Η ιεροτελεστία, που τις θέλει μαζεμένες γύρω από το σαμοβάρι, δεν είναι παρά η αφορμή για να πουν με ησυχία τα «δικά» τους μυστικά, κουτσομπολιά και αγωνίες που μόνο μεταξύ τους μπορούν να μοιραστούν. Όπως λέει η μεγαλύτερη ανάμεσά τους, «η συζήτηση είναι ο ανεμιστήρας της ψυχής». Κι όλες τους έχουν πολλά να διηγηθούν για να... δροσιστούν και να ξαλαφρώσουν.
Πάνω σ’ αυτόν τον καμβά απλώνονται τα «Κεντήματα», προσφέροντας μια γλυκόπικρη, αποκαλυπτική εικόνα για τα βιώματα των γυναικών στο Ιράν. Εδώ, η Σατραπί ζωντανεύει την αθυρόστομη, οπιομανή γιαγιά της, με τους τρεις γάμους πίσω της, δίνει τον λόγο στις θείες, τις ξαδέλφες και τη μητέρα της και μας κάνει μάρτυρες μιας συζήτησης που ανατρέπει όλα τα στερεότυπα για τις μαντιλοφόρες φιγούρες που διακρίνονται κατά καιρούς στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ.
Οι ηρωίδες των «Κεντημάτων» είναι σαφές πως προέρχονται από μια εύρωστη κοινωνική τάξη η οποία συνδιαλεγόταν με τη Δύση στην προ-Χομεϊνί εποχή, χωρίς όμως αυτό να τις έχει απαλλάξει από προκαταλήψεις βαθιά ριζωμένες στον ιρανικό τρόπο ζωής.
Περνώντας δεξιοτεχνικά από τη μια ιστορία στην άλλη, η Μαργιάν Σατραπί μιλάει για προξενιά ανάμεσα σε άγουρα κορίτσια και ραμολί εκατομμυριούχους, για κοπέλες που έχασαν την παρθενιά τους και μηχανεύονται τρόπους να την... ξαναβρούν, για γυναίκες που τις πρόδωσαν και τις εκμεταλλεύτηκαν αλλά εκείνες πάσχισαν να χειραφετηθούν.
Κι όσο οι ηρωίδες της ανοίγουν την ψυχή τους ανακαλώντας και πιπεράτα περιστατικά από τη διαδρομή άλλων φιλενάδων τους, έχει κανείς την αίσθηση πως ακόμα και μια πλαστική επέμβαση στη μύτη ή τους γοφούς μπορεί να πάρει διαστάσεις επαναστατικές!
Στα «Κεντήματα» δεν υπάρχει χώρος για χαμηλοβλεπούσες υπάρξεις, αφοσιωμένες στη λατρεία του Αλλάχ. Οι κουβέντες εδώ αφορούν επιτυχημένους ή δυσλειτουργικούς γάμους, το έλλειμμα της αγάπης και τη λαχτάρα για σεξ, τους μηχανισμούς επιβίωσης σ’ έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, το όνειρο της φυγής από τη χώρα, τα κυρίαρχα μοντέλα ομορφιάς.
Η Σατραπί φέρνει στην επιφάνεια ιστορίες πικρές, σκληρές ή κι απλώς γελοίες, σχολιάζοντας την ασφυξία, το ιδιότυπο αντάρτικο ή και την κενότητα ορισμένων ηρωίδων της. Κι όπως στο «Περσέπολις» έτσι κι εδώ, οι σελίδες της ξεχειλίζουν από χιούμορ και τρυφερότητα.

Ο τίτλος του άρθρου στα περσικά (φαρσί) της γκούγκλ: