Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2025 17:41

Έτσι έπιασα φιλίες με μία συμπαθέστατη γεροντοκόρη..., του Yorgos Kyriakopoulos, από το fb

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

fba48Όταν ήμουν 7,5 χρονών, μετακομίσαμε γιά δύο χρόνια στην Οδό Παπαδιαμαντοπούλου και Βασιλίσσης Σοφίας. Θυμάμαι ακόμη την ήττα της πλήξης μετά την ζωηρή Πατησίων των νηπιακών μου χρόνων, με τα δεκάδες μαγαζιά και τον κόσμο. Όταν τέλειωνα τα μαθήματά μου δεν είχα κανέναν φίλο κοντά γιά να παίξουμε, ενώ στην Πατησίων έμεναν από κάτω ο Αποστολάκης, η Αφρούλα και ο Μίλτος.

Μόνος έβγαινα γιά κανένα παγωτό το καλοκαίρι ή κανένα γλυκό στο φρικαλέο συνοικιακό ζαχαροπλαστείο Reve d' Or (!!!), που όμως έφτιαχνε κάτι καταπληκτικά σου α-λα-κρεμ. Αλλά τι να σου κάνουν τα σου μπροστά στην βιτρίνα του Τσοκά στην Πατησίων...

Έτσι έπιασα φιλίες με μία συμπαθέστατη γεροντοκόρη (το λέω διότι άν την έλεγες "κυρία" γυάλιζε το μάτι της και σε διόρθωνε αυστηρά : "δεσποινίς"). Ήταν ιδιοκτήτρια ενός ψιλικατζίδικου, από εκείνα τα μαγικά μαγαζάκια που έπαιρνες από κλωστές μέχρι εφημερίδες και περιοδικά, από σοκολάτες μέχρι κάποια βασικά χρειώδη της κουζίνας, όπου μάνταρες νάϋλον κάλτσες ή άνοιγες τα κουτιά επιτραπέζιων παιχνιδιών και διάβαζες τους κανόνες. Μέσα στην μαύρη εκείνη πλήξη, η δεσποινίς Νίνα είχε και βιβλία. Όλο τον Ιούλιο Βερν είχα αγοράσει από εκείνο το ψιλικατζίδικο. Από το 5 εβδομάδες σε ένα αερόστατο μέχρι τον Μιχαήλ Στρογκώφ και από το Ταξίδι στο κέντρο της γης μέχρι το 20 χιλιάδες λεύγες υπό την θάλασσα. Ούτε ξέρω τι συζητάγαμε τις 2 ώρες κάθε απόγευμα που πέρναγα εκεί. Υποθέτω πως θα της έσπαγα τα νεύρα, αλλά ή ήταν εξαιρετικά καλός άνθρωπος ή είχε γαϊδουρινή υπομονή. Ενδεχομένως και τα δύο. Απ' την άλλη της κράταγα καθώς φαίνεται συντροφιά, εκτός του ότι κατέθετα όλο μου το χαρτζιλίκι στο ταμείο της. "Ο καλύτερός μου πελάτης", είχε πει στη μάνα μου ένα απόγευμα που είχε βγει ανήσυχη στον δρόμο να με ψάξει, αφού είχα ξεχαστεί στης δεσποινίδος Νίνας και είχε πάει 8 το βράδυ.                                   

Ένα από εκείνα τα απογεύματα είχε έρθει ένας Γύφτος (αρνούμαι να πω Ρομά - δεύτερη φορά πολιτικά απείθαρχος στην ίδια ανάρτηση) που ήθελε να της πουλήσει διάφορα μικροπράγματα. Συμπαθής άνθρωπος και γλυκομίλητος, αλλά η δεσποινίς Νίνα ούτε τόσο άνετη ήταν, ούτε τόσο ανοιχτόμυαλη. Άλλες εποχές υστερίας και φόβου του διαφορετικού. Με εκλιπάρησε λοιπόν με το βλέμμα της να μη φύγω από το μαγαζί της μέχρι να φύγει ο Γύφτος. Παρά τα 8 μου χρόνια κατάλαβα την ικεσία και δεν κουνούσα, ξεφυλλίζοντας βιβλία. "Δεν μας ενδιαφέρει" έλεγε στον καϋμένο το Γύφτο, λες και μιλούσε εκ μέρους κάποιας πολυπρόσωπης επιχείρησης. Κάποια στιγμή ο μελαμψός πωλητής άνοιξε ένα κουτί με βώλους. "Έχω και γκαζάκια που θέλουν τα παιδιά", της είπε. Σε μία ύστατη προσπάθεια να τον αποφύγει με ρώτησε "Γιώργο θέλεις εσύ γκαζάκια;". Πλησίασα να δω τα θεαματικά γυάλινα μπαλάκια με τα υπέροχα σχέδια και χρώματα στο εσωτερικό τους, αλλά αντ' αυτών ο Γύφτος είχε κάτι άτεχνους πήλινους βώλους σε 3-4 χρώματα. Ίσως να τον λυπήθηκα, ίσως και να προαλείφετο έτσι το σαράκι της λατρείας μου γιά τα κεραμικά, πάντως απάντησα με ένα σίγουρο "ναι".

Ποτέ δεν έπαιξα με αυτούς τους 19 βώλους. Δεν υπήρχε κανείς να παίξουμε στη γειτονιά. Όμως η χαρά μου δεν περιγράφεται όταν φέτος το καλοκαίρι, τακτοποιώντας την ακατάστατη αποθήκη του σπιτιού μου, βρήκα ένα κουτί από πούρα που μέσα κρυβόντουσαν μαζί με 3-4 γυάλινους, από τους συνηθισμένους. Ούτε η δεσποινίς Νίνα μάλλον θα ζεί, ούτε ίσως και ο Γύφτος, που δυστυχώς δεν έμαθα ποτέ το όνομά του. Σίγουρα όμως ζει η γλυκόπικρη ανάμνηση εκείνων των ατέλειωτα βαρετών απογευμάτων και η ιδέα μου ότι είχα αποκτήσει ένα δόλωμα γιά να κοινωνικοποιηθώ. Αλλά με τα δολώματα δεν τα πήγαινα ποτέ καλά. Ακόμα και στο ψάρεμα, μόνο μία φορά είχα πιάσει έναν χάνο ανοιχτά του Δεσποτικού και μία γόπα στην Ανάφη.

Πριν ξαναθάψω λοιπόν τους πήλινους βώλους μου σε κάποιο κιβώτιο, τους φωτογράφησα ως ψυχόγραμμα 

Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση