Δευτέρα, 01 Ιουλίου 2013 16:24

Οι σωσίες και οι φίλοι, του Β. Καραποστόλη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Ο χειρότερος τόπος είναι εκείνος που δεν έχεις φίλους, λέει μια παλιά ελληνική παροιμία. Δεν ξέρω αν και σήμερα αυτή η λαϊκή ρήση έχει τη δύναμη αλήθειας που είχε και τότε που καθιερώθηκε.

 

 

 

 

Παρατηρώντας απ’ έξω κι από μακριά πια, σε πρώτη φάση καταλήγω πως για τον άνθρωπο στη σύγχρονη ζωή δεν φαίνεται να είναι τόσο απαραίτητη η φιλία. Πρέπει να είναι αρκετοί γύρω μας εκείνοι που δεν δείχνουν να έχουν ανάγκη από φίλους για να είναι καλύτερη η ζωή τους. Συνήθως καλλιεργούν άλλες σχέσεις και δίνουν προτεραιότητα σε άλλες δράσεις και στόχους. Έτσι, η φιλία όλο και πιο σπάνια εμφανίζεται  στις σύγχρονες ψυχικές ανάγκες, τουλάχιστον με εκείνη την ένταση που μαρτυρούν οι προηγούμενες γενιές, ακόμα και οι πιο πρόσφατες. Κάποτε η Μελίνα Μερκούρη, τη δεκαετία του '70, είχε απαντήσει σε μια ερώτηση ενός Αμερικανού δημοσιογράφου σχετική με τους ψυχαναλυτές, που έκαναν τότε θραύση στις ΗΠΑ, πως εμείς στην Ελλάδα, αγαπητέ κύριε, δεν έχουμε τέτοιους, εμείς έχουμε καλούς φίλους.

Αν σκεφτώ λίγο πιο πολύ τις δικές μου φιλίες, αυτό που κυριάρχησε στις παρέες όπου εμφανίστηκε είναι η χαρούμενη διάθεση, με τα δήθεν μας αποδυναμωμένα. Φυσικά, ίσχυε κι εκείνο το γνωστό, ο καλός φίλος στην ανάγκη φαίνεται. Αλλά δεν μένω μόνο αυτό. Αυτονόητο είναι πως δεν έλειπαν οι διαφωνίες, οι κόντρες και οι ανταγωνισμοί. Όμως ανάμεσα σε μένα και στον κάθε φίλο μου ήταν πολύ αδύναμη η κυριαρχία του ενός πάνω στον άλλο, η διάθεση καθοδήγησης ή η χρησιμοποίηση του ενός από τον άλλο ως μέσον για κάποιον ιδιοτελή στόχο. Αυτό που κάνει κάποιον τυχαίο άνθρωπο φίλο μας νομίζω πως είναι το ότι οι στάσεις μας απέναντι στη ζωή, ακόμα και όταν ψαχνόμαστε, έχουν κάτι κοινό. Γι' αυτό πολλές φορές φάνταζε τόσο εύστοχη εκείνη η παροιμία "δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι". Είναι σα να βρίσκονται οι φίλοι σε μία δική τους πλατεία του χωριού και κοιτάζοντας τον κόσμο ετοιμάζονται για το ταξίδι. Και πέρα απ’ αυτό. Στο ψυχικό άνοιγμα που προκαλεί η φιλία, μαζί με την ευχαρίστηση παίζει και η επιδίωξη κάποιου κοινού σκοπού που εκ των προτέρων δεν είναι γνωστός. Αινίγματα που τίθενται ή προσπάθειες για να λυθούν προβλήματα που μας προκαλούν οι σχέσεις μας, βιώματα, παιχνίδια, σχέδια επί χάρτου και στοχασμοί που κατατίθενται ανάμεσά μας για να διερευνηθούν, παράπονα και σκέψεις για να προχωρήσει η φιλία σε πιο βαθιά νερά, είναι μερικά από τα στοιχεία εκείνα που ενισχύουν τον δεσμό.

Αυτά και άλλα στοιχεία ήταν που έκαναν, όταν σκεφτόμασταν ή συναντούσαμε τον φίλο μας και παρ’ όλες τις δυσκολίες των σχέσεων, να εμφανίζεται ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μας. Αδιόρατο αλλά πηγαίο.

Το άρθρο που ακολουθεί είναι του καθηγητή κ. Βασίλη Καραποστόλη και δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή της Κυριακής", στις 30/6/14. Μιλάει για τη φιλία όπως αυτή έπαιξε σε πολλές παρέες τις τελευταίες δεκαετίες της ευμάρειας στον τόπο μας. Ίσως κάποιοι αναγνωρίσουν πλευρές του εαυτού τους και αυτό τους δώσει την απαραίτητη ενέργεια για επιθυμητές αλλαγές. Το ενδιαφέρον αυτό άρθρο ακολουθεί, ή πατώντας εδώ θα το δείτε στην Καθημερινή.

 

 

Οι σωσίες και οι φίλοι

Του Βασίλη Καραποστόλη

Όταν τα χρήματα λιγοστεύουν, ο κόσμος φαίνεται σαν να απομακρύνεται απ’ όποιον ζημιώθηκε. Δεν μπορεί πια ο παθών ν’ απλώσει το χέρι του και να πάρει ό,τι τερπνό λαμποκοπούσε πάνω στον δίσκο της ζωής. Απρόσιτα γι’ αυτόν τα ωραία πράγματα, τι κρίμα - τι του μένει λοιπόν; Ίσως μερικοί κοντινοί του, κάποιοι που θα μπορούσαν να τον παρηγορήσουν για τις απώλειες.

Ώστε έτσι. Τώρα που χάθηκαν τα λεφτά, η φιλία ξαναγίνεται περιζήτητη. Ολοένα και πιο έντονα σήμερα εκδηλώνεται η ανάγκη για μια παρουσία ζεστή, ανθρώπινη, χάρη στην οποία οι στερημένοι θα έπαυαν να νιώθουν πως είναι ολομόναχοι. Όμως υπάρχει ένα πρόβλημα εδώ. Αυτοί που στριμώχνονται οικονομικά, είχαν συνηθίσει να βλέπουν το κάθε τι γύρω τους σαν ένα στοιχείο που περιλαμβανόταν στην ατομική περιουσία τους. Είχαν τα εισοδήματά τους, τη δουλειά τους, και μαζί μ’ αυτά και κάποιους οικείους, οι οποίοι «προσέθεταν» με τα προσόντα τους στη συνολική αξία των ατομικών υπαρχόντων. Τους αποκαλούσαν συγκαταβατικά φίλους, στην πραγματικότητα όμως ήταν πρόσωπα που χρησιμοποιούνταν σύμφωνα με τις επιδιώξεις ή και τις διαθέσεις του άλλου μέρους.

Έτσι, ένας γενικά εύθυμος άνθρωπος επιλεγόταν για τη βραδιά στη διάρκεια της οποίας θα θέλαμε να ξεδώσουμε λίγο· τον καλούσαμε να μας συντροφεύσει επειδή θα απέδιδε αυτά που υπολογίζαμε πως θα ’ταν ικανός ν’ αποδώσει: τα αστεία του, οι διηγήσεις του, το μπρίο του, ήταν ό,τι μας χρειαζόταν για τη δεδομένη περίσταση. Αν η διάθεσή μας ήταν διαφορετική, υπήρχε πάντα η δυνατότητα να μας εξυπηρετήσει ένα άλλο άτομο κατά παραγγελίαν «συντονισμένο» μαζί μας. Για τις πιο εξομολογητικές μας στιγμές υπήρχε ο εχέμυθος, για τις πιο γκρινιάρικες κατά τρίτων ένας μουτρωμένος που θα μας σιγοντάριζε. Ανάλογα με το κέφι μας πίναμε ζαχαρωμένα ή στυφά ποτά, έχοντας για παρέα μας έναν όμοιό μας πρόθυμο να τσουγκρίσει το ποτήρι του με το δικό μας και να πει λόγια που θα ήταν η ηχώ της φωνής μας.

Ουδείς, βέβαια, δικαιούται να το ονομάσει αυτό φιλία. Πέστε το αλληλοχρησιμοποίηση προσωπικών ιδιοτήτων, αμοιβαία παροχή υπηρεσιών, φιλία πάντως δεν ήταν, εάν με τον όρο αυτό εννοούμε ένα δεσμό όπου δεν μετρά τι «έχει» κανείς, αλλά τι «είναι». Ποιος είναι πραγματικά αυτός τον οποίο συναντώ, με τον οποίο μ’ αρέσει να συζητώ, να συντρώγω, να πηγαίνω εκδρομές και να χαιρετίζω με το ίδιο αίσθημα ένα τοπίο ή ένα δειλινό; Ο κόμπος βρίσκεται ακριβώς εδώ, στη λέξη: «ίδιο». Είναι γεγονός ότι πολλοί βιάζονταν να βρουν σ’ ένα άλλο πρόσωπο τα ίδια που εκείνοι ένιωθαν και σκέπτονταν. Ο άλλος προοριζόταν για καθρεφτάκι. Το είχες στην τσέπη σου, το έβγαζες και κοιτούσες τον εαυτό σου. Έτσι εμφανιζόταν ο φίλος. Ήταν ένα γυάλινο πλάσμα όπου πάνω του μπορούσε κανείς ν’ αντικρίσει τα ελαττώματα και τα προτερήματά του και ν’ αναπαυθεί με τη σκέψη ότι αυτή ήταν η πραγματικότητα και η αλήθεια του· δεν θ’ άλλαζε, διότι δεν υπήρχε λόγος για ν’ αλλάξει. Αφού ο σωσίας μου δέχεται να τον θεωρώ σωσία μου, θα έχω πάντα ένα καταφύγιο όπου θα τοποθετώ την αξία μου ή και την αναξιότητά μου, χωρίς να χρειάζεται καμιά αναθεώρηση.

Πόση πλήξη έφερναν στους μεταγενέστερους εκείνες οι υποδείξεις μιας περασμένης εποχής για «διόρθωση του χαρακτήρα μας»! Ηχούσαν πολύ αυστηρές, πολύ επίπονες. Έμοιαζε τόσο απωθητικό για έναν άνθρωπο που εργαζόταν καθημερινά για να κερδίσει τη ζωή του να του λένε πως επιβαλλόταν να εργαστεί επιπλέον, αν και με άλλον τρόπο, εάν ήθελε η ζωή του να είναι πραγματικά πλουσιότερη. Έπρεπε να είχε και φίλους. Κάποιους που θα συμμετείχαν στις ευτυχέστερες μέρες του, αλλά και στις θλίψεις του και τους κατατρεγμούς. Για να βρει αυτούς τους εταίρους προϋπόθεση ήταν να διαθέσει χρόνο και ενέργεια. Με το ψάξιμο, με τη μελέτη της συμπεριφοράς και, κυρίως, με την τόλμη που απαιτείται ώστε τα λόγια να βγαίνουν με ειλικρίνεια, ο πολύτιμος άγνωστος θα ανασυρόταν μέσα από τη μάζα και θα γινόταν στο εξής σταθερός συνοδοιπόρος.

 

 Μέτριες σχέσεις

 

Ποιος όμως μπορούσε να επιδοθεί σ’ αυτήν την αναζήτηση; Μέσα στις λίγες δεκαετίες που προηγήθηκαν της σημερινής καθίζησης, όλες οι ανθρώπινες δυνάμεις απορροφήθηκαν από την εργασία που αγοράζει αντικείμενα, έτσι που και για τη φιλία (όπως άλλωστε και για τον έρωτα) ίσχυε ένα είδος εξαγοράς: πλήρωνε κάποιος με τα μέτρια αισθήματά του για να έχει μέτριες σχέσεις. Το παραπάνω τού κόστιζε πολύ: δεν μπορούσε να ξανοίγεται σε μακρές συζητήσεις, να σκαλίζει ζητήματα, να εξετάζει τις απόψεις του άλλου, να εγκαταλείπει τις δικές του, και να χαίρεται που μ’ αυτόν τον συνομιλητή, παρ’ όλο που σε κάτι διαφέρει, σε κάτι πιο σημαντικό συγγενεύει. Το να βρίσκει κανείς τη χαρά του όμοιου μέσα στο ανόμοιο είναι η πεμπτουσία της φιλίας. Δεν πρόκειται όμως ποτέ για μια «ανακάλυψη». Δεν ανακαλύπτει κανείς έναν φίλο όπως ένα κοράλλι στον θαλάσσιο βυθό. Ούτε όμως και τον πιάνει με κάποια απόχη όπως το συνιστούσαν -και το επαναφέρουν και στις μέρες μας- εκείνα τα βιβλιαράκια-συνταγολόγια του ’70 και του ’80 με τη μεγάλη κυκλοφορία: «πώς να κάνετε φίλους».

Στο ίδιο σπορ καλούνται και σήμερα οι έχοντες ανάγκη. Δίδονται οδηγίες σε μονόχνωτους, σε αβοήθητους, σε μελαγχολικούς, σε επαγγελματικά υποβιβασμένους. Το μόνο που παραλείπεται να ειπωθεί είναι και το μόνο ουσιώδες: ότι ο μοναδικός τρόπος για ν’ αποκτήσετε φίλο είναι να μπείτε στον κόπο να γίνετε φίλος.

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 01 Ιουλίου 2013 20:07
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση