Παρασκευή, 06 Μαρτίου 2026 16:55

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ( Αρακατάκα Κολομβίας, 6 Μαρτίου 1927 - Πόλη του Μεξικού, 17 Απριλίου 2014)

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

fbb17Από τα τέλη της δεκαετίας του '60 άρχισα να διαβάζω και ξένους λογοτέχνες. Διάβασα κάποιους από αυτούς που έλαμψαν τους προηγούμενους αιώνες έως και τα τέλη της δεκαετίας του '50 διάβασα και αρκετούς που εμφανίστηκαν στο στερέωμά μου στα χρόνια του '70. Από όλους αυτούς τρεις με έφτιαξαν. Τα βιβλία τους και τα φχαριστήθηκα τότε που τα διάβαζα και με ξεσήκωσαν για ταξίδια με εντός εκτός και εναλλάξ αναζητήσεις και το ωραίο, εξακολουθούν να μου αρέσουν αυτοί οι συγγραφείς και τώρα. 

Ο ένας είναι ο Γερμανός Χάινριχ Μπελ (Κολωνία, 1917 - Kreuzau Γερμανία, 1985), ο άλλος είναι ο Τσεχοσλαβάκος με γαλλική υπηκοότητα Μίλαν Κούντερα ( Μπρνο, 1929 - Παρίσι, 2023) και ο τρίτος ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, που του χρόνου κλείνoυν 100 χρόνια από τη γέννησή του και πιστεύω ότι θα πούμε περισσότερα γι'αυτόν που μου άνοιξε το δρόμο για μία ακόμα διεγερτική πραγματικότητα που έπαιζε κρυφτούλι μέσα μου προπάντων όταν ήμουν μικρός. 

Να πω μόνο πως και "Ο Έρωτας στα χρόνια της χολέρας" μου άρεσε τόσο πολύ όσο και τα "Εκατό χρόνια μοναξιάς". 

Stavroula Papaspirou, από το fb. Γεννημένος στην Αρακατάκα της Κολομβίας ως το πρωτόκοκο από τα έντεκα παιδιά ενός τηλεγραφητή και μιας μορφωμένης κόρης συνταγματάρχη, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (1927-2014) πέρασε τα παιδικά του χρόνια κοντά στους παππούδες του από τη μητρική πλευρά, κι όπως αποδείχτηκε η συγκεκριμένη περίοδος υπήρξε ανεξάντλητη δεξαμενή έμπνευσης για τα γραπτά του.

Οι ιστορίες που του αφηγούνταν ο παππούς του από τους κολομβιανούς εμφύλιους πολέμους του 19ου αιώνα και οι φανταστικές αλλά απολύτως πειστικές αφηγήσεις που αφουγκραζόταν από τις γυναίκες του σπιτιού και τη γιαγιά του, στάθηκαν καθοριστικές για το μετέπειτα έργο του.

Το μεγάλο μπαμ θα έρθει το 1967 με το «Εκατό χρόνια μοναξιά», η πρώτη έκδοση του οποίου τυπώνεται στην Αργεντινή: ένα μυθιστόρημα-ποταμός που εκτυλίσσεται στο επινοημένο χωριό Μακόντο, μια παραλλαγή της Αρακατάκα, και στο οποίο αποτυπώνονται οι περιπέτειες επτά γενεών μιας οικογένειας που πληρώνει βαριά το τίμημα μιας παλιάς αιμομιξίας.

Ενα έργο όπου ο πιο γήινος ρεαλισμός παντρεύεται με την πιο οργιώδη φαντασία, ένα μυθικό σύμπαν παλλόμενο από ζωντάνια, χρώματα, αισθησιασμό αλλά διαποτισμένο ταυτόχρονα από βία και θάνατο, μια τοιχογραφία στην οποία αντικατοπτρίζονται η ιστορία, η κουλτούρα, η πολιτική πραγματικότητα και τα δεινά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής. Αυτό, το τέταρτο στη σειρά μυθοπλαστικό έργο του Μάρκες, γνώρισε πάραυτα τεράστια καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία (50 εκατ. αντίτυπα ώς τώρα!), μπολιάζοντας στη συνέχεια το έργο άφθονων δημιουργών, από την Ιζαμπέλ Αλιέντε ώς τον Σαλμάν Ρούσντι, και στρέφοντας το παγκόσμιο ενδιαφέρον στη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνική παραγωγή. Χάρη σ' αυτό απέσπασε την ύψιστη λογοτεχνική τιμή το 1982 κι ο ίδιος, μολονότι το στάτους του σταρ που τον συνόδευε έκτοτε, θα προτιμούσε να το είχε αποφύγει...

«Το μόνο πλεονέκτημα της φήμης μου», έλεγε ο Μάρκες, «είναι ότι μπορώ να τη χρησιμοποιήσω πολιτικά». Πράγματι, η παγκόσμια ακτινοβολία του τον κατέστησε διαμεσολαβητή ανάμεσα στην κυβέρνηση της Κολομβίας και τους αντάρτες, δυνάμωσε τις διαμαρτυρίες του για τις πολιτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ στην Λατινική Αμερική, πυροδότησε πρωτοβουλίες εκ μέρους του για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, τον έφερε κοντά σε ηγέτες όπως ο Πάπας Ιωάννης Β', ο Μιτεράν ή ο Μπιλ Κλίντον, με τον τελευταίο να του επιτρέπει να ταξιδέψει στις ΗΠΑ όπου για πολλά χρόνια ο ίδιος ήταν ανεπιθύμητος. Κι όλα αυτά, χωρίς ποτέ από τη μεριά του να προδώσει τη φιλία και την εκτίμηση που έτρεφε από την εποχή της κουβανέζικης επανάστασης προς τον Φιντέλ Κάστρο, κι ας του κόστισε αυτή του η στάση τη ρετσινιά του «λακέ», από τον νεανικό του φίλο, ερωτικό του αντίζηλο για ένα φεγγάρι και διαρκώς διαφωνούντα πολιτικά μαζί του, τον Περουβιανό νομπελίστα Μάριο Βάργκας Λιόσα.

Η αντίστροφη μέτρηση για τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες άρχισε προς τα τέλη της δεκαετίας του '90, όταν προσβλήθηκε από καρκίνο στους λεμφαδένες αλλά σε πείσμα των ΜΜΕ που το 2000 τον παρουσίασαν νεκρό πριν την ώρα του, πέρασε, έστω και απομονωμένος από τον δημόσιο βίο, λίγα δημιουργικά χρόνια ακόμα μέχρι την επανεμφάνιση της αρρώστιας και τα προβλήματα γεροντικής άνοιας που ακολούθησαν. Ωστόσο, το ήξερε κι ο ίδιος, οι «Θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου», αυτό το γλυκόπικρο παραμύθι όπου ένας 90χρονος άντρας, στερημένος από αγάπη, αποζημιώνεται στα στερνά του από έναν ανιδιοτελή έρωτα, θα' ταν και το τελευταίο του. Οπως είχε δηλώσει το 2005, «με την εμπειρία που έχω αποκτήσει, θα μπορούσα άνετα να γράψω ένα καινούργιο μυθιστόρημα, αλλά διαβάζοντάς το, ο κόσμος θα καταλάβαινε πως η καρδιά μου είναι αλλού».

και 

Σ.Δ. 'Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα μόνο του να πετάει.

Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη.
Έμαθα τόσα πράγματα από 'σας...
Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά.
Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλο από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί....
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους.                    Γι' αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν' το σήμερα....''
Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες.
[Από το τελευταίο κείμενο που έγραψε, όταν οι γιατροί του είπαν πως παλεύει με το θάνατο
Διαβάστηκε 453 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 07 Μαρτίου 2026 13:16
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση