Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013 18:09

Ας κρατήσουμε το μυαλό μας ανοιχτό, του Β.Καραποστόλη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Αν όταν είσαι μικρός σου βγαίνει να ρωτάς γιατί αυτό και γιατί το άλλο και τύχει να βρίσκεται δίπλα σου κάποιος που δίνει σημασία στις ερωτήσεις σου όσο ανόητες κι αν είναι, bingo! Αν κιόλας μπαίνει στον κόπο να προσπαθεί να σε οδηγεί με ερωτήσεις, παραμύθια, παραβολές, τραγούδια κι άλλα κοινά σας γεγονότα στην απάντηση που έχει στο μυαλό του, τότε αυτός είναι ένας τρόπος να θέλεις να μαθαίνεις, μεγαλώνοντας.

 

Αν όταν είσαι μικρός αρκετές φορές είναι κάποιος δίπλα σου και σε καθοδηγεί με χάρη να φτιάχνεις πράμματα και θάματα, να επισκευάζετε με δικές του πατέντες οτιδήποτε έχει χαλάσει, αυτός είναι ένας τρόπος να πιάνουν τα χέρια σου επειδή θα είναι σε on line σύνδεση με το μυαλό σου, μεγαλώνοντας.

Αν όταν είσαι μικρός τύχει να υπάρχει μία περιρρέουσα ατμόσφαιρα γύρω σου όπου άνθρωποι φροντίζουν με γνώση, μεράκι κι ευαισθησία ζώα και φυτά και καταφέρνουν να σε παρασύρουν κι εσένα σ’αυτήν τη δραστηριότητα, αυτός  είναι ένας τρόπος για να έχεις έγνοια για την περιποίηση και προστασία της φύσης, μεγαλώνοντας.

Όλα αυτά όταν μεγαλώσεις, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο κι όταν υπάρχει ανάγκη, αλλά και για δική σου προσωπική ευχαρίστηση, είναι πολύ πιθανόν να βγουν στην επιφάνεια και να γίνουν αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού σου. Τότε θα στρώνεις τον κώλο σου για να εργαστείς ακόμα και δίχως αμοιβή για να γίνει αυτό που θεωρείς ότι πρέπει να γίνει.

Οι διαδρομές που ακολουθούν οι παιδικές εμπειρίες και οι μεταμορφώσεις τους σε κάτι παραπλήσιο, ανάλογο ή τρέχα γύρευε, είναι αντικείμενο μελέτης διαφόρων επιστημονικών κλάδων. Εδώ πρόκειται για ικανότητες που προήλθαν από πολύριζα και διαπλεκόμενα βίωματα, που ποτέ δεν ξέρεις πως και γιατί έδωσαν αυτόν το καρπό κι όχι τον άλλον ή το τίποτα. Παίζουν τόσο πολλά πράγματα ρόλο που ακόμα κι αν καταφέρουν οι επιστημονικοί κλάδοι να δώσουν κάποιες πειστικές απαντήσεις, πάντα θα υπάρχουν πεδία που θα παραμένουν στο σκοτάδι, που δεν θα έχουν αποκρυπτογραφηθεί. Όσο για τους ανικανοποίητους που θα θέτουν τις νέες ερωτήσεις, στην ουσία αυτές θα είναι τα δολώματα για να τσιμπήσουν άνθρωποι που οι δυσκολίες τους εξιτάρουν. Αυτό το τελευταίο, δύσκολα θα βρεθεί κάποιος για να αμφισβητήσει ότι πρόκειται για προχώρημα του ανθρώπινου πολιτισμού.

Να κλείσουμε με μια ερμηνεία του τεστ Παπανικολάου. Ο σπουδαίος αυτός γιατρός ήταν από την Κύμη. Αιώνες, απ’ότι λενε οι φήμες, οι κάτοικοι αυτής της ορεινής περιοχής είχαν μάθει και από τα χρώματα που έπαιρνε ο ουρανός, πέρα και πάνω από το Αιγαίο, έβγαζαν συμπεράσματα για τον καιρό στην περιοχή τους. Αναλυτικά συμπεράσματα, δηλαδή ήταν εμπειρικοί μετεωρολόγοι. Αυτός λοιπόν, ο κάποιος που ήταν δίπλα στο μικρό Παπανικολάου, ήταν μέσω των γονέων του, η παράδοση που είχε δημιουργήσει η κωμόπολη. Η βάση του τέστ Παπανικολάου είναι ακριβώς αυτή. Από τους χρωματισμούς να προκύπτει συμπέρασμα για την ασθένεια. Να μια ερμηνεία που ακόμα και αν δεν είναι αληθινή, είναι γοητευτική.

Διαλέξαμε ένα όμορφο κείμενο του πανεπιστημιακού κ. Β. Καραποστόλη, που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή και μιλάει για μια ελπιδοφόρα στάση που μπορούμε να κρατήσουμε προσωπικά απέναντι στην κρίση. Είναι η στάση εκείνη που εκφράζεται από την άρνησή μας να παραδοθούμε στη φθορά της κρίσης και κρατάμε το μυαλό μας ανοιχτό σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, επεμβαίνοντας όπου μπορούμε. Το καλύτερο απ'όλα είναι αυτή η παρέμβαση να γίνεται από αγάπη και αληθινό ενδιαφέρον. Αν ήσασταν αρχισυντάκτης και έπρεπε ν'αποφασίσετε σε ποια καυηγορία θα κατατάσσατε αυτό το άρθρο του Καραποστόλη, ποια θα διαλέγατε; 

Ακολουθεί αυτό το άρθρο, που μπορείτε να το διαβάσετε πατώντας κι εδώ

 


Ο άεργος, ο ειδήμων και ο ερασιτέχνης αποτελούν τις τρεις όψεις του κοινωνικού μας προβλήματος τις ημέρες της κρίση.

Είναι πάντα παρήγορο να βλέπει κανείς γύρω του υπάρξεις που επιμένουν να ζουν και δεν παραδίδονται αμαχητί στη φθορά. Ό,τι και να τύχει, θα το αντιμετωπίσουν με μια συσπείρωση των δυνάμεών τους, αυτών που τους έχουν απομείνει. Σε μια από τις τελευταίες νουβέλες του ο Τολστόι μιλάει για ένα φυτό που ευδοκιμεί στα μέρη του Καυκάσου, ένα γαϊδουράγκαθο που το ονομάζουν «Τάταρο».

Όταν ο ίδιος προσπάθησε μια μέρα να το κόψει, παρ’ όλο που ήταν πολύ προσεκτικός, δοκίμασε τη σθεναρή αντίσταση του φυτού που με όλα τα αγκάθια του και με όλες τις ίνες του κοτσανιού του έδινε στον σφαγέα του να καταλάβει ότι δεν θα υπέκυπτε παρά μόνον αφού θα είχε αγωνιστεί έως εσχάτων.

Από το περιστατικό αυτό ο συγγραφέας οδηγήθηκε στην εξιστόρηση του βίου ενός ανθρώπου που η ζωή του βρισκόταν στην άκρη του ξίφους του· δεν ήταν πολεμόχαρος, ήξερε μόνον να προασπίζεται μαχητικά αυτό που είχε ζωτική σημασία για κείνον.

Δεν είναι τυχαίο που παρόμοια πεισματικά γαϊδουράγκαθα απαντώνται πολύ περισσότερο στην επαρχία, παρά στις πόλεις. Σήμερα που οι άνεργοι, οι απολυμένοι, οι πρόωρα συνταξιοδοτημένοι πυκνώνουν στη χώρα μας τις γραμμές ενός στρατού που δεν είναι πια «εφεδρικός» (όπως ήταν άλλοτε), γιατί η παραγωγή δεν φαίνεται ότι θα τους καλέσει σύντομα και πάλι στις τάξεις της, σήμερα που όλοι αυτοί οι αθέλητα άπραγοι πηγαινοέρχονται ανάμεσα στο σπίτι και το καφενείο, γεννιέται αναπόφευκτα το ερώτημα: «όταν σταματάς να εργάζεσαι, σταματάς και να ενεργείς;».

Δεν χρειάζεται να επιδοθεί κανείς σε διαλογισμούς επί του θέματος, ούτε και να καταφύγει σε μελέτες και στατιστικές για να βρει την απάντηση.

Εάν αναλογιστεί αυτό που έχει δει αρκετές φορές αρκεί. Θα θυμηθεί ότι είδε την ερασιτεχνία να αμύνεται με πάθος εναντίον της αεργίας. Θα θυμηθεί όλους εκείνους τους ανθρώπους που σε κωμοπόλεις και πόλεις της επαρχίας τον εξέπληξαν κάποτε με την υπομονή και τον ζήλο στρατευμένα σε κάποιου είδους εξερεύνηση. Το ότι δεν επρόκειτο για επαγγελματική εργασία ή για επιστημονική έρευνα εμπόδιζε αυτούς τους φιλόπονους να διεκδικήσουν από τους άλλους κάτι περισσότερο από μια συγκαταβατική επιείκεια. Οι επαΐοντες του άστεως μειδιούσαν συνήθως με τα πονήματά τους, όταν δεν τα κοιτούσαν με μια μετά βίας καλυμμένη περιφρόνηση.

Από τη μια υποτίθεται ότι ήταν το επάγγελμα από την άλλη μια κακομοίρικη υποκατηγορία του. Εκεί ήταν που γινόταν το λάθος.

Γιατί ο γνήσιος ερασιτέχνης δεν είναι ένας υποδεέστερος επαγγελματίας, είναι κάποιος που φεύγει από το καλούπι μιας ορισμένης πειθαρχίας για να ακολουθήσει πορεία παράλληλη. Από ένα ένστικτο αυτοπροφύλαξης μάλλον, αναπτύσσει τη δραστηριότητά του. Δεν επιδιώκει μ’ αυτήν να υποκαταστήσει τις δοκιμασμένες μεθόδους εργασίας, σκοπός του είναι να περιορίσει την κυριαρχία του μηχανικού στοιχείου πάνω του, αφού κατά κανόνα σε κάθε επάγγελμα η μηχανή και ο δικός της ρυθμός επιβάλλονται σε οποιονδήποτε ατομικό βιορυθμό.

Στους αντίποδες αυτής της ισοπέδωσης, θα βρούμε την πανάρχαια επιθυμία των μοχθούντων να υπακούει η εργασία τους αποκλειστικά στις προτεραιότητές τους. Να μοχθείς με τη θέλησή σου! Δεν θα έπρεπε να τοποθετήσουμε αυτό το αίτημα σε μια θέση περισσότερο σεβαστή; Κι όμως, επεκράτησε εύκολα η άποψη ότι όσοι αναλίσκονται σε έργα εκτός ωραρίων, γραφείων και κανονισμών, αποτελούν ένα πλήθος αχρήστων από τη σκοπιά της εθνικής οικονομίας. Υποτιμήθηκε το γεγονός ότι αυτοί οι άσημοι ρέκτες εξοικονομούσαν πόρους και ενέργεια. Συγκέντρωναν στοιχεία, μαρτυρίες, σημείωναν, κατέγραφαν, ταξινομούσαν. Χάρη σε ακάματους εμπειρικούς φυσιοδίφες η χλωρίδα και η πανίδα του τόπου δεν περίμεναν τον γεωπόνο, τον ζωολόγο, τον βιοχημικό για να τα εξετάσουν με τις μεθόδους και τα όργανα μιας επιστήμης που έχει πάντα την ανάγκη χρημάτων για να κινηθεί.

Το μάτι του αυτοσχέδιου μελετητή ήταν πολύ ανυπόμονο· λαχταρούσε να ψάξει, να δει. Ο ειδικός μέσα στο εργαστήριο, όταν του ανακοίνωναν ότι τα κονδύλια για την έρευνα στέρεψαν, ότι το κράτος δεν του έστελνε την κινητήρια επιταγή, σήκωνε τα χέρια. Η Ελλάδα πτώχευε βαθμιαία και οι επιστήμονες θρηνολογούσαν. Αλλά την ίδια στιγμή απόμαχοι δημόσιοι υπάλληλοι, στρατιωτικοί, δάσκαλοι, δικαστικοί, ιερείς και πολλοί άλλοι συνέχιζαν να παρατηρούν και να ανιχνεύουν τη Φύση, τις ντοπιολαλιές, την Ιστορία ή τους θρύλους, με μόνο εφόδιο εκείνη την όρεξη για γνώση που ο Αριστοτέλης την θεωρούσε σαν μια από τις πιο «φυσικές» ανθρώπινες ιδιότητες.

Αν λοιπόν σήμερα οι περιστάσεις εμποδίζουν κάποιον να ασκήσει το επάγγελμά του, ας κάνει το επάγγελμα που προηγήθηκε παντός άλλου: το επάγγελμα να είναι ανθρώπινος. Να τροχίζει δηλαδή και να κρατάει ανοιχτό το μυαλό του σε ό,τι υπάρχει. Το να σταματήσει να θέλει να γνωρίζει, θα ήταν σημάδι πως η κρίση και οι στενοχώριες της τον σπρώχνουν μέχρι το τελευταίο σκαλί. Ωστόσο, ακόμη και δίπλα απ’ αυτό το σκαλί, μένει συνήθως λίγο χώμα. Υπάρχει πάντα η δυνατότητα για τον κακοπαθημένο να μετατοπισθεί προς τα εκεί. Να πάψει να είναι ένα σκουπιδάκι πάνω στο τσιμέντο και να γίνει άνθρωπος- γαϊδουράγκαθο.

* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013 19:13
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση