Παρασκευή, 03 Ιανουαρίου 2025 16:47

Αν στεναχωρηθούν εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης όταν μάθουν την αλήθεια για την αγοραστική δύναμη του μέσου ετήσιου μισθού τους στο πλαίσιο της Ε.Ε, τότε δε θα 'ναι αυτή η γνώση μια καλή αρχή για να ξεκινήσει να αλλάζει η οικονομική τους κατάσταση;

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

fba41Σ.Δ Ένα εκρηκτικό κοκτέιλ: Αγοραστική δύναμη μισθού στον πάτο της ΕΕ και ενοίκια που σπάνε ρεκόρ. Και ποιος ευθύνεται κατά κύριο λόγο γι'αυτήν την άθλια κατάσταση για τους εργαζομένους σ'αυτήν την χώρα αν όχι η κυβέρνηση; Το θέμα των εργαζομένων όμως είναι ποιοι θα την αλλάξουν προς το καλύτερο; Ίσως μπορεί να παίξει θετικό ρόλο αν όσο περισσότεροι εργαζόμενοι και συνταξιούχοι δουν αυτόν τον πίνακα. 

Ρεπορτάζ. Στην τελευταία θέση της ΕΕ, κάτω και από την Βουλγαρία, έχει υποχωρήσει η αγοραστική δύναμη του μέσου ετήσιου προσαρμοσμένου μισθού πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα με την χώρα μας να καταγράφει μια ακόμα αρνητική πρωτιά σε μια περίοδο που ακρίβεια και στεγαστική κρίση χτυπούν δυνατά «καμπανάκια».

fba40Η ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία τοποθέτησε και με τη βούλα τη χώρα μας πρώτη από το τέλος, χαμηλότερα από τη Βουλγαρία. Ο δείκτης της Eurostat αφορά τον μέσο ετήσιο «προσαρμοσμένο» μισθό πλήρους απασχόλησης, όπως υπολογίζεται σε Ισοτιμίες Αγοραστικής Δύναμης (Purchasing Power Standards).

Aν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε Ισοτιμίες Αγοραστικής Δύναμης (PPS) είναι μόλις το 68% του μέρου όρου της ΕΕ, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης σε PPS  είναι ακόμα χαμηλότερα, στο 54% της ΕΕ.

Ο δείκτης ξεκίνησε να υπολογίζεται από τη Εurostat μετά το 2021, με την υιοθέτηση της οδηγίας για την «Μπλε Κάρτα». Λειτουργεί ως ένα «κατώφλι εισόδου» για να χορηγεί η κάθε χώρα άδειες εργασίας σε υψηλά ειδικευμένους εργαζόμενους τρίτων χωρών και σύμφωνα με τη Εurostat αντιπροσωπεύει «ένα μισθό επαρκή για αξιοπρεπή διαβίωση σε κάθε κράτος μέλος».

O «προσαρμοσμένος» μισθός προκύπτει από συνδυαστικά στοιχεία, για το ύψος των αμοιβών και τις ώρες απασχόλησης σε κάθε χώρα, μετατρέποντας τους μισθούς μερικής απασχόλησης σε «ακαθάριστα ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης». Ένας από τους λόγους για το νέο τρόπο υπολογισμού, είναι ότι όσο η μερική απασχόληση κερδίζει έδαφος στην ΕΕ, αναζητείται ένας δείκτης που να είναι πιο αντιπροσωπευτικός από το μέσο όρο των αμοιβών.

Σε ονομαστικό μέσο ετήσιο μισθό

Όπως ανακοινώθηκε, επίσης από την Eurostat, η Ελλάδα είναι τρίτη από το τέλος σε μέσο ετήσιο προσαρμοσμένο μισθό πλήρους απασχόλησης, με 17.013 ευρώ το χρόνο – σε  απόσταση αναπνοής από την Ουγγαρία (16.895). Τελευταία με διαφορά από τους επόμενους είναι η Βουλγαρία, με μέσο ετήσιο προσαρμοσμένο μισθό πλήρους απασχόλησης μόλις 13.503 ευρώ. O μέσος ετήσιος προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης στην ΕΕ είναι 37.863 ευρώ.

«Φωτιά» τα ενοίκια

Υπό αυτές τις συνθήκες, σε νέα υψηλά θα φτάσουν τα ενοίκια το 2025. Έρευνες από ειδικούς αναλυτές δείχνουν ότι στην Αττική, το μεγαλύτερο μέρος του μισθού πηγαίνει στα ενοίκια. Οι τιμές σήμερα είναι σχεδόν 90% πάνω από ό,τι το 2017, όταν ξεκίνησε η ανάκαμψη της αγοράς.

Το κέντρο της Αθήνας έχει ήδη δει αύξηση 8,6% το 2024 και 8,3% το 2023, ενώ ο Πειραιάς, που από πολλές απόψεις είναι ο πρωταθλητής των αυξήσεων τιμών, έχει καταγραφεί άνοδος των ζητούμενων ενοικίων της τάξης του 11,1% φέτος, 10,2% πέρσι και 8,8% το 2022.

Η Ελλάδα έχει μακράν το υψηλότερο ποσοστό πολιτών που επιβαρύνονται υπερβολικά από το στεγαστικό κόστος.  Το κατώφλι της «υπερβολικής επιβάρυνσης» κόστους στέγασης έχει οριστεί από την Εurostat στο 40% του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος.

Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, οι Έλληνες πληρώνουν κατά μέσο όρο το 35,2% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για έξοδα στέγασης, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 19,7%. Στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία το κόστος στέγασης ανέρχεται στο 19% του μέσου διαθέσιμου εισοδήματος – κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Όπως αναφέρει η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) η όξυνση του προβλήματος του κόστους στέγασης είναι απόρροια της εκτεταμένης επενδυτικής εκμετάλλευσης της κατοικίας, της απόσυρσης από την αγορά ακινήτων που εξασφαλίζουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια και προορίζονται για πλειστηριασμό καθώς και της υποτονικής δραστηριότητας στον κατασκευαστικό κλάδο για μακρά χρονική περίοδο, η οποία δεν έχει επιτρέψει την ομαλή αναπλήρωση του αποθέματος ακινήτων.

Κάτω από 70% η ιδιοκατοίκηση

Κάπως έτσι, το ποσοστό της ιδιοκατοίκησης στη χώρα μας υποχωρεί με ταχύ ρυθμό, προσεγγίζοντας πλέον τον ευρωπαϊκό μέσο όρο: Το 2023 σε ιδιόκτητη κατοικία έμενε το 69,6% των νοικοκυριών σε πανελλαδικό επίπεδο – από 73,9% το 2020.

Αντίστοιχα οι ενοικιαστές στην Ελλάδα ανέρχονται στο 30,4%, έναντι 26,1% το 2020.

Πηγή: www.in.gr

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 04 Ιανουαρίου 2025 18:28
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση