Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2020 09:23

Τα μελομακάρονα, του Αλέξη Πανσέληνου

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ets28– Βιάσου, θα έρθει το ταξί ! είπε η Πηνελόπη στην κόρη της.

Η Φόνη έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Πίεσε τα χείλη να απλωθεί το κραγιόν και επιθεώρησε το μέικαπ να κρύβει καλά τα πρησμένα από το κλάμα βλέφαρά της.

– Eρχομαι, έκανε βραχνά.

 Η μάνα της στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας κι από τα σκαλοπάτια του ορόφου ανέβαινε μια ξινή μυρωδιά κρύου. Η κεντρική είσοδος του παλιού προσφυγικού έκλεισε τρίζοντας δυσοίωνα καθώς κρεμούσε από το βάρος κι έβρισκε στο μωσαϊκό. Βάδισαν βιαστικά στο ανασκαμμένο πεζοδρόμιο της οδού Λομβάρδου, αποφεύγοντας τους λασπόλακκους του χωματόδρομου κι έφτασαν ξεπνοϊσμένες στην Γκύζη.

Το ταξί περίμενε με σβηστούς φάρους, ο οδηγός κάπνιζε φυσώντας τον καπνό απ’ το μισάνοιχτο τζάμι.

– Στο «Κεντρικόν», πλατεία Κλαυθμώνος, είπε η κυρία Πηνελόπη. Λίγο γρήγορα μην αρχίσει η παράσταση. Καθυστερήσαμε.

– Μη φοβάστε μαντάμ, θα προλάβουμε. Δεν έχει κίνηση απόψε.

Οι δρόμοι γυάλιζαν από τη βροχή που είχε ξεπλύνει την άσφαλτο στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Λιγοστοί διαβάτες έβιαζαν το βήμα για να προλάβουνε να φτάσουν έγκαιρα στον προορισμό τους – κάποιο σπίτι συγγενικό, καμιά ταβέρνα όπου περίμενε η παρέα ή η οικογένεια, παραμονή Πρωτοχρονιάς.

– Θα πάρεις εσύ πρόγραμμα; ρώτησε η κυρία Πηνελόπη κοιτώντας λοξά την κόρη της.

Η Φόνη ψαχούλεψε το πορτοφολάκι ανοίγοντας την τσάντα πάνω στα γόνατά της και μέτρησε μερικά κέρματα.

– Ναι. Εχω ψιλά.

– Πότε σου έδωσε ; ρώτησε στυφά η γυναίκα με το βλέμμα στο σβέρκο του ταξιτζή.

– Τη Δευτέρα.

Σώπασαν. Το αυτοκίνητο κατηφόριζε αθόρυβα την Ιπποκράτους, δεξιά κι αριστερά τα μαγαζιά ήταν βυθισμένα στο σκοτάδι με τα ρολά κατεβασμένα.

– Εσένα δε σ’ αφήνει έτσι, είπε η μητέρα με πίκρα.

Η Φόνη δεν απάντησε. Είχε συναντήσει τον πατέρα της στον Φλόκα της Κοραή, είχαν μιλήσει και της έδωσε το μηνιάτικό της. Πόσο θα κρατήσει αυτό, τον ρώτησε κι εκείνος έσβησε το τσιγάρο πιέζοντας με τη γόπα την καύτρα και κοίταξε έξω. Μη σε νοιάζει, της είχε πει.

Με νοιάζει, σκέφτηκε η Φόνη, και με παρανοιάζει. Αλλά πάλι, εδώ και δυο μήνες που εκείνος έμενε στο ξενοδοχείο, το σπίτι είχε ησυχάσει, δεν χρειαζόταν να μεταφέρει τις κουβέντες του ενός στον άλλο, καθώς τη χρησιμοποιούσαν για αγγελιαφόρο κι όσες φορές δεν ήταν εκεί να μεταφέρει τα μηνύματα, βρίζονταν και καταριόνταν ο ένας τον άλλον.

Δεν θα παντρευτώ ποτέ, είχε πει μέσα της η Φόνη. Μην καταλήξω σαν αυτούς τους δυο. Τόσο μίσος ! Καλύτερα μόνη με τα βιβλία και τους δίσκους μου, καλύτερα σπίτι–δουλειά, δουλειά-σπίτι, κανένα σινεμά και θέατρο που να το διαλέγω εγώ, όχι Μαρσέλ Ασάρ με την Κυρία Κατερίνα. Εθνικό, Θέατρο Τέχνης – τέτοια. Αυτά που αρέσουνε σ’ εμένα, όχι αυτά που αρέσουνε σ’ εκείνην.

Πέρσι ακόμα είχαν περάσει παραμονή Πρωτοχρονιάς στο σπίτι του θείου Αλέκου, με τον πάντα κεφάτο, όλο ανέκδοτα και αστεία αδερφό του πατέρα της και τα πεντανόστιμα φαγητά της θείας Αριάδνης. Η Λήδα και η Αυγή, οι δυο ξαδέρφες της, την έπαιρναν μετά το φαγητό στο δωμάτιό τους και της έλεγαν για τους φίλους τους, που δεν άρεσαν του πατέρα τους κι έπρεπε να τηλεφωνιούνται κρυφά μαζί τους για να κανονίσουν κάποια συνάντηση.

Τα ονόματα και στις δυο οικογένειες ήταν όλα αρχαία, ο θείος κι ο πατέρας της δεν ήθελαν χριστιανικά για τα κορίτσια τους. Ηταν άθεοι και κομμουνιστές. Ετσι κι αυτήν την είχαν βαφτίσει Περσεφόνη και τη φώναζαν Φόνη. Υπέμενε την καζούρα των συμμαθητών στο σχολείο, αλλά με τα χρόνια το είχε πια συνηθίσει και μια προσπάθεια να επιβάλει για όνομά της το «Φιόνα» δεν είχε συνέχεια.

Φέτος Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά το σπίτι είχε βουβαθεί, ο πατέρας εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο κι έστελνε χρήματα με τον υπάλληλό του, ενώ για το χαρτζιλίκι της κόρης του κανόνιζε συνάντηση μαζί της στο κέντρο για να βλέπονται οι δυο τους. Η Φόνη καταλάβαινε, τώρα που είχαν έρθει οι γιορτές, πως θα ‘πρεπε να συνηθίσει στην ιδέα : τον πατέρα της θα τον έβλεπε αραιά και πού.

Εφτασαν έγκαιρα στο θέατρο, η Φόνη αγόρασε το πρόγραμμα και αμέσως το έδωσε στη μάνα της γιατί δεν την ενδιέφερε ούτε το έργο, ούτε η διανομή. Βυθίστηκε στο κάθισμα και έκλεισε τα μάτια, αναπολώντας σ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης τις παλιές, ευτυχισμένες εποχές που η οικογένεια υπήρχε ακόμα κι εκείνη έπλεε τρισευτυχισμένη μέσα στην αγάπη και την ασφάλεια.

Ξύπνησε με τα χειροκροτήματα. Η πλατεία ήταν μισοάδεια, η παράσταση είχε κυλήσει πιο γρήγορα απ’ όσο διαρκούσε τις άλλες μέρες, θεατές και ηθοποιοί βιάζονταν να βγουν στο δρόμο πολύ πριν τις δώδεκα για να προλάβουν να διασκεδάσουν κάπου όπου τους περίμεναν μαζί με αγαπημένους φίλους – όσοι από αυτούς είχαν κάποιους. Γιατί ποιος πάει βραδινή στο θέατρο, παραμονή Πρωτοχρονιάς;

Στη Σταδίου σταμάτησαν άλλο ένα ταξί. Η Φόνη προσευχόταν να αργήσουνε να βρούνε, αμέσως έπειτα, καθώς βολεύονταν στο κάθισμα, προσευχόταν να μεγαλώσει η απόσταση από το θέατρο ίσαμε το σπίτι, να αργήσουν, να μη βρεθεί πάλι μόνη με τη μάνα της και το ραδιόφωνο ανοιχτό σε κάποια γιορτινή εκπομπή που θα αντικαθιστούσε το για πάντα χαμένο οικογενειακό γλέντι της βραδιάς.

– Θεέ μου, μισώ τις γιορτές, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά ! Να φύγει και να μην ξανάρθει. Να γίνουν πάλι οι μέρες κανονικές, χωρίς γιορτές και στολισμούς, χαρούμενους πελάτες, ενθουσιασμένα παιδάκια με τα δώρα τους.

– Φτάσαμε, ανήγγειλε ο ταξιτζής.

Γύρισε, και πριν προλάβει η κυρία Πηνελόπη να ρωτήσει πόσο κόστιζε η κούρσα, τους χαμογέλασε.

– Άλλαξε ο χρόνος ! είπε κάπως θριαμβευτικά. Καλή χρονιά κορίτσια. Και του χρόνου στο σπιτικό σας. Ορίστε δυο μελομακάρονα απ’ την κυρά μου, τη χρυσοχέρα, για να μη βγάλω την παραμονή τελείως μαγκούφης, στο τιμόνι.

Τους έτεινε ένα ρηχό κουτάκι χαρτονένιο. Τα έχασαν. Δίστασαν, κοιτάχτηκαν, μα ο ταξιτζής γελούσε τόσο πρόσχαρα που ντράπηκαν να αρνηθούν το κέρασμα.

– Καλή χρονιά ! του ευχήθηκαν.

Μασώντας τα μελομακάρονα ξαναπήραν το δρόμο για το σπίτι από το σπασμένο πεζοδρόμιο.

* Τελευταίο βιβλίο του Αλ. Πανσέληνου είναι το μυθιστόρημα «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» (Μεταίχμιο, 2018).

Πηγή:  efsyn.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 01 Ιανουαρίου 2020 09:30

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση