Δευτέρα, 18 Μαΐου 2020 19:48

Ημερολόγιο Covid-19, 5 από 14 σχετικά "διηγήματα"

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

deilinoΠεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, πανεπιστημιακοί, αλλά και ευρύτερα πρόσωπα του βιβλίου κοινοποιούν ημερολόγια του εγκλεισμού, ημερολόγια της πανδημίας. Πραγματικά ή επινοημένα κείμενα που αποτυπώνουν εικόνες και σκέψεις τους· στιγμές ανησυχίας, αποφόρτισης, ελπίδας και αναστοχασμού της οικείας δυστοπίας μας, του παγκόσμιου εφιάλτη που ζούμε όλοι σε ζωντανό χρόνο. Η στήλη αυτή είναι έκτακτη. Οσο και αναγκαία. Ευελπιστούμε η διάρκειά της να είναι βραχύβια.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις. 

Ακολουθούν 5 από τις 14 ιστορίες που δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα των Συντακτών

 Αλλη μια μέρα, του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, 3.5.20covid1 

Κάθε πρωί στις δέκα και μισή η από πάνω αρχίζει με τρέξιμο. Γρήγορα μικρά βήματα επί τόπου, αλματάκια, κοιλιακοί και κάμψεις, ύστερα κι άλλο τρέξιμο. Λαχάνιασμα πνιχτό, σχεδόν αστείο. Από τη μεσοτοιχία ακούγεται σταθερά όλη μέρα η φωνή του γιατρού. Απανωτές βιντεοκλήσεις με ασθενείς, οι λέξεις του έρχονται με μια μονότονη ρυθμικότητα, με ηρεμούν και μένα, κι ας μη δίνω πάντα σημασία στις λεπτομέρειες. Πιάνω σκόρπιες κουβέντες «πόσες φορές», «όχι τα χάπια», «θα περάσει», «πρέπει να φύγεις», «πάρε με τηλέφωνο, ό,τι ώρα και να είναι» που ράβουν όλες τις ιστορίες σε μία.

Αργά αργά το σπίτι γεμίζει στη μυρωδιά του ινδικού από την άλλη άκρη του διαδρόμου. Το κάρι ανεβαίνει τις σκάλες, φτάνει σε όλους τους ορόφους, γίνεται ένα με την πολυκατοικία και μετά, το ίδιο αργά, χάνεται, μέχρι να ξανάρθει την επόμενη.

Στον πέμπτο απέναντι αρχίζουν κάποια στιγμή οι φωνές. Ερχονται ξαφνικά, ακανόνιστα, πολλές φορές κάθε μέρα. Μακρόσυρτες στην αρχή, σαν μοιρολόι. Και απότομα ξεφεύγουν σε ένα ξέσπασμα. Ολη η γειτονιά ησυχάζει εκείνη την ώρα, νομίζω ακόμα και ο γιατρός από δίπλα. Το παράθυρο του πέμπτου μένει πάντα ανοιχτό αλλά δεν έχω καταφέρει να δω ποτέ την κοπέλα να στέκεται εκεί. Μια φορά ο παππούς από τον τρίτο της είπε να το βουλώσει επιτέλους, αλλά μόνο μια φορά, δεν το ξανάκανε. Θα ’θελα να τη ρωτήσω πολλά πράγματα, αν αφήνει επίτηδες τα παράθυρα ανοιχτά ή αν δεν το καταλαβαίνει, αν είναι αυτές οι πιο όμορφες μέρες της ζωής της. Δεν θα το κάνω.

Οποια στιγμή βγω στο μπαλκόνι βλέπω από πάνω ένα ζευγάρι πατούσες να πετάνε έξω από τα κάγκελα. Γυμνές. Δεν κρυώνουν. Και μια τούφα καπνού να ανεβαίνει ψηλά. Οποιος κι αν κάθεται εκεί δεν μιλάει. Ισως να σκέφτεται όσα σκέφτομαι και εγώ. Ισως να καταφέρνει να σκεφτεί κάτι άλλο.

Το απόγευμα στις έξι είναι η ώρα του Αλαντίν από κάτω. Αυτό δεν έχει αλλάξει, ήταν η ώρα του παιχνιδιού του από παλιά. Η κοπέλα που μένει από κάτω τον φωνάζει σαν να είναι παιδί της. Αλλά τόσα χρόνια δεν έχω καταλάβει αν ο Αλαντίν είναι σκύλος ή γάτα. Το παιχνίδι κρατάει σχεδόν μια ώρα. Μόλις τελειώνει, σχεδόν αμέσως, αρχίζει το πιάνο από το ρετιρέ. Δεν ακούγεται καλά και δεν ξέρω πώς λέγονται τα κομμάτια που παίζουν, όλο σκέφτομαι αύριο θα ανέβω να ρωτήσω, κι όλο το αναβάλλω.

Είμαστε ακόμα όλοι καλά.

covid2Τρέχω μη μου αρπάξει ο κιμάς, της Έλενας Μαρούτσου, 26.4.20

Δευτέρα

 Ξεκρέμασα τις κουρτίνες για να τις πλύνω. Στρίμωξα μία στο πλυντήριο. Το στόμα του δεν τη χωρούσε. Χρειάστηκε να το μπουκώσω σαν παιδί που δεν θέλει να φάει το φαΐ του. Πώς τα κατάφερνες τόσα χρόνια εσύ; Πώς τάιζες το πλυντήριο; Πώς τάιζες τα παιδιά;

Τρίτη

Το σαλόνι χωρίς τις κουρτίνες έχει κάτι ανέμελα ξεδιάντροπο. Εκτεθειμένο. Τι θα λέει η κοπέλα που βγήκε τώρα στο απέναντι μπαλκόνι; Δεν μπορώ πια να κρυφτώ. Το σαλόνι είναι η σκηνή του μοναχικού μου εγκλεισμού. Χωρίς αυλαία. Μα τι κάνει; Χειροκροτεί; Υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που επικροτεί τη βαρετή παράσταση της αιχμαλωσίας μου; Πλησιάζω τη μύτη μου στην τζαμαρία. Είναι κι άλλοι που χειροκροτούν.

Τετάρτη

Μαγείρεψα σουπιές με το μελάνι τους. Τις βρήκα στη λαϊκή το πρωί. Είχα φορέσει τα γαλάζια πλαστικά γάντια και τη μάσκα και θυμήθηκα τότε που μάθαινα τα παιδιά κολύμπι. Φορούσα τη μάσκα ανάποδα, έβαζα στα χέρια τα βατραχοπέδιλα κι αυτά έσκαγαν στα γέλια. «Ολα λάθος τα κάνεις, μπαμπά!». Ολα λάθος τα έκανα. Και οι κουρτίνες μπήκαν στο πλύσιμο. Οπως μασάω τις σουπιές κριτσανίζει στο στόμα μου η άμμος. Καταπίνω τις αναμνήσεις μου. Φτύνω μαύρο σάλιο.

Πέμπτη

Το παράθυρο της κουζίνας βλέπει στον ακάλυπτο. Μια χαλασμένη λάμπα αναβοσβήνει στο σκοτάδι μεταδίδοντας ένα δυσανάγνωστο μήνυμα. Είδα στον ύπνο μου τη φράση ΑΓΕΛΗ ΑΝΟΣΙΑΣ, κόκκινη φωτεινή επιγραφή σε μαγαζί όπου οι κούκλες βιτρίνας φορούσαν φίμωτρο. Ξύπνησα ιδρωμένος και βγήκα στη βεράντα για τσιγάρο. Σε ένα αντικρινό μπαλκόνι, λίγο πιο χαμηλά από τον δικό μου όροφο, κοιμόταν ένα παιδί. Φορούσε μια γαλαζωπή νοσοκομειακή μάσκα στα μάτια. Το χέρι του κρεμόταν απ’ τα κάγκελα όπως όταν γέρνουμε απ’ τη βάρκα για ν’ αγγίξουμε τη θάλασσα.

Παρασκευή

Για να γυμναστώ περπατάω γοργά από το σαλόνι ώς το υπνοδωμάτιο μπρος-πίσω σαν ταξιδιώτης σε κυλιόμενο διάδρομο, χωρίς βαλίτσα, χωρίς εισιτήριο, χωρίς σαφή προορισμό. Στο γαμήλιο ταξίδι μας είχαμε πάει στη Ρώμη. Τώρα βλέπω στην τηλεόραση τις έρημες, στοιχειωμένες πλατείες σαν πίνακες του Ντε Κίρικο. Σκέφτομαι το σώμα σου: λευκό, μεγαλοπρεπές και απρόσιτο, ίδιο άγαλμα.

Σάββατο

Αυτό το Σαββατοκύριακο είναι η σειρά μου να κρατήσω τα παιδιά. Κρέμασα τις κουρτίνες, καθαρές και κοντές, σαν παντελόνι φτωχού. Περιμένω φτιάχνοντας κιμά, θρυμματίζοντάς τον με την ξύλινη κουτάλα στην κατσαρόλα για να διώξει το αίμα, να ξανθύνει. Διάβασα στο διαδίκτυο ένα άρθρο με τίτλο «50 παιχνίδια για να παίξετε με τα παιδιά σας στο σπίτι», αν και ξέρω καλά ότι θα δούμε τάμπλετ μέχρι τελικής πτώσεως. Βγαίνω στη βεράντα ανυπομονώντας να τα δω να βγαίνουν από το αμάξι σου. Απέναντί μου μια κοπέλα ανοίγει την μπαλκονόπορτα. Ενας άντρας την αγκαλιάζει από πίσω φωνάζοντας ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ και την τραβάει γελώντας μέσα. Τρέχω μη μου αρπάξει ο κιμάς.

covid3Πάσχα φέτος σημαίνει κατώφλι, της Βασιλικής Πέτσα, 19.4.20

«Δηλαδή δεν θα έρθεις φέτος πάνω;» Στεκόταν με τις πιζάμες και τις πλαστικές του σαγιονάρες μέσα στο σπίτι, εγώ στον διάδρομο: ο μπαμπάς, που ήρθε να περιμαζέψει τη μαμά-ευπαθή, ως προς την αρρωστοφοβία πρωτίστως, ομάδα, για να τη μεταφέρει εντός των ασφαλών, περίκλειστων ορίων της θεσσαλικής επικράτειας.

Η παύση του διήρκεσε λίγο περισσότερο από ό,τι προβλέπεται για τις ρητορικές ερωτήσεις. Πρόλαβα μονάχα να τον κατακεραυνώσω με ένα βλέμμα ειρωνικό· στο μεταξύ η ανιψιά μου είχε προλάβει να τον δαγκώσει στο πόδι κι εκείνος πετάχτηκε πονεμένος. Γελούσε τώρα η ανιψιά μου. Περιφερόταν ανάμεσα στα πόδια της μαμάς, του μπαμπά, της αδερφής μου και με κοιτούσε πονηρά, κερδίζοντας ολοένα κάποιον πόντο προς την είσοδο, μικραίνοντας τη μεταξύ μας απόσταση, σαν υπόσχεση πως όταν -σε λίγο- εμείς και πάλι, και η οικειότητα εδώ.

Η αδερφή μου τη μάλωνε, «ο κορονοϊός», της έλεγε απειλητικά, «ο κορονοϊός» επαναλάμβανε κι εκείνη με πειθαρχημένη παραίτηση, κι έπειτα από ένα λεπτό ξανάκανε το παραπάνω, δικό της και δικό μας, βήμα. Μου έφεραν να δω και το μωρό – σαν να είχε μακρύνει πολύ, έτσι μου φάνηκε, και με κοιτούσε με τα διάπλατα από απορία κι έκπληξη μάτια του, που σου υπενθυμίζουν, λίγο άοπλος από το τετριμμένο να βρεθείς, την ακατάλυτη αινιγματικότητα του κόσμου. Στο άνοιγμα της πόρτας σακούλες με τρόφιμα από τον κήπο ή έμπιστους προμηθευτές, καλογερικών προδιαγραφών: λαχανικά και ψάρια, για ένα Πάσχα πιο ολιγαρκές, νηστίσιμο, χαράς με το κουπόνι. Φέτος πέθανε και η Κίρα, το καλό μας σκυλάκι. Θα λείπει κι εκείνη από τον κήπο μας.

«Εχω φτιάξει τραχανά και μου περισσεύει ένα πιάτο. Θα στο δώσω, άμα θες, στην πόρτα». Κατέβηκα δύο ορόφους με τις παντόφλες, στο χέρι ένα βαθύ μπολ σχεδόν ξέχειλο. Ετεινα τη σούπα προς το μέρος του, γεφυρώνοντας το χάσμα της ανοιχτής πόρτας.

Ο γείτονας του πρώτου ορόφου, γνωστός τυχαίου γνωστού, έχει γίνει πια η σχεδόν καθημερινή μου συναναστροφή. Τον περιμένω στην είσοδο της πολυκατοικίας και περπατάμε όλη την Αθήνα, διατηρώντας πάντοτε το ενάμισι μέτρο απόσταση: πάρκα, λεωφόρους, πεζοδρόμους, ήσυχες πια, κι όσες πριν δεν ήταν, γειτονιές. Είναι όμορφο να κάνεις καινούργιους φίλους, είναι σαν να φοράς καινούργια γυαλιά για να δεις τον κόσμο, σκέφτομαι καμιά φορά καθώς περπατάμε.

Εκείνος είναι μηχανικός με διδακτορικό και σκέφτεται πρακτικά και τετράγωνα, αντικειμενικές συνθήκες πρώτα κι έπειτα η σχετικότητα απέναντι στα πράγματα και η ψυχανάλυση στους ανθρώπους, δεν σκάβει όταν οι απαντήσεις αναδύονται από μόνες τους, δεν χάνει χρόνο με περιττά ερωτηματικά. Γελάει που βλέπω παντού «ταξικούς εχθρούς»: θα σκέφτεται σίγουρα ότι από μια άποψη κι εκείνος είναι, και ας απελευθέρωσε το ταχύτατο ίντερνέτ του για να εξυπηρετήσει τη γειτονιά, και θα ξέρει επίσης ότι το καταλαβαίνω, και ότι αν επιμένω στην αγωνιστική οικογενειακή του ιστορία, που τον βάζω να μου την αφηγείται ακούγοντάς τον με κρυφό δέος, δεν είναι για να βρω ελαφρυντικά ή κάποια κοινή αναφορά.

 Αφού να ’μαστε: κοινωνοί της ίδιας ανάγκης για κοινωνικότητα και ίσοι τουλάχιστον απέναντι στον φόβο. Φέτος θα γιορτάσουμε μαζί το Πάσχα, ο καθένας στο σπίτι του και μαζί, για μιάμιση αθλητική ώρα, στους δρόμους.

covid4O φλανέρ στην πολυθρόνα, του Νικήτα Σινιόσογλου, 29.3 

Ο περιπατητής που σηκώνει πυρετό βουλιάζει μεσοδρομίς, όπως ο αστακός στην κατσαρόλα. Θα μάθει άραγε τι απομένει απ’ τον δημόσιο χώρο όταν αυτός αδειάζει από ανθρώπους;

Προλαβαίνει τις πασχαλίτσες, που μοιάζουν χαμένες μόλις, έτσι όπως λοξοποδίζουν με το τρέμουλο του βρέφους. Μάρτης μήνας κι ήδη σώζει μία απ’ τα βότσαλα που γλείφει η θάλασσα, άλλη μία απ’ τα κουφώματα που βροντούν, μία τρίτη καθώς τρεκλίζει στον ίσκιο των ελαστικών· σ’ αυτήν τη ζωή τα ενδεχόμενα να συντριβείς δεν έχουν τέλος. Αμελητέες σωτηρίες τέτοιας λογής τονώνουν τον περιπατητή και παρατείνουν την αίσθηση πως είναι κραταιός, ακόμη κι αν ψυχανεμίζεται ότι στα ενδότερα αναρριγεί γερά. Το περπάτημα είναι η αναστολή της πτώσης.

 Γαλλιστί η πασχαλίτσα λέγεται «la bête à bon Dieu», «το κτηνάκι του Θεού». Η ωμή ζωή είναι πάντοτε ολίγον χυδαία, ένα κτηνάκι μέσα μας που σώζουμε ή λιώνουμε ad libitum, κατά βούληση.

Απ’ όλα τα έμβια όντα μόνον ο άνθρωπος έχει την πολυτέλεια να σνομπάρει την επιβίωσή του. Εχθές ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν μάλωσε τους συμπατριώτες του που παλεύουν να επιβιώσουν εν μέσω πανδημίας υπενθυμίζοντας την αρχή θεολόγων και Διαφωτιστών ότι μια κοινωνία που θέτει την επιβίωση ως υπέρτατη αρχή καταντά ανελεύθερη. Ο καλός διανοούμενος ξέρει να διαφοροποιείται από το πόπολο που τον ταΐζει καταγγέλλοντας την πεζότητα όσων προσκολλώνται στη ζωή όπως ο αχινός στον βράχο.

Ομως ο πλάνης των πόλεων είναι με αυτόν που επιβιώνει κι αναρρώνει, και με το παιδί – διότι όσοι συνέρχονται από αρρώστιες, λέει ο Μπωντλαίρ, αντικρίζουν τον κόσμο για πρώτη φορά με μάτια ενθουσιώδη και παιδικά.

Ο νοσοφοβικός περιπατητής είναι κακέκτυπο του μπωντλαιρικού φλανέρ. Εχει δρόμο μέχρι να αναρρώσει, γιατί ποτέ δεν νόσησε ιδιαιτέρως. Καθ’ οδόν αποφεύγει τις συναθροίσεις. Τρέμει τα παιδιά, που –τώρα το γνωρίζουμε– γίνονται φορείς ιών ασυμπτωματικοί, αν δεν εκδικούνται κιόλας τους ηλικιωμένους μολύνοντάς τους. Κάθε παιδί ενδόμυχα επιθυμεί να τιμωρήσει όσους το αγαπούν, όπως ο ώριμος άντρας που κουρδίζεται άσχημα από τους έρωτες που του προσφέρονται απλόχερα. Το χούι επιβιώνει κάτω απ’ την ψυχή, κι η ενηλικίωση είναι κοντή κουβέρτα για να κρύψει τα ενήδονα ανθρωποφαγικά σκιρτήματα της παιδικής μας ηλικίας.

Στην εξώθυρα βραδυπορεί ένας γυμνοσάλιαγκας. Του πιο στοιχειώδους οργανισμού η αλκή ξεπερνά κατά πολύ τη δύναμη του ανθρώπινου λόγου. Η επιβίωση είναι ένας φυσικός κάματος ακατάπαυστος, που θα εκθέτει πάντα ποιητές, θεολόγους και φιλοσόφους. Το μόνο επιχείρημα που θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς στην προαιώνια φυσική μανία υψηλών ή σιαλικών οργανισμών να σώζονται ολοένα και να επιζούν πάση θυσία είναι ότι ίσως δεν αξίζει να σωθούμε ή να ζήσουμε. Αυτές είναι αντιδημοφιλείς απόψεις που προσπερνά κανείς βαδίζοντας μέχρις εσχάτων, έστω από την πολυθρόνα του σπιτιού του.

covid5Εδώ Παρίσι, της Δήμητρας Κολλιάκου, 29.3.

Αγαπητέ Σαντσχίν,

Σου είχα στείλει απλώς ευχές για την Κινέζικη Πρωτοχρονιά. Δίσταζα να ρωτήσω. Απάντησες λακωνικά: είμαι καλά, σ’ ευχαριστώ. Είμαι καλά, εδώ μπήκε η άνοιξη. Κι όπως θα ξέρεις, έχει γυρίσει η βελόνα της πυξίδας. Πήγα στο σουπερμάρκετ με το Πιστοποιητικό Αδειας Κυκλοφορίας και μια μάσκα που την περνάμε με το πιστολάκι των μαλλιών για απολύμανση. Ιδρωνα κάτω απ’ τη μάσκα, τα γυαλιά μου θαμπωμένα.

Η εικόνα του 34χρονου γιατρού απ’ το Ουχάν, κάθιδρος, αρχές Φλεβάρη. #Θα συμμορφωθείς; Αγόρασα τα τελευταία δύο σαπούνια, το τελευταίο αλεύρι, μήπως αρχίσω να ζυμώνω. Βγαίνοντας απ’ το σουπερμάρκετ, με ακολουθούσε το βλέμμα της κοπέλας του ταμείου – είχα χτυπήσει τον κωδικό της κάρτας χωρίς γάντι. Σήμερα η κοπέλα φορούσε μάσκα, την τελευταία φορά που ήρθα για ψώνια όχι ακόμα. Το γαλάζιο έγινε χρώμα απωθητικό.

Εχουν κλείσει σχολεία, μαγαζιά, τα σύνορα. Οι δρόμοι άδειοι. Βγαίνουμε σε ακτίνα δύο χιλιομέτρων, για τα απαραίτητα, ο καθένας μόνος. Περιορισμοί και στο ποδήλατο. Το έπαιρνα το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μάρτη για να μην μπαίνω στο μετρό. Μιάμιση ώρα κάθε μέρα, και με βροχή. Κοιμητήριο Père Lachaise, Colonel Fabien, μεγάλη διασταύρωση, Stalingrad, ανήφορος, Pigalle, αφήνω την άσφαλτο, Place de Clichy, μετά μικροί δρόμοι, κατηφόρα. Μη σκέφτεσαι. Γενάρης, φωτογραφία από μαθητική κατάληψη, ο μαθητής στα μουλωχτά υψώνει πάνω απ’ το κεφάλι του λυκειάρχη το χαρτόνι: Εχω τον κορωνοϊό. Τέλη Φλεβάρη είχαν αρχίσει οι καραντίνες. Τι το ήθελαν το σκι; Στις τουαλέτες, τους έβλεπα να πλένουν τα χέρια τους σαν μανιακοί. Το αντισηπτικό χεριών είχε εξαντληθεί παντού, μάσκες δεν πουλάνε στο Παρίσι. Δεν κάνουν τεστ.

Στη Γερμανία που κάνουν, πεθαίνουνε λιγότεροι. Η καθημερινή τρομοκρατία των αριθμών. Πρόοδος μόνο γεωμετρική. Η λέξη «αναπνευστήρας» δεν έχει σχέση με τη λέξη «κατάδυση», μόνο με τη λέξη «καταβύθιση». Φοβούνται μη χάσουν όλους τους γιατρούς. Πριν έρθει αυτό, μας έλεγαν δεν έχουμε αρκετά λεφτά. Για έρευνα, για την υγεία, για την παιδεία. Τώρα θα τα ξοδέψουν όλα. Η ουσία είναι δεν έχουν αρκετά κρεβάτια. Δεν έχουν αρκετούς αναπνευστήρες. Δεν μας προλαβαίνουν.

Αναρωτιέμαι αν τα παρακολουθείς, αν με το VPN μπορείς να «πιάσεις» ίντερνετ. Αναρωτιέμαι αν εκεί έχετε ξεφοβηθεί. Πότε θα βγείτε από την απομόνωση. Αν όλο αυτό σε έχει αλλάξει. Δεν μου έχεις ξαναγράψει.

Δεν ζω μέσα στον φόβο. Σκέφτομαι ό,τι γίνει. Δεν σκέφτομαι. Κάθομαι στο γραφείο - η μέρα με ατενίζει, ξαπλωμένη στο ντιβάνι. Στις οκτώ βγαίνουμε στα παράθυρα. Είναι η ώρα που αλλάζουν βάρδια οι στρατιώτες με τις άσπρες μπλούζες. Χειροκροτάμε, κάποιοι χτυπάνε κύμβαλα. Είναι ένας τρόπος να λέμε είμαστε εδώ.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 19 Μαΐου 2020 04:12

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση