Σ.Γ. —Χαίρομαι κι εγώ πολύ, αγαπητέ Νίκο, για τη συνάντησή μας αυτή, στον οικείο και στους δυο μας ιστο-τόπο του «ποιείν». Ευτυχής και πάλι η συγκυρία να συνευρισκόμαστε εδώ, μετά τον Φεβρουάριο του 2017, όταν σημειώνατε τις σημαντικές σας σκέψεις για το Φυτολόγιό μου.
Η πρώτη σας ερώτηση, με βρίσκει απροετοίμαστη. Ενώ πολύ θετικά δέχομαι τη θέση σας για κοινά γλωσσικά σημεία ανάμεσα στο «Φυτολόγιον», από τη μια, και τη νέα ποιητική σύνθεση από την άλλη, μου είναι, ωστόσο, πολύ δύσκολο να απαντήσω στο αν συμφωνώ ή όχι με τον ορισμό σας, εφ’ όσον «κρίνομαι», όπως λέτε, για την «καινοφανή ποιητική εικονο-γλώσσα». Εάν εσείς το ορίζετε αυτό ως «αισθητικό εκλεκτικό ερμητισμό», τότε το μόνο που μπορώ να καταθέσω εδώ είναι ότι με βάζει σε σκέψεις ο τίτλος-ορισμός σας. Σας είμαι ευγνώμων, όμως, διότι πρώτη φορά διαβάζω κάτι τέτοιο. Δεν είμαι σε θέση, επίσης, να προβώ εγώ η ίδια σε έναν ορισμό της ποιητικής μου ταυτότητας, γιατί αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε μια διαδικασία που ακόμη εξελίσσομαι.
Ν.Γ. —Η γραφή σας είναι εξαιρετικά ακριβολογική. Αυτό ακριβώς το ακριβολογικό στοιχείο που σας χαρακτηρίζει το διέπει το συνολικά ποιητικό σας ιδίωμα. Από πού προέρχεται, κατά τη γνώμη σας. Στέκομαι στο στοιχείο αυτό, διότι τόσο στο “Φυτολόγιο” όσο και στο “Καλεντάρι”, παρατηρείται ακριβώς αυτό: Μια εξονυχιστική οργάνωση της έκτασης, του χώρου και του ρυθμού, ως προϋπόθεση ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΊΑΣ, εν τέλει, ως απαρέγκλιτος όρος της ύπαρξης του ίδιου του ποιητικού λόγου και του περιεχομένου του.
Σ.Γ. —Γι’ αυτή σας την ερώτηση θα είχα να πω περισσότερα: Με κατέτρωγε από μικρή η προσπάθεια να είμαι ακριβής, όταν εκφράζομαι. Η προσπάθεια αυτή εξελισσόταν όσο πιο πολύ εμβάθυνα, στη συνέχεια, στη νομική επιστήμη. Ήταν η εκπαίδευσή μου στο δικό μου ζητούμενο. Είναι αποτέλεσμα της αναζήτησης αυτής ό,τι εσείς βλέπετε και στις δύο μου δημιουργίες. Ως συγγραφέας νομικών μελετών και άρθρων, ασχολήθηκα «εξονυχιστικά», όπως πολύ ωραία σημειώνετε, με την ανάγκη μου αυτή.
Ν.Γ. —Θα θίξω, και δεν ανθίσταμαι διόλου γι’ αυτό, ότι μια ολιγοήμερη “επιδρομή” σας στο Παρίσι, φέρει ως “συνέπεια” την ξεχωριστή αυτή ποιητική σας έκδοση που κρατώ στα χέρια μου. Θέλω να πω, πως εννιά συναπτά έτη μετά την έκδοση του Φυτολόγιου, σας κατακτά ο “Παριζιανισμός” με ό,τι συνεπάγεται αυτό, ενώ η πραγματική σας ζωή, μιας και τυχαίνει να σας γνωρίζω και προσωπικά, ξετυλίγεται, πηγάζει, “Αθήνηθεν”. Χρονικά όμως, η έκταση αυτή του βίου σας στην Αθήνα, ανάμεσα στις δυο εκδόσεις, δεν οδήγησε σε μια παρόμοια, αντίστοιχη ποιητική δημιουργία, σε κάποια χρονική στιγμή. Τι συμβαίνει; Είναι άγευστη η κοινή μας Πόλη; Τι συμβαίνει με εσάς, ζώντας “Εν Αθήναις” ‘η μάλλον, τι δεν συμβαίνει, θα έλεγα…
Σ.Γ. —Μου αρέσει το ερώτημα αυτό και έχει μια πολύ απλή απάντηση. Μου προέκυψε. Και εξηγώ πώς: Δεν ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο Παρίσι· συνέβη, όμως, μετά από δυο σοβαρές δυσκολίες, μέσα από τις οποίες «είχα περάσει και βγει» τον αμέσως προηγούμενο χρόνο. Ήμουν τόσο διαθέσιμη, όταν φτάσαμε στο Παρίσι, που λίγες μέρες μετά, στο αεροπλάνο της επιστροφής, άρχισα αυθόρμητα να γράφω κάποιες σκέψεις σε ένα σημειωματάριο που είχα πάρει απ’ την Ορανζερί, το Μουσείο του Μονέ. Ήμουν εμποτισμένη από το σκηνικό και τα πράγματα έβγαιναν από μόνα τους. Η Αθήνα, από την άλλη, υπήρξε η ώριμη επιλογή μου, αλλά και η βαθύτερή μου επιθυμία από πολύ παλιά. Δεν μπορώ να ξέρω πώς αυτό θα λειτουργήσει εντός μου. Είμαι σε αναμονή.
Ν.Γ. —Ίσως να παραείναι Ψυχαναλυτική η επόμενη διαπίστωσή μου, ωστόσο συνεκτιμώντας τον ποιητικό οίστρο των έργων σας, αισθάνομαι να δράτε ως άλλος “Μποτιτσέλι”, όμως, “Εντός Εργαστηρίου”. Αναπλάθετε, Αναδημιουργείτε κάτι το ιδανικά αύταρκες, αυτοτελές και απρόσβλητο εντός σας.
Σ.Γ. —Και πάλι αδυνατώ να διατυπώσω κάτι επ’ αυτού. Το κρατάω, όμως, ως μια δική σας σκέψη και τοποθέτηση που με φέρνει σε μια διαδικασία εσωτερικής αναζήτησης.
Ν.Γ. Από το ποιητικό σας Καλεντάρι, από τα σημεία της ποιητικής σας στάθμευσης, απουσιάζουν χαρακτηριστικά τοπόσημα, όπως το Πομπιντού για Παράδειγμα ή σημεία με θρησκευτικό προσανατολισμό, ωστόσο με ειδικό κοσμικό και ιστορικό πρόσημο. Η πλας ντε Βοζ, απέχει, επίσης: Δηλαδή, τροπικό το ερώτημα, από τι ελκόμενη, “σταθμεύσατε” ποιητικά… Το “Καλεντάρι” σας, εμπεριέχει και το στοιχείο της τυχαίας περιπλάνησης; Μιας ποιητικής Φλανερί, αν μπορούμε να το θέσουμε έτσι; Περιπέσατε σε ποιητική κατάσταση, εμπνεόμενη από χώρους τους οποίους επισκεφθήκατε, και όπως υποπτεύομαι, σε ύστερη ενδελεχή ανάγνωση, πριν να το συνθέσετε;
Σ.Γ. —Απουσιάζουν πολλοί χώροι, αγαπητέ Νίκο, πολλά εμβληματικά τοπόσημα του Παρισιού, όπως πολύ σωστά επισημαίνετε. Και η απάντηση είναι η εξής: Κάποιους τους είχα ήδη επισκεφτεί στο παρελθόν, άλλους είτε δεν έτυχε είτε δεν πρόλαβα να τους επισκεφτώ αυτή τη φορά, ενώ κάποιοι άλλοι, που όντως επισκέφτηκα, δεν εμφανίζονταν, για λόγους ανεξερεύνητους, στη μετέπειτα καταγραφή μου. Η ιδιαιτερότητα αυτού του ταξιδιού καθόρισε τα πάντα, όπως και όλες τις σχετικές αναγνώσεις στις οποίες παραδινόμουν άνευ όρων, στη συνέχεια, ενώ έγραφα.
Ν.Γ. —Ανθούν τα Γαλλικά, σε Ευγλωσσία Ελληνική. Μορφικά, Ηχητικά/Φωνολογικά, περιδιαβαίνοντας τις σελίδες της ποιητικής σας γκαλερί, μου δημιουργείται ένα είδος Ακουστικού Εικάσματος. Πώς συναντάτε τη Γαλλική γλώσσα: Αισθάνομαι ότι διακατέχεστε από αυτό. Ότι επιδιώξατε τη δημιουργία ειδικών σηματο-σημείων, απόρροια της γλωσσικής “ιδιοτέλειας” του έργου σας…
Σ.Γ. —Τα γαλλικά μού είναι άγνωστα, γι’ αυτό και μαγικά. Η απόδοσή τους στα ελληνικά ήταν κάτι που επέλεξα, για να γίνει πιο εύληπτη η ανάγνωσή τους.
Ν.Γ. —Πώς κρίνετε την συμβολή του επιμελητή και ποιητή Ριζάκη στο έργο σας;
Σ.Γ. —Θα σας απαντήσω με μία λέξη μόνο: Καταλυτική. Ελπίζω δε να ξανα-συνεργαστούμε στο μέλλον.
Ν.Γ. —Θα κλείσω τη συζήτησή μας με μια προτροπή: “Τρέξτε” το βιβλίο, εκεί όπου “γεννήθηκε”. Πιστεύω πως οι εκεί Αναγνώστες, θα το εκτιμήσουν δεόντως. Σας ευχαριστώ για τη σύμπλευση αυτή.
Σ.Γ. —Μου δίνει χαρά η προτροπή σας και σας αποχαιρετώ με μια ευχή: Μακάρι να είχε κάποια σημασία για τους ανθρώπους του τόπου εκείνου η καταγραφή αυτή ενός ιδιαίτερου ταξιδιού, που προέκυψε ως έξοδος από όλα όσα είχαν προηγηθεί και το εμπεριείχαν ως επιθυμία και σπόρο μαζί. Σας ευχαριστώ θερμά.
Πηγή: poiein.gr/2026
Σ.Δ. Η Σοφία Γιοβάνογλου γεννήθηκε στις Σέρρες. Έχει σπουδάσει νομικά και είναι εγκληματολόγος. Δίδαξε στη Δευτεροβάθμια και την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Σήμερα συνεχίζει να διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Δημοσίευσε βιβλία, άρθρα, μελέτες κ.ά., σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή. Η πρώτη της ποιητική συλλογή Φυτολόγιου νυκτερινόν η Flora nocturna εκδόθηκε το 2016 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Η ποιητική της σύνθεση Ως Καλεντάρι Γκαλερί από τις εκδόσεις Κουκκίδα είναι το δεύτερο ποιητικό της έργο.

Ν.Γ. —ΣΟΦΙΑ, περιττό να το πω, και θα το πω, χαίρομαι ιδιαίτερα για τη συνάντησή μας αυτή. Μετά από χρόνια εκδοτικής σιωπής, εκκινώ, προβαίνοντας σε μια διαπίστωση που με οδήγησε η νέα ποιητική σας δημιουργία: