Σε αντίθεση με τα καταπιεστικά «ολοκληρωτικά» καθεστώτα, το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο, διεθνώς «total football», ήταν συνώνυμο απελευθέρωσης χαρισμάτων των παικτών και τέρψης του κοινού. Ο Ολλανδός προπονητής, Ρίνους Μίχελς, εμπνευστής του στη δύση της δεκαετίας του ‘60 και ανατολής του ‘70, γεννήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου του 1928 στο Αμστερνταμ.
Εμπνεύστηκε και πρόσφερε νέο χωροχρόνο στο ποδόσφαιρο, κυρίως από τον πάγκο του Αγιαξ και της Εθνικής Ολλανδίας, υπό την μπαγκέτα της μοναδικότητας του Γιόχαν Κρόιφ. Ποδόσφαιρο με αισθητική επάρκεια, αν όχι πληρότητα, χωρίς να εμποδίζεται η αποτελεσματικότητα!
Ο Marinus Jacobus Hendricus «Rinous» Michels είχε ιδέα σύνθετη, όμοια με το πολυδαίδαλο πλήρες όνομά του! Αλλά είχε και παίκτες με τεχνικά και σωματικά προσόντα, ικανά να τους επιτρέπουν διαρκή κίνηση όταν δεν είχαν την μπάλα στα πόδια τους. Ηταν κάτοχοι βεβαιότητας πως όλοι τους μπορούσαν να αγωνιστούν σε κάθε θέση. Πίεση ψηλά από την αμυντική γραμμή του αντιπάλου που προκαλούσε ασφυξία. Το 1946, είπε τη διάσημη φράση «η επίθεση είναι ο καλύτερος τρόπος άμυνας», και με βάση αυτή τη λογική το 1965 ανέλαβε τον Άγιαξ ως προπονητής. Χρησιμοποίησε ένα σύστημα 4–3–3 στο οποίο οι παίκτες αντάλλασσαν τις θέσεις και έπρεπε να μπορούν να παίξουν σε οποιοδήποτε θέση.
Από την κρατική ολλανδική τηλεόραση ζητήσαμε τα λόγια-οδοδείκτες του Μίχελς όπως είχαν αποτυπωθεί σε δηλώσεις του. Για ευνόητους λόγους μάς πρόβαλαν τηλεοπτική του δήλωση μετά τον τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών, Αγιαξ-Παναθηναϊκός 2-0 (2/6/1971) στο Γουέμπλεϊ: «Με συνεχή κίνηση δημιουργείς κενό χώρο, τον καταλαμβάνεις. Βέβαια αν δεν πάρεις την μπάλα στην κατοχή σου εγκαταλείπεις τον ίδιο χώρο του γηπέδου για να πάρει άλλος συμπαίκτης τη θέση σου. Ετσι όλες οι πλευρές της ομάδας κυλούν προς την επίθεση». Ζητήσαμε διευκρίνιση: «Είναι ακριβής η μετάφραση της λέξης «κυλούν» που εκστόμισε ο Μίχελς;». Καταφατική η απάντηση των Ολλανδών… Να γιατί ο ειρηνικός επαναστάτης Αγιαξ του Μίχελς, ομάδα που άλλαξε τον ποδοσφαιρικό τρόπο σκέψης, κίνησης, λόγω της πρωτοποριακής τακτικής Μίχελς, αλλά και με τους κατάλληλους παίκτες να την εφαρμόσουν, είχε χαρακτηριστεί και «ομάδα- μπαλέτο».
Να γιατί η FIFA τον ανέδειξε το 1999 «Καλύτερο προπονητή του 20ού αιώνα», όπως και το γαλλικό περιοδικό «France Football» που στο τέλος του αιώνα (2000) αλλά και το 2019 τον ανέδειξε Καλύτερο προπονητή όλων των εποχών. Και κανείς δεν διαφώνησε...
Ο υπογράφων είχε συναντήσει τον Λουίς φαν Χάαλ το 2001, με αφορμή το παιχνίδι παλαιμάχων Αγιαξ-Παναθηναϊκού, την επανάληψη της αντιπαράθεσης του 1971 στο Αμστερνταμ, και σε δηλώσεις του («Ελευθεροτυπία») με τάση αναπόλησης είχε πει: «Ο Μίχελς είχε αποδείξει πως ο αγωνιστικός χώρος μπορεί να γίνεται ευμετάβλητος. Να πλαταίνει και να στενεύει ανάλογα με τον τρόπο παιχνιδιού. Τη συνεχή κίνηση των παικτών χωρίς την μπάλα, την εναλλαγή θέσεων, την πεποίθηση κάθε παίκτη πως μπορεί να παίξει σε κάθε θέση». Κι όταν τον είχαμε ρωτήσει-αμφισβητήσει, «πρέπει να έχεις παίκτες με ανάλογα προσόντα ώστε να ακολουθήσεις παρόμοια λογική στο παιχνίδι», μας είχε απαντήσει: «Ο Μίχελς σε έπειθε ότι μπορείς. Ακόμη κι αν δεν είχες τα πλήρη τυπικά προσόντα, ξεπερνούσες τον εαυτό σου χωρίς υπερπροσπάθεια κι έπαιζες έτσι όπως έπρεπε. Επειδή είχες πειστεί πως αυτό είναι το σωστό»!
Δεν χρειάζεται επιπλέον διευκρίνιση ώστε να καταλάβετε γιατί ο Γιόχαν Κρόιφ είχε δηλώσει πως «κανείς δεν με έμαθε όσα ο Μίχελς. Θαύμαζα πάντα την ηγετική φυσιογνωμία και την έμπνευση που μας έδινε». Μιλούσε, λοιπόν, στις 4 Ιουνίου του 1971 στην πατρίδα του για τον νικηφόρο τελικό και το πώς δίδασκε τους παίκτες του στα αποδυτήρια… Αλλιώς τι «Αϊνστάιν των γηπέδων» θα ήταν, τι «στρατηγός», όπως ήταν τα πλέον προσφιλή προσωνύμιά του. Απέναντι στον Μίμη Δομάζο και τους υπόλοιπους παίκτες του Φέρεντς Πούσκας γιόρτασε το πρώτο και μοναδικό με τον ίδιο στον πάγκο, από τα τρία σερί Κύπελλα Πρωταθλητριών. Διότι εκείνο το καλοκαίρι (1971) κάθισε στον πάγκο της Μπαρτσελόνα ώς το 1976.
Ακολούθησαν δύο συνεχείς επιτυχίες για τον «Αίαντα» στους αμέσως επόμενους τελικούς (2-0 την Ιντερ το 1972, 1-0 τη Γιουβέντους το 1973), χωρίς τον Μίχελς στον πάγκο, αλλά με καθοδηγητή τον Ρουμάνο Στέφαν Κόβατς. «Με το αποτύπωμα του Μίχελς ανεξίτηλο στην ομάδα μας, σεβαστό από τον Κόβατς». Λόγια του Μπάρι Χούλσοφ, κεντρικού αμυντικού της ομάδας την εποχή των Μπιτλς. Κι έτσι, δηλαδή «Μπιτλς της μπάλας», είχαν χαρακτηριστεί οι παίκτες του Αγιαξ υπό τον Μίχελς. Ευνόητη η παρομοίωση επειδή την ίδια εποχή το μουσικό συγκρότημα απ’ το Λίβερπουλ έγραφε τη δική του, ανεξίτηλη ιστορία.
Στο βιβλίο του Ντέιβιντ Γουίνερ, «Ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο, επανάσταση χρώματος πορτοκαλί» (το εθνικό χρώμα της Ολλανδίας), ο Χούλσοφ επίσης τονίζει: «Ο Μίχελς ήταν σκληρός. Εκανε αυστηρό διαχωρισμό και μας έλεγε πως όταν έρχεσαι στο γήπεδο είσαι ένας ποδοσφαιριστής με νούμερο στην πλάτη. Οταν φεύγεις από αυτό, είσαι ένας άνθρωπος με τον οποίο μπορώ να συζητήσω. Στο γήπεδο σε κρίνω αποκλειστικά για τις ποδοσφαιρικές ικανότητές σου». Ετσι δούλεψε ως προπονητής εκτός των Αγιαξ (1965-71, 4 πρωταθλήματα Ολλανδίας, ένα Πρωταθλητριών), Μπαρτσελόνα (1971-76, ένα πρωτάθλημα) και στις γερμανικές Κολονία, Λεβερκούζεν. Πέρασε και από το υπό διαμόρφωση τότε ποδόσφαιρο των ΗΠΑ (Λος Αντζελες Αζτεκς, 1978-80).
Παρόμοια θεώρηση του ποδοσφαίρου ήταν αιτία και του διαρκούς παραπόνου του ώς το τέλος της ζωής του (77 ετών, στις 3 Μαρτίου 2005 στην κλινική της βελγικής πόλης Ααλστ μετά τη δεύτερη εγχείρηση καρδιάς). Τον κατέτρεχε η αποτυχία να κατακτήσει το 1974 στη Δυτική Γερμανία, ως προπονητής της Εθνικής Ολλανδίας, το Μουντιάλ απέναντι στους οικοδεσπότες του Χέλμουτ Σεν (ήττα με 2-1). Στο ίδιο γήπεδο βέβαια (Ολυμπιακό Στάδιο Μονάχου), σε άλλη θητεία του ως εθνικός προπονητής, γιόρτασε (φωτ.) το EURO με αντίπαλο στον τελικό τη Σοβιετική Ενωση. Νίκη με 2-0, με γκολ του Γκούλιτ και το περίφημο του Φαν Μπάστεν, με το γυριστό από πλάγια στο απέναντι «παραθυράκι» του Ντασάεφ. Ο συνολικός απολογισμός του ως προπονητή της Εθνικής σε τέσσερις θητείες (1974, 1984, 1986-88, 1990-92) ήταν 30 νίκες, 13 ισοπαλίες, 10 ήττες σε 53 παιχνίδια.
Μετά τις σπουδές του στη γυμναστική ακαδημία της ολλανδικής πρωτεύουσας, με καλά φυλαγμένα στο νεανικό δωμάτιο τα ποδοσφαιρικά παπούτσια και τη φανέλα του Αγιαξ, δώρα του πατέρα του όταν ο Ρίνους ήταν εννιά ετών, μέσω των ερασιτεχνικών ομάδων «JOS» και «ΑFS» της πρωτεύουσας, εντάχθηκε ως σέντερ φορ στον Αγιαξ, αλλά η εν ενεργεία πορεία του έληξε πρόωρα. Ηταν 30 ετών όταν ένα άλυτο πρόβλημα στη μέση τον ανάγκασε να πει «αντίο». Από το 1945 ώς το1958, έπαιξε με τον Αγιαξ σε 264 επίσημα παιχνίδια και πέτυχε 122 γκολ. Ως παίκτης της Εθνικής είχε πέντε συμμετοχές. Από το 1965, όταν ανέλαβε προπονητής τού -υποψήφιου για υποβιβασμό τότε- Αγιαξ και με την πετυχημένη διάγνωσή του ότι πρέπει να αλλάξει νοοτροπία η ομάδα, ώς το 1992 ως προπονητής ομάδων και Εθνικής, σε 871 παιχνίδια σημείωσε 509 νίκες, έζησε 168 ισοπαλίες και υπέστη 194 ήττες. Συχνότερα με αγωνιστική τακτική το ίδιο ποδοσφαιρικό πυθαγόρειο θεώρημα και τις παραλλαγές του…
Πηγή: efsyn.gr/stiles
ΚΑΙ περισσότερες πληροφορίες στο
el.wikipedia.org/ Ρίνους Μίχελς
|
Jan 2026 |
24.616 33.883 |

Σπύρος Τσάμης.