικές ιστορίες και παραδόσεις. Γι'αυτό ασυνείδητα είμαστε σε διάσταση, και με τους δύο. Οι αλλαγές τους όμως μας κερδίζουν σιγά σιγά κι αρχίζει να μας αφορούν οι αποφάσεις τους και η σχέση τους. Μήπως της ζωής το παράλογο που είναι τόσο οικείο όσο και η κοινή λογική; Ναι, κυκλοφορούν από την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας αυτής οι δύο αυτοί προαιώνιοι αντίπαλοι. Κι αυτό δεν είναι παράξενο.

Ο Αλμπέρ Καμύ* ( Αλγέρι, 1913 - Βουργουνδία,1960) έγραψε το διήγημα "Η φιλοξενία". Πάνω σ'αυτό βασίστηκε το σενάριο της ταινίας. Κι ο Καμύ είναι ένας από εκείνους τους στοχαστές που σκάλισε όσο μπορούσε το παράλογο της ζωής και τάιζε τα εφτάψυχα της ψυχής για να το αντέξει ο συνηθισμένος άνθρωπος.

Μήπως το σκηνικό (τα πετρώδη βουνά του Άτλαντα, τα βράχια και η έρημος, τα εγκαταλειμένα πετρόκτιστα χωριά) έδωσε μια βαρύτητα στο έργο, απ'αυτές που βασίζονται στην αφαίρεση; Ναι, η Μάνη είναι παρούσα και το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν ακολουθεί κατά πόδας. Σίγουρα θα με έπιανε ούτως ή άλλως αυτό το έργο του 47χρονου Νταβίντ Ελχοφέν, μιας και συχνά νιώθω ένας από τους ανάμεσα του κόσμου αυτού. Που είναι ανάμεσα/πέρα απ'τον  έρωτα και το θάνατο όταν σχεδόν αγγίζονται, αλλά και σ'ένα άλλο ανάμεσα/πέρα της νερού και της φωτιάς όταν θέλουν να μας συμπαρασύρουν στον αλληλοαφανισμό τους.

Ας είναι καλά βεβαίως πέρα από τον σκηνοθέτη και ο 52χρονος Αμερικανοδανός Βίγκο Μόρτενσεν**, που όταν λείπει από τη σκηνή αυτός και τα γυμνά βουνά με τον ουρανό τους, λες και φτωχαίνει η ταινία. Και να πεις ότι παίζει με έναν τρόπο που βγάζει όσο περισσότερα μπορεί προς τα έξω, κάνοντας τα πάντα για να τον προσέξεις; Όχι βεβαίως.  Ίσα, ίσα, χρησιμοποιεί τα απολύτως απαραίτητα. Τα βλέμματα, οι κινήσεις η ομιλία όλα είναι στο τσακ να σβήσουν και να χαθούν αφήνοντας πίσω μια μάσκα. Κάτι απόμακρο τον χαρακτηρίζει, λες και ζει κάπου αλλού. Μόνο όταν διδάσκει στην τάξη, νοιώθεις να είναι παρών με όλα του. Κι αυτή τη μετάβαση στα κρίσιμα σταυροδρόμια, από το είμαι χωμένος μέσα μου (στον πατέρα μου) στην φάση τραπεζάκια έξω (στην μητέρα μου), την κάνει με τόση φυσική μαεστρία που αισθάνεσαι τη διαφορά θερμοκρασίας όχι μόνο μέσα σου αλλά και στην επιδερμίδα σου. Είναι προφανές πως το λιτό παίξιμο του Μόρντεσεν έδωσε πολλούς παραπάνω πόντους στην δεύτερη, μετά το 2007, ταινία του Ελχοφέν.  

Τι φχαριστήθηκα; Που δυο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί περνώντας από σαράντα κύματα, φτάνουν στο σημείο να νοιάζεται ο ένας για τον άλλον. Τι άλλο; Που δυο άντρες μπλεγμένοι σε ένα δύσκολο πρόβλημα, αρνούνται να το λύσουν προσεταιρίζοντας τη βίαια δύναμη που τους προσφέρετε και τους απειλεί, αρνούνται να χρησιμοποιήσουν ο ένας τον άλλον για να επιζήσουν. Και στο δια ταύτα, μάχονται για να μην υποταχθούν στο ένστιχτο της αυτοσυντήρησης. Και φαίνεται να το ξεπερνούν κινούμενοι προς ένα ανώτερο νόημα που συμπεριλαμβάνει και τον άλλον, τον άγνωστο και διαφορετικό, τον ξένο.

Τι μου άρεσε; Που οι ήρωες δεν έκαναν οτιδήποτε επειδή τους διέταξαν, αν και γνώριζαν ότι θα το πλήρωναν ακριβά. Τι μου ζήτησε η ταινία να της υποσχεθώ, για να μην νοιώσει ότι τζάμπα κόπος ήτανε; Να μην προσπαθώ να την βγάλω καθαρή πουλώντας με σ'αυτούς που κρατούν τα όπλα, που έχουν την εξουσία και ας με πνίξει κάποτε η βαριά μελαγχολία της συντριβής. Αυτής που μπορεί να με πάει ως τα όρια της ανυπαρξίας. Και να ξέρω απ'εδώ και πέρα, πως το να είμαι φυσικά αθώος και ελεύθερος μαζί, είναι σχεδόν αδύνατο να συμβεί αν ζω μαζί με άλλους. Θα πρέπει να διαλέξω. 

Και τι δεν απαντήθηκε; Αυτοί που διαλέγουν να είναι μακριά από τους ανθρώπους, τι είναι; Θεριά ή θεοί, που είπε και ο Αριστοτέλης; Η μήπως άνθρωποι είναι κι αυτοί, αλλά σε ένα διαφορετικό σύμπαν από των άλλων, των πολλών; Το πρόβλημα όμως είναι που αυτά τα δύο σύμπαντα επικοινωνούν και το ένα μπλέκεται στα πόδια του άλλου.

Ποιοι έγραψαν την πολύ όμορφη και ταιριαστή μουσική; Ο αγαπητός μου Νικ Κέιβ και ο Γουόρεν Έλις. Δίχως να το σκεφτώ είχα την αίσθηση ότι έβγαινε από τη γη, απελευθερωνόταν απ'αυτήν και πετούσε πέρα ψηλά, παίρνοντας μαζί της τις εικόνες εμένα κι όλο το σινεμά.

Εδώ το τρέιλερ  

Εδώ ένα κομμάτι από το σάουντρακ της ταινίας. Δύο τραγούδια στο άλμπουμ τα τραγουδάει ο Ψαραντώνης. 

Στην πρώτη φωτό οι Ρεντά Καντέμπ & Βίγκο Μόρτενσεν, στη δεύτερη ο Νταβίντ Ελοφέν και στην τρίτη οι Νίκ Κέιβ & Γουόρεν Έλις


    Από τη Βικιπαίδεια τα βασικά για τον Καμύ και τον Μόρτενσεν

 

* Ο πατέρας του Καμύ ήταν Γάλλος η μητέρα του Ισπανίδα και μεγάλωσε μέσα στην φτώχεια. Ένα χρόνο μετά την γέννησή του ο πατέρας του σκοτώθηκε σε μία μάχη. Η ζωή του Καμύ ήταν κάθε φορά μια πορεία ανάμεσα στα κυρίαρχα ρεύματα. Στο περιθώριο των κυρίαρχων φιλοσοφικών ρευμάτων ο Καμύ επέμεινε στον στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση. Αρνούμενος να εκφράσει ομολογία πίστεως στον Θεό, στην ιστορία ή στη λογική, ήρθε σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό, τον Μαρξισμό και τον Υπαρξισμό. Δεν σταμάτησε ποτέ την πάλη ενάντια στα ιδεολογήματα και τις αφαιρέσεις που αποστρέφονται την ανθρώπινη φύση. Ο Καμύ ήταν ένας από τους ανάμεσα, που βραβεύτηκε το 1957 με το Νόμπελ λογοτεχνίας και τρία χρόνια αργότερα σε ηλικία 47 ετών σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Ο Αλμπέρ Καμύ παραδόθηκε στη διαρκή εναλλαγή για να αποφύγει τη "συνήθεια", ωστόσο διατήρησε μία και μοναδική ως την τελευταία ημέρα της ζωής του: να γράφει για τους ανθρώπους, για "τα παθήματα της ψυχής" και για το "παράπονο των εγκλείστων στον εαυτό τους" ανθρώπων. Ο Καμύ ήταν ο κατ' εξοχήν "ανθρώπινος" συγγραφέας, ο κατ' εξοχής ανθιστάμενος στην κωμωδία της καθημερινότητας, ο πραγματικός αναλυτής των "μάταιων πράξεων", όπως γράφει ο ίδιος θέλοντας να χαρακτηρίσει την αγωνία του θανάτου. 

Πατώντας  εδώ  θα σας εμφανιστεί μια παρουσία της βιογραφίας του Καμύ γραμμένη από τον Olivier Todd «ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ, ΜΙΑ ΖΩΗ», (Εκδ. Καστανιώτη) 

** Ο Μόρτενσεν γεννήθηκε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης στις 20 Οκτωβρίου του 1958. Ο Δανός πατέρας του, Βίγκο (Viggo) και η Αμερικανίδα μητέρα του Γκρέις (Grace) γνωρίστηκαν στη Νορβηγία (η μητέρα του δούλευε στην αμερικανική πρεσβεία των ΗΠΑ) και παντρεύτηκαν στην Ολλανδία. Το όνομά του προέρχεται από τη σκανδιναβική λέξη viggo που σημαίνει πόλεμος.

Ο πατέρας του, που μεγάλωσε σε φάρμες στη Δανία, έθεσε στόχο στη ζωή του να γίνει επιχειρηματίας και να δημιουργήσει περιουσία. Έτσι, το 1960 μετακόμισε με την οικογένεια του στην Νότια Αμερική, όπου γεννήθηκαν τα δύο μικρότερα αδέρφια του Βίγκο, o Γουόλτερ και ο Τσάρλι. Είχε και έναν ετεροθαλή αδερφό, ο οποίος, όμως, πέθανε όταν ο Βίγκο ήταν περίπου 12 ετών. Σε ηλικία 7 ετών οι γονείς του τον έστειλαν σε ιδιωτικό σχολείο στην Αργεντινή. Ο Βίγκο έζησε στη Ν. Αμερική μέχρι τα 11 του χρόνια και έμαθε να μιλά άπταιστα τα ισπανικά. Το 1969 οι γονείς του χώρισαν. Η μητέρα πήρε τα παιδιά και επέστρεψε στις Η.Π.Α., στην Γουότερταουν (Watertown) της Μασσαχουσέτης. Ο ίδιος λέει πως όταν γύρισαν στις Η.Π.Α. η κατάσταση ήταν κάπως περίεργη, αφού είχε προηγηθεί η πρώτη προσεδάφιση στη Σελήνη. Στην ίδια πόλη συνέχισε το σχολείο. Υπήρξε πολύ καλός μαθητής και αθλητής, αφού ήταν μέλος της ομάδας τένις και αρχηγός της ομάδας κολύμβησης. Παρ’ όλα αυτά, δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα στην τάξη του. Στα 17 του, σε σχολικό πάρτι που είχε οργανωθεί για τη γιορτή του Halloween, είχε πιει τόσο πολύ με τους φίλους του, που άρχισαν να τσακώνονται άσχημα. Αυτόν τον τσακωμό ο Βίγκο δεν πρόκειται να τον ξεχάσει ποτέ, γιατί εξαιτίας του απέκτησε το σημάδι που έχει μέχρι σήμερα στο πάνω χείλος, αφού κατέληξε πάνω σ’ ένα συρματόπλεγμα. Μετά από όλα αυτά οδηγήθηκε, σε κωματώδη κατάσταση, στο νοσοκομείο. Το 1976αποφοίτησε από το Λύκειο και το 1980 από το κολέγιο "St Lawrence University" με πτυχίο στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και στα ισπανικά. Ο Βίγκο μιλάει άπταιστα αγγλικάδανικάκαι ισπανικά. Επίσης, γνωρίζει αρκετά καλά τη γαλλική, την ιταλική, τη σουηδική και τη νορβηγική γλώσσα (άλλωστε η γιαγιά του ήταν απ’ τη Νορβηγία).

Μετά τις σπουδές του εγκαταστάθηκε στη Δανία, όπου έζησε με τα ξαδέρφια του. Εκεί εργάστηκε ως σερβιτόρος, οδηγός φορτηγού, λιμενεργάτης, πωλητής λουλουδιών, πωλητής παγωτών (ο ίδιος, μάλιστα, έχει πει πως, επειδή τα παγωτά έλιωναν αρκετά γρήγορα, κάποια τα έδινε δωρεάν, γι’ αυτό και το αφεντικό τον έδιωξε αμέσως απ’ τη δουλειά) και ως διανομέας αλευριού για τους φούρνους της πόλης όπου διέμενε. Ο Βίγκο από μικρός κυκλοφορούσε με ένα μολύβι στο χέρι και το μπλοκ ακουαρέλας. Είχε πάντοτε μια ιδιαίτερη κλίση προς την τέχνη. Όταν ήταν στη Δανία άρχισε να βλέπει ταινίες σπουδαίων δημιουργών, όπως του Ταρκόφσκι, του Μπέργκμαν, τoυ Παζολίνι και του Μπερτολούτσι και να παρακολουθεί παραστάσεις στο θέατρο. Ο ίδιος έχει πει «Δεν ήθελα μόνο διασκεδάσω και να συγκινηθώ. Ήθελα να μάθω πως γίνεται όλη αυτή η δουλειά. Με ποιον τρόπο κάνουν το πλήθος να συμπάσχει με τους ήρωες και να τους επηρεάζουν συναισθηματικά». Εκείνος, όμως, δεν ήξερε ποιον δρόμο να ακολουθήσει. Την απόφασή του την πήρε όταν, το 1982, μαζί με την κοπέλα του, έφτασε ξανά στη Νέα Υόρκη. Εκεί γράφτηκε στην υποκριτική σχολή "Acting Workshop" του Γουόρεν Ρόμπερτσον (Warren Robertson), μια σχολή με ιδιαίτερο κύρος. Σπούδασε δύο χρόνια και απέκτησε παράλληλα μικρή θεατρική εμπειρία, καθώς εμφανίστηκε σε παραστάσεις όπως οι Romeo and JulietKevin O’ CypherTwo by Two και Τhe Rapido σε θέατρα τη Νέας Υόρκης όπως τα Ryan, Indiana, American και το Νew York Ensemble.
To 1985 έκανε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο με την ταινία του Πίτερ Γουάιρ Μάρτυρας Εγκλήματος, δίπλα στον Χάρισον Φορντ.(Βικιπαίδεια).      
Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 04 Απριλίου 2015 20:19
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση