Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019 16:35

Μύκονοοος! ΜΠΑΜ, του Τεύκρου Μιχαηλίδη

Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

teykros mihailidisΗ 2η από τις 12 καλοκαιρινές νουάρ ιστορίες, επιμέλεια Μισέλ Φάις στην ΕτΣ.

Πόρτες ασφαλείας: το πιο σύντομο ανέκδοτο. Το τρέμουλο στα χέρια μου δεν ελέγχεται, αλλά δεν μου πήρε ούτε δύο λεπτά να την ανοίξω. Το αυγουστιάτικο φεγγάρι έλουζε το σαλόνι μ’ ένα γλυκό ασημένιο φως. Πήγα ολόισια στο έπιπλο με τα ποτά. Αρπαξα στην τύχη ένα μπουκάλι και το έφερα στο στόμα. Η κάψα του αλκοόλ με γαλήνεψε. Πιο ήρεμος, γέμισα ένα ποτήρι.

 Το μύρισα κι οι αισθήσεις μου πλημμύρισαν από ένα άρωμα καπνού και πικρής σοκολάτας. Dalmor Malt Cigar διάβασα στην ετικέτα. Μερακλής ο εισαγγελέας! Το κατέβασα, ξαναγέμισα και βολεύτηκα στον καναπέ. Οπου να 'ναι θα έρθει, σκέφτηκα. Εγειρα πίσω το κεφάλι και μισόκλεισα τα μάτια. Μεγάλο λάθος! Το πρόσωπο της Μυρτώς, αθώο, παιδιάστικο, χωρίς φτιασίδια και μπογιές, όπως ήταν τότε, πριν με παρατήσει, ήρθε ξανά να με στοιχειώσει. Γρήγορα, άλλο ένα ποτήρι. Να σβήσουμε τις εικόνες. Να σκοτώσουμε τις μνήμες!

Γύριζε απ’ τα εγκαίνια μιας γκαλερί μοντέρνας τέχνης. Εγώ δεν είχα πάει. Τούτες οι σκόρπιες πινελιές, που τάχα κάτι λένε, εμένα δεν μου λένε τίποτα. Αλλωστε είχα βραδινή βάρδια. Μεμιάς κατάλαβα ότι κάτι τρέχει. Κάτι στο βλέμμα, στις κινήσεις, στις σιωπές της, φώναζε: «Εχουμε θέμα!» Αναμενόμενο.

Τι δουλειά είχε μια τελειόφοιτη της Νομικής μ’ έναν μπάτσο; Πώς να ταιριάξεις μέγαρο με γήπεδο, όπερα με πρέφα, διπλό πιτόγυρο με φιλέτα στρουθοκαμήλου γκουρμέ; Κι όμως! Ενάμιση χρόνο που ήμασταν μαζί, όλα είχαν πάει μια χαρά. Πηγαίναμε εκδρομές, περπατούσαμε, λέγαμε ιστορίες, γελάγαμε πολύ.

Ημουν τυφλός που δεν κατάλαβα πως κάτι στράβωνε. Πως κάτι έλειπε. Το βράδυ της γκαλερί ήταν η αρχή. Το τέλος ήρθε καλπάζοντας: «Σόρι που άργησα. Πήγαμε για ποτό και ξεχαστήκαμε». «Πάρτι σε βίλα με σλιπόβερ». «Σαββατοκύριακο στην Αράχοβα». «Κρουαζιέρα με κότερο στα νησιά». Και τέλος, «Είσαι ό,τι καλύτερο μου έτυχε στη ζωή μου. Θα σε αγαπάω πάντα σαν αδελφό. Πρέπει όμως να βρω τον δρόμο μου».

Βρήκα κι εγώ τον δρόμο του οινοπνεύματος. Μα πού στο διάολο ήταν αυτός ο Δαρζέντης; Μύκονος ξε-Μύκονος, στην ηλικία του πρέπει να κάνει λίγο κράτει. Μην πάθει τίποτα! Εβαλα άλλο ένα ποτό. Στην υπηρεσία δεν μου είπαν τίποτα, τουλάχιστον μέχρι που άρχισαν τα χέρια μου να τρέμουν. Κι ύστερα, πρόπερσι τέτοια εποχή, αρχή καλοκαιριού, ήρθε το τηλεφώνημα στο Εγκλημάτων Κατά Ζωής: «Πτώμα άγνωστης κοπέλας σε παραλία κοντά στο Σούνιο». Ηταν η Μυρτώ.

Κόντευα να τελειώσω το Dalmor όταν ήρθε. Αναψε το φως, με είδε και γούρλωσε τα μάτια: «Αστυνόμε; Εσείς εδώ;»

«Πρώην αστυνόμος, κύριε εισαγγελέα. Πρώην! Το ξεχάσατε; Με απέταξαν από το σώμα όταν απείλησα να σας σπάσω τα μούτρα».

Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του ενώ το μάτι του έπαιζε, ψάχνοντας τρόπους διαφυγής. Τον αποθάρρυνε βλέπεις κι αυτό το πιστόλι που κρατούσα στα χέρια μου. «Ο,τι έγινε έγινε, αστυνόμε. Είναι καιρός να τα ξεχάσουμε αυτά».

«Τι να ξεχάσουμε; Τις ακλόνητες αποδείξεις που σας έδωσα ότι τη Μυρτώ τη δολοφόνησε ο Θεοδώρου για να μην τον χωρίσει η γυναίκα του και χάσει τα λεφτά της; Τους ψευδομάρτυρες που προσκόμισε αυτός ο δικηγόρος, ο Αλεπάκος, ότι δήθεν είμαι ναρκομανής και άρα μειωμένης αξιοπιστίας;

Ή εσένα που παραβλέποντας τεκμήρια, αποτυπώματα, έγγραφα, εξετάσεις DNA, βιάστηκες να θάψεις την υπόθεση στο αρχείο; Πάω στοίχημα πως η μισή από τούτη εδώ τη βίλα πληρώθηκε με αυτήν την υπόθεση».

«Μα τι λέτε; Δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία. Ο επιχειρηματίας, ο κύριος Θεοδώρου…»

«Ο επιχειρηματίας, ο κύριος Θεοδώρου, ήταν ένας ζιγκολό που είχε παντρευτεί τη γριά και ξεκοκάλιζε την περιουσία της. Η Μυρτώ ήταν γι’ αυτόν μια ακόμα πρόσκαιρη περιπέτεια. Οταν η Μυρτώ, που νόμιζε πως ζει τον έρωτα της ζωής της, άρχισε να πιέζει για δεσμεύσεις και γάμους, ο Θεοδώρου την καθάρισε. Το ξέρεις καλά. Κι εσύ και ο άλλος ο δικολάβος, ο Αλεπάκος».

Αλλαξα τόνο. Χαμογέλασα. «Δεν βαριέσαι, έχεις δίκιο. Περασμένα-ξεχασμένα. Κι αυτή η Μυρτώ τα ήθελε και τα έπαθε». Του έτεινα την μπουκάλα. «Ελα, έχω αφήσει μια γουλιά και για σένα». Είδα την ανακούφιση στα μάτια του καθώς πλησίασε για να πάρει το ουίσκι. Κι ύστερα είδα τον τρόμο και την έκπληξη όταν η σφαίρα τον βρήκε στο κούτελο.

Κοίταξα πίσω του τον τοίχο. Η σφαίρα είχε βγει από την άλλη πλευρά του κεφαλιού κι είχε καρφωθεί καταμεσής ενός πίνακα ζωγραφικής, απ’ αυτούς με τις ακατανόητες, σκόρπιες πινελιές. Φαντάστηκα τα πρωτοσέλιδα της επομένης: «Τριπλό έγκλημα στη Μύκονο. Νεκροί με μια σφαίρα στο κεφάλι βρέθηκαν στα εξοχικά τους ο επιχειρηματίας Σωκράτης Θεοδώρου, ο ποινικολόγος Αλέξανδρος Αλεπάκος και ο εισαγγελέας Διονύσιος Δαρζέντης.

Το όπλο των φόνων βρέθηκε στο σπίτι του τρίτου θύματος. Οι διωκτικές αρχές αναζητούν ως ύποπτο σαραντάχρονο απότακτο αξιωματικό της αστυνομίας». Χαμογέλασα. Ωραίοι τίτλοι! Κρίμα που εγώ δεν θα μπορώ να τους διαβάσω. Πέταξα το πιστόλι δίπλα στο πτώμα του Δαρζέντη και βγήκα έξω.


Τελευταίο βιβλίο του Τ. Μιχαηλίδη είναι το μυθιστόρημα «Σφαιρικά κάτοπτρα, επίπεδοι φόνοι» (Πόλις, 2016)

Πηγή:  efsyn.gr

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019 19:14

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση