Κυριακή, 12 Μαΐου 2024 20:05

Έξι ποιήματα του Δημήτρη Αρμάου

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

armaosΟΙΚΕΙΟΙ ΤΡΟΠΟΙ

Και τὰ πώρινα λόγια σου

Δὲν εἶναι παρὰ μέθεξη σὲ μιὰ ἱερογαμία

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ σιλουέτα σου

Εἶναι βαριὰ κι ἀδόλεσχη

Καὶ μιὰ λοξάδα τῆς συγγνώμης της

Αὐτή ᾿ναι ποὺ μυρίζει

Τὴν ἄατη κι ἀάατη σποδό μου 

Κίτρινα παρλιαμέντα      ἐρείπια

Παλιῶν σιλὸ καὶ σιταποθηκῶν στὴ Σικελία.

 

ΑΞΙΟΝ

Α! η γυναικα αὐτὴ ἡ γερμανική

 

Μ᾿ ὤμους πλατεῖς      καὶ τὰ λαγόνια της

Κρηπίδωμα τοῦ ἀγέρα      ἑσμὸς τῶν πάρωρων

 

᾿Ελέησέ με Πότνια      ἀξίωσέ με

      Ρίξε με στὸ ἀφρόγαλα τῆς ρυπαρότητας

Δῶσ᾿ ὅ,τι πρέπει   (ὄχι πλεόνασμα)

      Γονο Ξαςγισο Ωεπεσ      αμ νυξδο!

 

ο γυμνοσ αντρασ        ο ανυπερασπιστοσ

 Ἀξίωσέ με     ἡ Πάνοπλη!

 

ΣΙΧΑΜΕΡΗ ΑΛΑΛΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

      Τα λόγια φτιάχνουν καὶ χαλᾶνε τὴ ζωή

      Μ᾿ ἔργα βαριά      τὸ ἀκάθιστο ἀεράκι τους

      Εὐγνωμοσύνη πάθος μεταμέλεια πῶς τὰ λές

     ῎Ερωτα ἀμείωτο τόσα χρόνια

      Καθὼς οἱ πράξεις σὰ μνημεῖα πρωτόγονα

      Προκατακλυσμιαῖα πορώδη ἀκίνητα

      Δὲν ἔχουν πεῖ      δὲν τὸ μποροῦν

      Δὲν καταφέρνουν τίποτα μέσα στὴν ἀλλαγή;

      Μὲ λόγια ἂς πῶ μονάχα αὐτό

                                               τὸ εὐχαριστῶ

      Ποὺ μάκρυνες γιὰ μένα τὰ μαλλιά σου.

 

ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΗ ΤΗΣ

            Ἀπόψε κυρὰ νύφη

              Τῆς πεθερᾶς σου ὁ γιὸς

              Θὰ μπεῖ ξεσπαθωμένος

              Σὰ φίλος σὰν ὀχτρός.

                                            Δημοτικό

 Δερμα παλάμης ὑγρὸ

      Καὶ ράχη τρυφηλή λεπτόγαια χέρι μακροδάχτυλο

 Πάνω σου τὰ σιγίλια τῆς ὁμίχλης

      Ματιῶν ἐρεθισμένων κι ἀπὸ ποτὲ ὀμορφότερων

 Ποὺ σφούγγισες μὲ τὴν ἀνάστροφη πρὶν λίγο

      Μὲ χάρη ἐλάχιστη      παιδιάτικα

 Σὲ λίγο θὰ παλέψεις μὲ τὸ δαίμονα

      Καὶ θὰ γεμίσεις πάλι

 Ξέχειλα τὶς ραγισματιὲς τῆς ἁμαρτίας     ποὺ ἀφίεται

      Μὰ ἐγὼ γιὰ μιὰ φορὰν ἀκόμα ὡς θὰ σὲ νιώσω

 Βραχνὰ σφιγμένο στὸν αὐχένα     λείχοντάς σε

      Θ᾿ ἀρκέσει αὐτὸ μονάχα

 Θωπεύοντας μιὰν ὀπτασία καπνοῦ

      Θὰ ξαναγειάνω

 Τὶς χαίνουσες πληγὲς

      Ποὺ δόξα βίας ἀρχαϊκῆς

 Καὶ πάνοπλου φεουδάρχη θρίαμβος σοῦ χαρίσανε

      Γιὰ νά ᾿σαι

 Κάτι μηδαμινό     κάτι     ἕνα τίποτα

      Λιγότερο ἀπὸ φαντασμαγορία παρθένας.

 

ΚΡΑΙΠΑΛΗ

(Pasticciaccio)

 

Γύφτινοι μῆνες ὀρεινοί

Λοφίσκος παρακεῖ τὸ Χρέος

Πού ᾿χαν φορέσει γιὰ ποινὴ

    ῞Ενας μοιραῖος

 

Τῆς γειτονιᾶς μας ὀρμαθὸς

Ἀληταράδων σὲ παγκάκια

Κι ἕνας μορμόνος ἀγαθὸς

     Μ᾿ ἑφτὰ τασάκια

 

Τὸ τελευταῖο      μπορεῖ νὰ πεῖς

Τραγούδι της ἀπ᾿ τὸ βαένι

᾿Εκπέμπει ἡ λυρικὴ πανὶς

      Μὰ δὲν πεθαίνει

 

«Μόνοι κινήσαμε      γυμνοί

Μὲ τὴν κατάρα τῶ γονιῶ μας

Καὶ βρίζουντα σ᾿ ἕνα χουνὶ

       Τῶν ὀμματιῶ μας

 

»Πήραμε      κ᾿ εἴχαμε κοντὰ

῞Ενα φτερό ἕνα τάλιρο κ᾿

῞Ενα καημὸ      σὲ στὶλ DaDa

   ῍Η σὲ ἦχο Rock.»

            

ΦΟΝΙΚΟ

Ως ἤμαστε μὲ βαρετό σκυμμένο ἄδειο κεφάλι

Μὲς στὴν καρδιά μας ἄναβε πράσινη περιστέρα

Μᾶς εἶδε ἀπ᾿ τὸ κατάστρωμα κάποιος μὲ κανοκιάλι

Μὰ τὸ λεπίδι πρόφταξε      κανεὶς δὲν τὸ καρτέρα

Μὲς στὴν καρδιά μας ἄναβε πράσινη περιστέρα

 Οἱ περουζέδες περισσοὶ καὶ τὰ ρουμπίνια κρίνοι

 Μὰ τὸ λεπίδι πρόφταξε      κανεὶς δὲν τὸ καρτέρα

῞Ησκιος περνοῦσε χάροντα ποὺ χνάρι δὲν ἀφήνει

Οἱ περουζέδες περισσοὶ καὶ τὰ ρουμπίνια κρίνοι

Μὲ τί κοντύλι σβήστηκεν ἡ θέση μας στὸ χάρτη;

῞Ησκιος περνοῦσε χάροντα ποὺ χνάρι δὲν ἀφήνει

 Ξέραμε      καὶ ρωτιόμασταν πῶς θά ᾿ρτει πότε θά ᾿ρτει

 Μὲ τί κοντύλι σβήστηκεν ἡ θέση μας στὸ χάρτη

 Κοπήκαμε ἀπ᾿ τὶς ρίζες μας σὰ θλιβερὰ τραγούδια

 Ξέραμε      καὶ ρωτιόμασταν πῶς θά ᾿ρτει πότε θά ᾿ρτει

῾Η μέρα ποὺ οἱ παλιοὶ καρποὶ θὰ ρέψουν μὲ τὰ φλούδια

 Κοπήκαμε ἀπ᾿ τὶς ρίζες μας σὰ θλιβερὰ τραγούδια

 Ποὺ νοσταλγοὶ ψελλίζουνε παράφωνα ἐνῶ θάλλει

῾Η μέρα ποὺ οἱ παλιοὶ καρποὶ θὰ ρέψουν μὲ τὰ φλούδια

 

῾Ως ἤμαστε μὲ βαρετό σκυμμένο ἄδειο κεφάλι.

booksjournal.gr Δημήτρης Αρμάος: λίγα λόγια και μια εκδήλωση 

Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση