Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019 16:47

"Καλύτερα νεκρός" του Μίνωα Ευσταθιάδη, το 6ο καλοκαιρινό νουάρ διήγημα

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

efstathiadisΟι αυλές συνόρευαν. Στα τρία του, ο Σωτήρης ακουμπούσε τον γειτονικό τοίχο και ενθουσιαζόταν με τα σημάδια που άφηναν οι παλάμες του πάνω στη λευκή επιφάνεια. Λίγο αργότερα άρχισε να σχεδιάζει λέξεις με το δάχτυλό του στο ίδιο σημείο, στον πρώτο του φανταστικό πίνακα. Οταν έκλεισε τα δώδεκα, ο Τάσος είχε περάσει τα εξήντα δύο. Παρά τον μισό αιώνα που τους χώριζε (ή μήπως εξαιτίας του;), αναπτύχθηκε ένας ιδιαίτερος δεσμός μεταξύ τους. Συχνά κατέβαιναν στο λιμάνι για να ψαρέψουν μαζί.

 

Εκείνο το καλοκαίρι έμελλε να μείνει ως ένα από τα θερμότερα στη μετεωρολογική ιστορία της χώρας. Οι γέροι μουρμούριζαν ότι άμα καίει έτσι ο Ιούνιος, θα γίνει σίγουρα σεισμός. Δεν έγινε. Αν τον περιμένεις, ποτέ δεν έρχεται. Σαν τον έρωτα, έλεγε η γιαγιά.

Τα μαντάτα διαδόθηκαν με τη γνωστή ταχύτητα κάθε κλειστής κοινωνίας. Η Αναμπελ, το καράβι όπου ο πατέρας του Σωτήρη μπάρκαρε ως δεύτερος μηχανικός, είχε γυρίσει πίσω χωρίς εκείνον. Οσοι ταξίδευαν μαζί του επέμεναν στην ίδια ξερή εκδοχή: Ο Κεχαγιάς βγήκε μόνος του μια νύχτα στο Ρίο Ντε Τζανέιρο και δεν επέστρεψε ποτέ. Δύο μέρες μετά την εξαφάνισή του, ενημερώθηκαν η αστυνομία και το προξενείο.

Στην αρχή ακούστηκε πως έπεσε θύμα ληστείας και βρέθηκε με σκισμένη κοιλιά σε κάποιο δρόμο χωρίς όνομα. Ο καφετζής, ο Αράχνης, επέμενε ότι ο Κεχαγιάς έχασε στα χαρτιά (είναι αλήθεια ότι ο εξαφανισμένος βασανιζόταν από τον πυρετό της τσόχας) και κρυβόταν για να γλιτώσει ένα μεγάλο χρέος.

Καμία επίσημη ενημέρωση δεν υπήρχε. Οσο πέρναγε ο καιρός, οι φήμες γίνονταν αγριότερες. Ελλείψει αντιπάλου, η φαντασία οργίαζε. Οι περισσότεροι τον λογάριαζαν για νεκρό τον Κεχαγιά. Ακούστηκε ότι συμμετείχε σε απόκρυφες τελετές μαύρης μαγείας όπου το αίμα έτρεχε ποτάμι. Ο Αράχνης, λιγότερο μεταφυσικός και σαφώς πιο υλιστής, διέδιδε πως ο Κεχαγιάς είχε τελικά σκοτωθεί πάνω σε αλισβερίσι. Ναρκωτικά και διαμάντια μπερδεύονταν ανάμεσα στα χίλια αγαθά του παγκόσμιου λαθρεμπορίου.

Ολα αυτά έφταναν βέβαια ώς την οικογένειά του από τα χείλια των καλοθελητάδων. Ο Σωτήρης έκοψε το ψάρεμα και απέφευγε να συναντάει τους συμμαθητές του. Διάβαζε περισσότερο. Ενα απόγευμα άκουσε τον Τάσο να φωνάζει τ’ όνομά του. Κάτω από το τελευταίο φως της μέρας που χυνόταν μακριά, η καμπούρικη φιγούρα του γέρου γείτονα θύμιζε σκιάχτρο. Οταν είχε απομείνει μεταξύ τους μόνο το σύρμα του μισοκατεστραμμένου φράχτη που παρίστανε πως χώριζε τα δύο σπίτια, ο Τάσος μίλησε.

«Θα πάμε για ψάρεμα αύριο;»
«Δεν έχω… πολλή όρεξη.»
«Τότε θα σου κάνω το τραπέζι την Κυριακή. Στις δώδεκα το μεσημέρι. Μην μου κουβαλήσεις τη μάνα σου. Εσένα κάλεσα.»

Βρισκόταν σε μια έρημο που, αντί να είναι καφετιά, είχε βυθιστεί μέσα σε μπλε μεταλλικό χρώμα, σε μια έρημο σαν στεγνωμένη θάλασσα. Καθώς τη διέσχιζε, άκουσε ένα ανθρώπινο ουρλιαχτό. Αμέσως ξύπνησε και πετάχτηκε όρθιος. Η ησυχία τριγύρω και το μπλε χρώμα της άμμου τον έπεισαν πως επρόκειτο για εφιάλτη. Μάταια προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Μόλις γλάρωνε, κάποιο απομεινάρι του ουρλιαχτού τον τίναζε πίσω στην πραγματικότητα.

Τελικά σηκώθηκε στις εφτά το πρωί. Η μάνα του έλειπε από το σπίτι, πρέπει να είχε φύγει από... Δεν ήξερε από πότε είχε φύγει. Η μάνα του είχε μετατραπεί σε μια σκιά που ο ίδιος σπάνια μπορούσε να δει κι ακόμα σπανιότερα να ακούσει. Παρότι ο ήλιος κρυβόταν ακόμα πίσω από τον ευκάλυπτο της αυλής, η ζέστη απλωνόταν παντού. Περίμενε υπομονετικά, διαβάζοντας ξανά το αγαπημένο του εικονογραφημένο - «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ». Φόρεσε λευκό πουκάμισο, σίγουρος ότι στον Τάσο θα άρεσε αυτή η επισημότητα.

Ο Σωτήρης έφτασε στην ώρα του και χτύπησε την παλιά μπρούντζινη παλάμη που κρεμόταν πάνω στην πόρτα. Παρά τα τρία χτυπήματα, κανείς δεν εμφανίστηκε. Πέρασε μόνος του μέσα. Σε μια ξύλινη καρέκλα στην αυλή καθόταν ο Τάσος. Χωρίς το παραμικρό ίχνος αέρα, ο καπνός του τσιγάρου τύλιγε το σκυμμένο κεφάλι του. Με την καύτρα άναψε το επόμενο. Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, τους χτυπούσε κατακούτελα πλέον.

Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν πιο δροσερό. Σαν να είχε ξεχάσει τι ήθελε να κάνει, ο Τάσος στάθηκε στη μέση του φθαρμένου σαλονιού. Τελικά, αντί για φαγητό, έβγαλε μια μπουκάλα από το ντουλάπι. Ενα διάφανο υγρό, ίδιο με νερό. Ο Σωτήρης δεν είχε ξαναδοκιμάσει. Του έκαψε τη γλώσσα, τα σωθικά, παραμέσα.

«Ο πατέρας σου δεν έχει σκοτωθεί.»
«Πού το έμαθες;»
«Μένει στη Βραζιλία.»
«Γιατί;»
«Μαζί με μια άλλη γυναίκα.»
«Γιατί δεν μου το είπε ο ίδιος;»

Ο Τάσος ανασήκωσε τους λυγισμένους ώμους του και κατέβασε άλλο ένα ποτήρι.

«Και ποιος θα το πει στη μάνα μου;»
«Το ξέρει ήδη.»
«Θέλω άλλο ένα. Απ’ αυτό που πίνεις.»

Του έβαλε και μετά σωριάστηκε στο παλιό σαλόνι. Δύσκολο να αποφασίσεις ποιος έδειχνε πιο φθαρμένος -τα έπιπλα, ο ίδιος ο Τάσος ή ο κόσμος. Ο Σωτήρης βγήκε από το σπίτι.

Εξω έβραζε ο τόπος. Δέκα μετρημένα βήματα. Μπρος στον τοίχο τέντωσε το δάχτυλό του και, όπως παλιά, έγραψε κάτι. Πριν φύγει, κοίταξε τη λευκή επιφάνεια. Δεν φαινόταν τίποτα. Μα εκεί ήταν πλέον γραμμένες δύο λέξεις. Και μόνο αυτός τις έβλεπε.

● Τελευταίο βιβλίο του Μ. Ευσταθιάδη είναι «Ο δύτης» (Ικαρος, 2019)

Πηγή:  efsyn.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019 16:56

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση