Σάββατο, 01 Αυγούστου 2020 18:00

Ο Ε. Αρανίτσης βάζει πάλι στο παιχνίδι τον Κωστή Παπαγιώργη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

papagiorgisΟ συγγραφέας Ευγένιος Αρανίτσης ( Κέρκυρα, 1955) είναι ο μόνος επιζών από τη ξακουστή τετράδα των μπάρ και των ξενυχτάδικων της Καλλιδρομίου που διέπρεψε στην κραιπάλη τη δεκαετία του '80 . Οι άλλοι τρεις ήταν, ο συγγραφέας και κινηματογραφιστής Χρήστος Βακαλόπουλος (Αθήνα, 1956-1993), ο ποιητής Ηλίας Λάγιος ( 'Αρτα, 1958, που μεγάλωσε στο Ναύπλιο - Αθήνα, 2005) και ο δοκιμιογράφος Κωστής Παπαγιώργης (Νεοχώρι Υπάτης, 1947- Αθήνα, 2014).

Ο Βακαλόπουλος και ο Παπαγιώργης όσο ζούσαν πιστεύω ότι με βοήθησαν με τα έργα τους να δω πράματα και θάματα που τα ψυχανεμιζόμουν αλλά η σαγηνευτική τους λάμψη μου διέφευγε διαρκώς επειδή με τύφλωνε. Ο Αρανίτσης με συγκινούσε όταν έγραφε προπάντων για τα παιδικά του χρόνια και με έπειθε ότι συνδυάζοντας με εμπνευσμένο τρόπο κοινές και σπάνιες λέξεις μπορείς και να βάλεις φωτιά ακόμα και εξ αμελείας στα κόκκινα ή στα μπατζάκια σου. 

Του ερευνητή και δοκιμιογράφου Νικήτα Σινιόσογλου ( Αθήνα, 1976), πιο πολύ μου άρεσε το βιβλίο του "Αλλόκοτος Ελληνισμός" από το "Μαύρες διαθήκες". Σε ένα πρόσφατο αφιέρωμα του περιοδικού "Χώρα" στον Κωστή Παπαγιώργη (  εδώ )  τον Σινιόσογλου τον απασχόλησε κατά τον Αρανίτση, συν τοις άλλοις, επί τροχάδην, η περίπτωση «νεοελλήνων συγγραφέων» που εμφανίζονται υπερβολικά μετανοημένοι ώστε να αποσύρουν απ’ τους κοινόχρηστους χώρους τα αποκαΐδια των πρώτων τους λογοτεχνικών πειραματισμών· μαντεύεις, μάλιστα, ότι το κάνουν προκειμένου να τηρήσουν μια στάση «ολίγον ποζέρικη*» και ποιος ξέρει τι χειρότερο θα μπορούσε κανείς να υπαινιχθεί. Παίρνοντας αφορμή από το κείμενο του Σινιόσογλου ο Αρανίτσης με τον ποιητικό τρόπο του υπερασπίζεται τον φίλο του με το άρθρο  Γράμμα απ' την Ελλάδα στον Νικήτα Σινιόσογλου.

Το μοτίβο της σκέψης του Αρανίτση είναι αυτή η παράγραφος: «Θα όφειλε κανείς να καταλάβει τον Παπαγιώργη πλησιάζοντάς τον όχι μέσω του Σιοράν αλλά μέσα απ' τα λαϊκά του '60, που τα ακούγαμε κάποτε υπό τον έναστρο ουρανό σαν προφητείες μιας συγκυρίας που θα μας έκανε ευτυχισμένους έστω κι αν άφηνε όλες τις αντιφάσεις ανεπίλυτες.»

Ακολουθεί ένα μέρος αυτού του μεγάλου άρθρου που φωτίζει το έργο του Παπαγιώργη μέσω της σχέσης του με τους φίλους του και την Ελλάδα όταν αυτή ακουμπάει στην Ανατολή. 

Ότι η γυναίκα του Καίσαρα πρέπει και να φαίνεται τίμια είναι λατινική σκέψη, όχι ελληνική· για την αρχαιοελληνική σκέψη λχ. θα αρκούσενα είναι τίμια ― στο σύμπαν του Κωστή δεν θα αρκούσε τίποτα. Ο Παπαγιώργης όχι μόνον δεν αθωώνει το Κακό όταν αυτό πειθαρχεί στην υποχρέωση να εμφανίζεται άοπλο και φιλικό αλλά υποπτεύεται κατευθείαν κάθε Καλό σαν στρατήγημα ή προσποίηση του Κακού, οπότε η γυναίκα του Καίσαρα, ανεξαρτήτως του αν δείχνει ή όχι τίμια, αποκλείεται να είναι. Ως εκεί καμία αντίρρηση. Ωστόσο, και μολονότι ο συγγραφέας μας μοιράζεται την απαισιοδοξία του Πασκάλ, αποφεύγει να θεολογεί, ίσως ακριβώς επειδή είναι Χριστιανός, αν μου επιτρέπεις το ευφυολόγημα, δηλαδή Χριστιανός κατά λάθος, ένας τυχαίος περαστικός που είχε ξεμείνει, πιωμένος, στον γάμο της Κανά. Ο Κωστής δεν αναζητούσε λύσεις· ο Πασκάλ φέρ’ ειπείν, ιδιοφυής μαθηματικός και εφευρέτης αριθμομηχανής, νόμιζε πως η λύση ήταν ο Θεός ― ο Παπαγιώργης, που πίστευε στον Παράδεισο κρυφά, όπως έκαναν επί Διοκλητιανού, καταλάβαινε αυτό που, εδώ στην Ανατολή, ξέρουν ενστικτωδώς οι πάντες, δηλαδή ότι ο Θεός μπορεί να ήταν οποιοσδήποτε, λχ. το αγοράκι της διπλανής πόρτας ή ο τύπος με τον μπαγλαμά στο καφενείο ή ο διαιτητής που ευνόησε την ομάδα μας, ένα όμως δεν θα μπορούσε να είναι: αυτός που εκπροσωπεί τη λύση του προβλήματος. Διότι ο άνθρωπος στη δική μας πολιτισμική παράδοση δεν είναι πρόβλημα, ο άνθρωπος είναι η λύση αυτός ο ίδιος, όπως στο αίνιγμα της Σφίγγας, η χειρότερη λύση που υπάρχει και συνάμα η μόνη, κάτι σαν τη δημοκρατία α λα Τσώρτσιλλ. Έτσι ο Κωστής, ως καλλιτέχνης, και δίχως να θυμώνει καθώς διέβλεπε το τι συνέβαινε στον άνθρωπο αλλά διαβλέποντας το τι συνέβαινε επειδή ήταν θυμωμένος, έγινε η ψυχή της παρέας, μια ψυχή  στοργική και καλοσυνάτη ― έχει δίκιο ο Ίκαρος Μπαμπασάκης που το τονίζει. Αν και όταν ήταν παιδί δεν του έδωσαν αγάπη, αυτό είναι διαπιστωμένο, παρά μόνον εκείνη που εισέπραττε με αντάλλαγμα το να παίζει τον ρόλο του θύματος της εξαπάτησης, ο Κωστής ήταν ειλικρινής στη συμπάθειά του για τους αδικημένους. Όχι για τους παλαβούς και τους μέθυσους, όπως θα ευχόταν ο Λάγιος εξωραΐζοντας το φολκλόρ των φιλολογικών μας χρονικών, αλλά εκείνους στους οποίους τα παρεπόμενα της εξαπάτησης είχαν επιβληθεί πατερναλιστικά. Έκτοτε, σαν σε αντιστάθμισμα στην ανάγκη για ζωντανές και ταραχώδεις συναναστροφές, εξεγέρθηκε κατά της εξαπάτησης και πάνω σ’ αυτή τη διένεξη σφυρηλάτησε το στιλ του, απλό, γρήγορο, έξυπνο, ανελέητο και με σύντομες φράσεις λες και φοβόταν ότι οι πολύπλοκες γλωσσικές αλυσίδες μπορεί να συσκότιζαν όλο εκείνο το σύστημα των παρακαμπτηρίων και των διόδων διαφυγής από το δικό του βαθύ ζήτημα, θριαμβευτικά ανεπίλυτο με τον πιο «ελληνικό» τρόπο  εφόσον, διαφορετικά, ίσως ξυπνούσε ένα πρωί μπροστά στη γονεϊκή κληρονομιά των συναισθηματικών ερειπίων. Εκεί να δεις αδικία! Έπρεπε άρα ο άνθρωπος να αμυνθεί προτού ο λεγόμενος εαυτός μεταμορφωθεί σε δικαστήριο. Και ποιος θα διαφωνούσε στο ότι η πιο ανθεκτική ασπίδα απέναντι στον εαυτό ήταν ο θορυβώδης συνασπισμός των εξαπατημένων που επαναστατούσαν με όπλο την κυκλοθυμική αυθεντικότητα του αλκοόλ; Η αιθανόλη, το καθαρό οινόπνευμα, είναι μια οργανική ένωση φημισμένη σαν διαλύτης μιας μεγάλης ομάδας ουσιών όπως τα χρώματα, τα αρώματα, τα φάρμακα, τα καύσιμα και οι τροφικές ύλες ― διαλύει επίσης παρέες που, δέκα μέρες αργότερα, ξανασυγκροτούνται σε σώμα και γιορτάζουν τη συγχώρεση πίνοντας μάντεψε τι. Ο Βακαλόπουλος ήταν της άποψης ότι τσακωνόμαστε μόνον και μόνον για τη χαρά της συμφιλίωσης· ο Κωστής μάλλον πίστευε ότι συμφιλιωνόμαστε ώστε να μπορούμε να ξανατσακωθούμε. Για κάνα δυο μήνες τού είχε κολλήσει ένα σπαραξικάρδιο ρεφραίν του ΛεΠά και το επαναλάμβανε συνεχώς:    Αφού μου πήρες τον αέρα έτσι απότομα,  θέλω σκότωμα... θέλω σκότωμα...  

ΒΛΕΠΕΙΣ, ΛΟΙΠΟΝ, ΦΙΛΕ ΝΙΚΗΤΑ, ότι το κλειδί είναι πάνω στην κλειδαριά ― διότι, για έναν δυτικής ανατροφής moraliste, αν κάποιος σού είχε πάρει τον αέρα απότομα, θα ήθελε αυτός σκότωμα, όχι εσύ. Σ’ εμάς, εδώ, πάει ανάποδα· η εξασφάλιση της απονομής του δικαίου σε στέλνει να καθήσεις εκ δεξιών του Πατρός, ειδικώς εκεί όπου καμία δικαιοσύνη δεν έχει κυρωτικές αρμοδιότητες ― άσε που είναι κάπως παράξενο να έχεις τον Θεό στα αριστερά σου! Με δυο λόγια, Ανατολικά του 20ού μεσημβρινού, συγχωρούνται απαξάπαντες και κάθε αδικημένος έχει μια δεύτερη ευκαιρία αδικηθεί ξανά. Είναι όπως λέμε Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα, που σημαίνει ότι είναι αδύνατον να συλληφθεί ο δολοφόνος δεδομένου ότι το κίνητρό του εξοστρακίζεται πάνω σε μιαν απίθανη νομική παραδοξότητα και μένει ανεντόπιστο κάπου μέσα στον φαύλο κύκλο της ανορθόδοξης λογικής που συνέχει το Θείο Πάθος. Δεν υπάρχει, στη δική μας παράδοση, θεολογία της κόλασης. Υπάρχουν αντιστροφές επί αντιστροφών, ύμνοι και τροπάρια αποφατικής έμπνευσης και συγχωροχάρτια σε τιμές προσιτές, για το χατίρι της πιάτσας. Φάσκουμε και αντιφάσκουμε, σαν σε παζάρι, με στόχο τη διακοπή της ατέρμονης παρέλασης αιτίου και αιτιατού, διότι μόνον αν ακινητοποιηθεί ο χρόνος μπορείς να συναντηθείς με τον διπλανό σου. Άραγε, η επιταχυνόμενη κατανάλωση των γεγονότων στην Δύση, όσο και η συνακόλουθη εφιαλτική αίσθηση ότι ο άνθρωπος εξαφανίστηκε, με τι άλλο έχει να κάνει αν όχι με τον εκμηδενισμό της συνάντησης; 

ΑΥΤΗ Η ΣΤΑΣΗ, διόλου «ποζέρικη», ξεχωρίζει τον Κωστή απ’ τους moralistes, οι οποίοι, θεμελιώνοντας τον πεσιμισμό τους σαν μαθηματικό θεώρημα, ψάχνουν εμμέσως για αφορμές να αποκαταστήσουν μια τάξη ή ευαγγελίζονται την εξιλέωση· ο Κωστής αναρωτιέται μεν, συνεχώς, αλλά δεν ψάχνει θεραπείες ούτε πιστεύει στον σωφρονισμό των ταξινομήσεων, παίζει απλώς και με μαεστρία στα δάχτυλα τα κόλπα μιας γκρίνιας που μας κάνει όλους λίγο πιο πονηρεμένους ― δεν θέλει να εμβαθύνει στην πραγματικότητα, ούτε να την εξορθολογήσει αλλά να την εξάψει. Κατά τα λοιπά, όχι μόνον δεν είναι ηθικολόγος αλλά λατρεύει το γνωστό αθάνατο ελληνικό στιλ της γειτονιάς με τα γιασεμιά που περιμένουν το έγκλημα για ν’ ανθίσουν. Και ιδού τι τον κρατάει σε τέτοια παροιμιώδη απόσταση απ’ την ψυχαναλυτική διδασκαλία αλλά και απ’ την ποίηση, διότι η ποίηση υπάρχει για να αρθρώνει αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς και άρα υπονομεύει τη μέριμνα για την προστασία των απορρήτων. Αξίζει να θυμάσαι το εξής: όσο επινοητικός και αν είναι ο στοχασμός των Δυτικών στην προσέγγιση των πραγμάτων, θα συναντάει πάντοτε τη διάψευση, αφού η αποφατική κληρονομιά τού είναι άγνωστη και συνεπώς η γνωριμία με το πράγμα δεν του αρκεί αλλά επιδιώκει πάση θυσία να το ανακρίνει για να αποσπάσει τον αλγόριθμο της ουσίας του ώστε να τον κατέχει ωφελιμιστικά, κάτι a priori ανέφικτο, οπότε μένει με τη γλύκα, σα να λέμε με την αποζημίωση μιας εργαλειακής φαινομενικότητας. Ο Κωστής, όπως και ο Βακαλόπουλος, όπως κι ο Λάγιος ή ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ή ο Δημήτρης Καράμπελας, αλλά και η ταπεινότης μου εν μέρει, αν μπορώ να το πω δίχως τον κίνδυνο της υπεροψίας, ανήκε σ’ εκείνους που ένιωθαν ότι αυτή η γλύκα ήταν πικρή και δηλητηριώδης. Τον ερέθιζε το αδιέξοδο όχι για τον απειλητικό χαρακτήρα του, όπως συμβαίνει με τους ιεραπόστολους του Διαφωτισμού, αλλά επειδή τον κρατούσε ζωντανό και αμήχανο, ετοιμοπόλεμο κι απογοητευμένο· είμαστε η γενιά που θεωρούσε το διάβασμα σαν οδηγό αυτοκαταστροφής. Κάθε κείμενο σχολιασμού που γράφουμε πάνω σ’ ένα άλλο κείμενο είναι σημείωμα αυτοκτονίας.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη "Τα βιβλία των άλλων".  Στην εισαγωγή ο Δημήτρης Καράμπελας αναφέρει μεταξύ των άλλων "Παράλληλα με τα καθαυτό δοκίμιά του, και με το στοχαστικό, βιωματικό και παιγνιώδες ύφος του, ο Κωστής Παπαγιώργης επισκόπησε για τέσσερις σχεδόν δεκαετίες (1975-2014), την εγχώρια πνευματική ζωή με κριτικά άρθρα και σημειώματα στον περιοδικό και ηλεκτρονικό τύπο (Το Δέντρο, Κριτική και Κείμενα, Πλανόδιον, Αθηνόραμα, Ο κόσμος του Επενδυτή, Lifo και αλλού). Ο πρώτος αυτός τόμος παρουσιάζει για πρώτη φορά μιαν εκτεταμένη επιλογή κειμένων του για την παλιότερη και σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία". 

Εδώ  μία συνέντευξη του Παπαγιώργη στην Αμάντα Μιχαλοπούλου, το 1993, για το περιοδικό Ρεύματα. 

* Ποζερική στάση, επιτηδευμένη, αυτός που παριστάνει κάτι άλλο απ'αυτό που είναι, που παίρνει πόζες. 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 03 Αυγούστου 2020 17:26
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση