Παρασκευή, 05 Σεπτεμβρίου 2025 08:31

Ήμουν πάμπτωχος με το πιό ουάου ρούχο όλων των εποχών και στο βάθος ένας όμορφος αποχαιρετισμός στον Τζόρτζιο Αρμάνι

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

fba35Yorgos Kyriakopoulos. Ήταν Σάββατο, νομίζω αρχές Ιανουαρίου 1986 στο Λονδίνο. Απένταρος και στην οδηνηρή διαδικασία πακεταρίσματος της οικοσκευής μου γιά την επιστροφή μου στην Αθήνα. Είχα τελειώσει με τα τελευταία μικροπράγματα και είχα κατέβει στο Κέντρο γιά κάποια τελευταία βιβλία και ένα δυό δωράκια γιά αγαπημένους ανθρώπους. Δεν προλάβαινα τις εκπτώσεις που άρχιζαν τη Δευτέρα μετά τις Γιορτές. Τελικά δεν είχα βρει τίποτα σπουδαίο και περπάταγα άσκοπα γιά να ρουφήξω τις τελευταίες ανάσες της αγαπημένης πόλης, όπου είχα στην πραγματικότητα ενηλικιωθεί μέσα από τις πάμπολλες αντιξοότητες, αλλά και τις πρωτόγνωρες απολαύσεις, των 5 χρόνων που έζησα εκεί.

Τα ρούχα δεν με ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ιδίως τα ακριβά. Άντε κανένα φτηνό δερμάτινο στο Camden Lock, κανένα προκλητικό κόκκινο τζην σε κάποια άλλη υπαίθρια αγορά, πουλόβερ και κάλτσες στα Marks and Spencer, μπλουζάκια και πουκάμισα σε συνοικιακά μαγαζάκια. Γενικά δεν αγόραζα πάντως ρούχα, ιδίως επειδή δεν πέταγα ποτέ (και ακόμη δεν πετάω) τα ρούχα που αγαπούσα μέχρι να κάνουν τρύπες ???? 

Είχα στην τσέπη μου τις τελευταίες 150 λίρες και κάτι ψιλά. Την επομένη έπρεπε να πληρώσω το τραίνο γιά το αεροδρόμιο και να αποφύγω το υπέρβαρο των βιβλίων και των απλύτων μου. 

Κατέβαινα την Bond Street. Ήταν ήδη σκοτεινά και τα ακριβά μαγαζιά εκεί έκλειναν στις 5 (ποτέ δεν κατάλαβα εκείνη την σνομπαρία των Οίκων Μόδας να κλείνουν νωρίτερα). Θα ήταν 5 παρά, όταν το μάτι μου έπεσε στο ωραιότερο και πιό ποθητό ρούχο που είχα δει ποτέ μου. Ένα υπέροχα κομμένο μαύρο μπουφάν με μεγάλα κουμπιά που έκλειναν παγιδεύοντας τον γιακά ψηλά στο σαγόνι. Και ενώ έμοιαζε απλά ένα καλοκομμένο ρούχο, όταν μπήκα στο μαγαζί και χάϊδεψα την μεταξωτή ασημιά φόδρα του το ερωτεύτηκα παράφορα. Με το νεανικό θράσος μου ρώτησα τον σαραντάρη καλοβαλμένο πωλητή με τα τέλεια νύχια και το διακριτικό άρωμα αν μπορώ να το δοκιμάσω. Κλείνουμε σε λιγότερο από μισή ώρα, μου είπε, οπότε βιαστείτε. Το είπε πολύ γλυκά, παρ'ότι μάλλον φαινόταν ότι θα ξεπερνούσε κατά πολύ το βαλάντιό μου. Μπροστά στον καθρέφτη με κοιτούσα αποβλακωμένος. Ομορφούλης ήμουνα, αλλά εκεί ειδικά μου φάνηκα θεός. Πόσο κάνει, ψέλλισα. Εξακόσιες λίρες, νομίζω. Τα μάτια μου πρέπει να έσβησαν, καθώς ο πόθος ξεθώριαζε. Και ο καϋμένος ο πωλητής μου λέει συνομωτικά "Αν έρθετε την Δευτέρα που αρχίζουν οι εκπτώσεις, η τιμή θα είναι δραματικά καλύτερη". "Φεύγω αύριο το πρωί", αποκρίθηκα, λες και αποχαιρετούσα έναν συγγενή πρώτου βαθμού γιά πάντα. "Θα μπορούσαμε να σας το κρατήσουμε μέχρι να επιστρέψετε". Εξήγησα ότι δεν θα επέστρεφα, ότι γυρνούσα στην Ελλάδα, ότι θα πήγαινα στρατό. Ο γλυκός πωλητής μου ζήτησε συγγνώμη γιά την διακοπή και πήγε να ζητήσει την άδεια του διευθυντή του καταστήματος γιά να μου κάνει την έκπτωση από εκείνο το βράδυ. "Μπορώ να ρωτήσω πόσα μπορείτε να πληρώσετε;" είπε κοκκινίζοντας από την αδιακρισία, αλλά καταλαβαίνοντας ότι δεν με πείραζε καθόλου. Έπρεπε να πω 100, ώστε να μη πάω στο αεροδρόμιο άφραγκος, αλλά ντράπηκα και είπα 150. Έφριξε προς στιγμήν με την απαίτησή μου να αποκτήσω ένα μικρό αριστούργημα υψηλής ραπτικής στο ένα τέταρτο της αξίας του, αλλά όλο το επεισόδιο της λαχτάρας μου μάλλον τον είχε αγγίξει κι αυτόν. Έμεινε κάποιο πεντάλεπτο στο βάθος του μαγαζιού γιά να συνεννοηθεί με τον προϊστάμενό του. Μου φάνηκε μισός αιώνας. Ιδιαίτερα όταν οι ψίθυροι δυνάμωσαν και έπιασα την λέξη ridiculous ως περιγραφή της έκπτωσης. Όμως με τον πωλητή είχαμε συνάψει μία σιωπηλή συμμαχία ζωής και θανάτου. I suppose it's alright, είπε ερχόμενος επί τέλους προς το μέρος μου με επινίκιο ύφος, ενώ οι υπόλοιποι του καταστήματος χαιρετούσαν με το τέλος της βάρδιάς τους. Πώς και δεν τον αγκάλιασα να τον φιλήσω δημόσια ούτε εγώ δεν ξέρω.

Περπατούσα με την τεράστια σακούλα ARMANI στο αριστερό μου χέρι και το Benson & Hedges στο δεξί. Ούτε που με ένοιαζε η θλίψη μου πιά. Πρόσεχα μόνο να μη σκοντάψω πουθενά και την τσαλακώσω. Ούτε στο μετρό με ένοιαζε που την κοιτούσαν. Ήμουν πάμπτωχος με το πιό ουάου ρούχο όλων των εποχών.

Τα θυμόμουν σήμερα που αναγγέλθηκε ο θάνατος του Giorgio Armani. Στεναχωριέμαι που δεν θυμάμαι πιά το πρόσωπο του ευεργέτη μου του πωλητή. Αλλά δεν το θυμόμουν δυστυχώς ούτε και τότε, τα δέκα και βάλε χρόνια που το έλιωσα εκείνο το μπουφάν, πρωί, μεσημέρι βράδυ, από εκδρομές μέχρι πάρτυ, από καμάκια μέχρι σουβλάκια, από κηδείες μέχρι εξόδους στο περίπτερο γιά τσιγάρα.

Υ.Γ. Παραδόξως δεν έχω καμμία φωτογραφία να το φοράω, εκτός από αυτήν στο Πολεμικό Μουσείο, μάλλον του 1987, που φαίνεται μόνο λίγο. Αλλά στην ντουλάπα μου υπάρχει ακόμη, μέσα στην αρχική του κομψή υφασμάτινη θήκη. Και το μετακόμιζα με θεία προσήλωση σε κάθε καινούργιο σπίτι αυτά τα 39 χρόνια. Είπαμε, σπάνια πετάω ρούχα πριν κουρελιαστούν. Πόσο μάλλον αυτό. Αυτό κι αν δεν θα το πετάξω ποτέ.

armaniΣ.Δ. Το γιατί από μικρός δεν πρόσεχα το ντύσιμό μου, όπως και το ντύσιμο των άλλων, είτε ήταν κορίτσια είτε αγόρια, μια στοιχειώδη απάντηση από τότε που το πρωτοσκέφτηκα δεν κατάφερα να δώσω. Θα ήθελα πάντως κάποτε μια γνώμη να φτιάξω. Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχω αρχίσει ακούσια να δίνω σημασία στο ντύσιμο γνωστών και αγνώστων, διάσημων και άσημων γυναικών και να βγάζω κάποια πρώτα συμπεράσματα για το γούστο τους, την προσωπικότητά τους και τον ερωτισμό τους. Τώρα πως προέκυψε αυθόρμητα αυτό το, ας πούμε παιχνιδάκι, δεν το γνωρίζω. Αν είναι έμφυτο τότε δεν είναι ένα ανοιχτό ερώτημα το γιατί το είχα στα παραπεταμένα απο μικρός; Αν πάλι όχι,το αισιόδοξο μήνυμα είναι ότι μπορεί με τα χρόνια να μας προκύπτουν κάποιες καλές αλλαγές ακόμα και δίχως να τις επιδιώκουμε.

Παρόλο λοιπόν, που καλή σχέση με τα ρούχα εξακολουθώ να μην έχω, εν τούτοις επειδή διάβαζα και διαβάζω έντυπα κι αραιά και που ακούω ειδήσεις, έμαθα μες τα χρόνια τα ονόματα κάποιων διάσημων σχεδιαστών μόδας όπως η Κοκό Σανέλ, ο Κρίστιαν Ντιόρ, ο Υβ Σαίντ Λοράν, η Πράντα, η Βερσάτσε και ο Αρμάνι, αυτός ο Ιταλός σχεδιαστής που πέθανε χθες Πέμπτη σε ηλικία 91 ετών και που θεωρείται ο πλουσιότερος σχεδιαστής μόδας. Ο Αρμάνι αποτέλεσε συνώνυμο του σύγχρονου ιταλικού στιλ και της κομψότητας. Συνδύαζε το ταλέντο του σχεδιαστή με την οξυδέρκεια του επιχειρηματία, διοικώντας μια εταιρεία που έκανε τζίρο περίπου 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Γνωστός και ως Re Giorgio –Βασιλιάς Τζόρτζιο– φημιζόταν για την προσωπική του εποπτεία σε κάθε λεπτομέρεια: από τις συλλογές και τις καμπάνιες μέχρι τα χτενίσματα των μοντέλων λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή. 

Η Στέλλα Λιζάρδη διατρέχει τη ζωή του τονίζοντας τις πιο καίριες επιλογές του και το πως επηρέασε, προπάντων το ντύσιμο των αντρών, στο άρθρο της  lifo.gr/ Giorgio Armani: «Η κομψότητα δεν είναι για να σε προσέχουν αλλά για να σε θυμούνται»

olafaq.gr/people/interviews/ Τζόρτζιο Αρμάνι: «Σέβομαι την Τέχνη που δίνει πεδίο δράσης στο ανύπαρκτο» Σε μια σπάνια συνομιλία με τον Θανάση Λάλα στο Μιλάνο, ο Τζόρτζιο Αρμάνι μίλησε για τον θάνατο, τα ελαττώματα και την ομορφιά, αποκαλύπτοντας τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο της μόδας.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 06 Σεπτεμβρίου 2025 12:38
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση