Στη συνέχεια απαντάει σε διάφορες ερωτήσεις, όπως π.χ για το ποια
πλευρά μας επιλέξαμε ως λαός να πορευτούμε και γιατί και πως νιώθει
για τη διαχρονικότητα εκείνων των στίχων του,
στους οποίους αποτυπώνεται η για τα μπάζα πλευρά μας;
Συνεχίζει απαντώντας στο πως επηρεάζει την κρίση του για τη σημερινή
κατάσταση που βρισκόμαστε, το γεγονός ότι είναι φύσει αισιόδοξος
άνθρωπος. Και άραγε γνωρίζει τι τον κράτησε δημιουργικό και γεμάτο
έμπνευση στα πενήντα χρόνια της καλλιτεχνικής του πορείας;
Τέλος, τον ρωτάει η δημοσιογράφος ποια πιστεύει ότι είναι τα στοιχεία
εκείνα που κράτησαν δυνατή τη σχέση του με την αγαπημένη του σύζυγο
Άσπα;
Το δυνατό σημείο αυτής της συνέντευξης είναι ένας γνωστός μας άγνωστος από χρόνια 70χρονος,
που εκφράζεται ως ένας 70χρονος που φέτος θα σβήσει 69 κεράκια και
του χρόνου 68, κοκ, μέχρι να αποχαιρετιστούμε για πάντα γαμώτο.
Ως συνήθως, πάλι όμορφα μιλάει ο κος Σαββόπουλος, και ως συνήθως
οι αλήθειες του εξακολουθούν να παρουσιάζουν ενδιαφέρον όχι μόνο σε
μας, αλλά πιστεύουμε και σε αρκετούς συμπατριώτες μας. Υπάρχει ένα
σημείο όμως, όχι μόνο σ’αυτήν τη συνέντευξη και στο έργο του,
που το γεγονός ότι μ'αφήνει ξεκρέμαστο δεν μου επιτρέπει να σταθώ
εντελώς στο πλάι του.
Παλαντζάρω ανάμεσα στο "πάμε μαζί δικέ μου" και στο «θα με βρίσκεις
απέναντι σου". Αυτό το βιώνω μετέωρος ανάμεσα στην λαχτάρα για το
απρόβλεπτο και την περιέργεια για το άγνωστο και στο φόβο του ρίσκου,
στο δασκαλίκι που σχεδόν τίποτα δεν μαθαίνει από τα φτωχοδιαβολάκια
των πίσω θρανίων που μεγάλωσαν δίχως ουτ’ ένα χάδι.
Το σημείο αυτό σχετίζεται με τις συμπεριφορές, τις νοοτροπίες και τις
σχέσεις που πριμοδοτεί το σύστημα (με όλα εκείνα που κουβαλάει στην
πλάτη του, στα σπλάχνα του και στις πορδές του ) μέσω των
υποστηριχτών του, των διαχρονικών εκφραστών του και των
πάσης φύσεως συμφερόντων τους. Εκεί μερικές φορές νιώθω
να καιροφυλακτεί μια κατάμαυρη τρύπα, που καταπίνει το φως που μας
γλυκαίνει όταν αγγιζόμαστε.
Σίγουρα τίποτα δεν είναι τέλειο στη ζωή αυτή, αλλά την ίδια στιγμή, εξ
αιτίας πιο πολύ απ'όλα της επιθυμίας για την ελευθερία της αγάπης,
μπορεί να γίνει, έστω και για λίγο ένα θαύμα.
Γι'αυτό πιστεύω ότι στις γωνιές των σπιτιών μας και της οικουμένης,
υπάρχουν και χορεύουν οι Βάκχες, οι Ρόζες, οι αμάν Κατερίνες μας και οι
Ευδοκίεεεες μας που μας περιμένουν με ορθάνοιχτες τις
φλογισμένες αγκάλες τους. Υπάρχουν σίγουρα, αρκεί να ξεστραβωθούμε
και τότε είμαι σίγουρος ότι θα τις δούμε.
Για να χορέψουμε όμως μαζί τους, μου έλεγε η γιαγιά μου, πρέπει να
πιστέψουμε σ'αυτές, πρέπει ν'αφεθούμε στον οίστρο τους και να
συντονιστούμε με τη μανία τους. Μα πάνω απ'όλα, του παππού
αυτό, να βρούμε τον τρόπο για δώσουμε όσα έχουμε και δεν έχουμε,
καλοί μου φίλοι σας γράφω....Τότε μόνο οι εντός μας δρόμοι του
συστήματος που είμαστε κι εμείς που δεν το θέλουμε και το παλεύουμε,
θα αρχίζουν να σβήνουν, να ξεδοντιάζονται και την ίδια στιγμή να
γινόμαστε δρόμοι, σοκάκια και μονοπάτια που κανένας χάρτης δεν τα έχει
μέχρι τώρα. Δρόμοι για μοίρασμα, δρόμοι για χάρισμα, δρόμοι που μες τη
γιορτή τους χάνει η μάνα το παιδί, μα ξαναβρίσκονται λάμποντας εκεί
όπου στο βάθος τους μια άλλη Ανατολή ανατέλλει, για όλους μας
κατ'αρχήν. Κι αυτή είναι η μόνη ελπίδα, που μέγα μυστήριο την καλύπτει
για το πώς αντέχει από τότε που περπατήσαμε όρθιοι για πρώτη φορά σ’αυτόν τον
πλανήτη, που κι εδώ έχουμε ένα άλλο μέγα μυστήριο.
Ναι, το γιατί άραγε ακόμα μας αντέχει και δεν πέφτει να μας πλακώσει;
Και ως πότε παλληκάρια θα συνεχιστεί αυτό,
όταν νυχθημερόν βάζουμε τα χέρια μας και βγάζουμε τα μάτια μας;

