Είσοδος χρήστη   

Εγγραφή στο newsletter  

Επικοινωνία: stagona4u@gmail.com

Τετάρτη, 05 Σεπτεμβρίου 2018 20:31

Η κατάνυξη του θέρους, της Μυρσίνης Γκανά

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

gkanaΠολλά χρόνια μετά, είκοσι, τριάντα; η μόνη ανάμνηση που θα πρόβαλλε από το συρτάρι της μνήμης με το ταμπελάκι «καλοκαίρι» θα ήταν εκείνα τα μεσημέρια στο μοναδικό νησί που ένιωσε ποτέ λίγο δικό της. Το μοναδικό στο οποίο πήγε πάνω από δύο φορές. Το μοναδικό στο οποίο πίστεψε ότι μπορούσε να ανήκει. Το μοναδικό από το οποίο είχε προκατασκευασμένες μνήμες πολύ προτού το επισκεφθεί.

Τι καλοκαίρια ήταν αυτά, χωρίς ανάμνηση βουτιάς; Ούτε γαλάζιο ούτε στραφταλισμοί νερού κι απέραντος ορίζοντας. Η ανάμνηση είχε το χρώμα του φιλμ που έχει καεί από το φως. Μονάχα αυτό υπήρχε.

Το φως που δεν χρειάζεται να τεντωθεί για να φτάσει στις γωνίες, αυτό που ρέει από μια άγνωστη, μυστική πηγή, σαν αραιωμένο μέλι, ναι, αυτό ήταν το χρώμα του, και η μυρωδιά του επίσης, καμένο θυμάρι, εύθρυπτο, και η χάρτινη οσμή των αμάραντων, που δεν τα είχε ξαναδεί. Τι θαύμα ήταν αυτό! Λουλούδια που μπορούσες να κόψεις και να μελετήσεις και να πάρεις μαζί σου στην Αθήνα και να παραμένουν ίδια μήνες μετά, μέσα στο παιδικό δωμάτιο.

 

Από το απαλό, τρυφερό τους μοβ, προτιμούσε το έντονο ροζ των γαϊδουράγκαθων, τη βασάνιζε όμως εκείνο το όνομα, και τα τριαντάφυλλα είχαν αγκάθια, αλλά δεν σκέφτηκε ποτέ κανείς να τους δώσει τόσο απαίσιο όνομα, που να σε κάνει να σκέφτεσαι μόνο τα πλατιά δόντια των γαϊδάρων, να τους φαντάζεσαι να κουνούν τα σαγόνια τους δεξιά αριστερά -είχε δοκιμάσει να μασήσει έτσι, δεν γινόταν, πώς το έκαναν;- και να συνθλίβουν μ’ εκείνες τις δοντάρες αγκάθια και πέταλα, να παίρνουν το χρώμα τους από το χρώμα των μίσχων και όχι των λουλουδιών, τι αδικία, σκέψου τσιχλοφουσκέ μοβ γαϊδούρια, μπορεί ακόμη και να πετούσαν αν υπήρχαν! Υπήρχε, στη διαδρομή από την παραλία προς τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, ένα ολόκληρο λιβάδι με αμάραντα που έπρεπε να διασχίσουν, αιχμηρά φυλλαράκια τρυπούσαν τις πατούσες τους κάθε τόσο, ξέρεις κι εσύ πώς είναι αυτός ο πόνος, έτσι δεν είναι;

Διατρέχει όλο το σώμα σου μια ανατριχίλα, κάτι αβάσταχτο, κοιτάς προσεκτικά για να ανακαλύψεις την προέλευσή του και δεν βλέπεις τίποτα για λίγο, έτσι κι αλλιώς ο ήλιος σε κοροϊδεύει, το χρώμα του δέρματος μπροστά στο χρώμα της άμμου, πού αρχίζω, πού τελειώνω, γίνομαι ένα με τον πόνο, έτσι θα είναι κάποτε ο έρωτας, δεν το ξέρω ακόμα, είναι από τα πράγματα που θα μάθω αργότερα, τότε που δεν θα μπορώ να εντοπίσω το μικρό σκούρο βέλος και να το τραβήξω απαλά από τη σάρκα μου, τότε που το ρίγος θα με διαπερνά με κάθε βήμα προς τον αγαπημένο μου.

Η πορεία προς το «σπίτι» γινόταν με μέλη βαριά, μουδιασμένα από το αλάτι, χωρίς πλαστικά μπουκαλάκια με νερό, ίσως και χωρίς αντηλιακό, μοιάζουν να λένε οι φωτογραφίες της εποχής με τα κατακόκκινα μυτάκια-μαγουλάκια. Η διαδρομή ήταν ένα πέρασμα, απαραίτητη προετοιμασία μετά τις φωνές της θάλασσας, την αγωνία της κολύμβησης, τη δροσιά του βυθού, σε έφερνε στα άδυτα των αδύτων.

Τα μεσημέρια στα ενοικιαζόμενα είναι η ιερότερη στιγμή του καλοκαιριού. Ποιες εκκλησίες και κεριά και ψάλτες που μουρμουράνε ακατάληπτα λόγια, εδώ βρίσκεται η κατάνυξη του θέρους, ο μεσημεριανός ύπνος των ενηλίκων, ιδρωμένος, υψώνει τη συλλογική του προσευχή ψάλλοντας ροχαλητά και εκτινάσσοντας τους ύμνους των τζιτζικιών στα ανέφελα ουράνια. Είναι η ώρα που βγαίνεις σιγά σιγά από το δωμάτιο, δεν θέλεις να ξυπνήσει κανείς, η μαμά, ο μπαμπάς, το μωρό, οι άλλοι ένοικοι, οι ιδιοκτήτες που κοιμούνται στον πρώτο όροφο, όλα είναι δικά σου, το περιοδικό σου, η καρεκλίτσα, το τραπεζάκι από φορμάικα, η πυρωμένη αυλή, τα κουρασμένα λουλούδια που γέρνουν χαυνωμένα, κάθεσαι και αναδύονται λέξεις που δεν ξέρεις να προφέρεις:

«Πιστεύω σε έναν θεό, στο φως το αληθινό, που τρυπώνει στα μάτια, τα χέρια, τα μαλλιά μου, λογχίζοντας, αγκιστρώνοντας όλα όσα είμαι στην ώρα αυτή, τη μεσημεριανή, που το σύμπαν γύρω μου πάλλεται, βουίζει, ψιθυρίζει, που βρίσκομαι στο κέντρο της φουσκωμένης του καρδιάς, έτοιμης να εκραγεί αν την αγγίξω, να τιναχτεί, θα καταρρεύσει ο κόσμος, εκατομμύρια θραύσματα σαν το παρμπρίζ του γείτονα, αρκεί να απλώσω το χέρι μου». Τίποτα δεν θα κάνω, θα αφήσω τις ώρες να σκάβουν, να σκάβουν, να σκάβουν, άγνωστα, τρυφερά ζωάκια που ετοιμάζουν τη φωλιά τους, στεγνή, ζεστή και σκιερή, ζουν εκεί και πολλαπλασιάζονται, χρόνια πολλά, τριάντα, σαράντα, πόσα μένουν; Και κάθε καλοκαίρι εμφανίζεται για λίγο ένα μουσούδι που οσμίζεται την άμμο, ένα χνουδωτό αυτάκι που ακούει το τσιμέντο να τρίζει στη ζέστη, ένα κατάμαυρο ματάκι που παρακολουθεί ένα καμένο φιλμ.

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Μ. Γκανά «Τα πέρα μέρη» (Μελάνι, 2017) τιμήθηκε με το Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενης στην Ποίηση (Αναγνώστης, 2018) και το Βραβείο Ποίησης Public 2018, σύμφωνα με τις ψήφους του αναγνωστικού κοινού.

Καλοκαίρι - δέκα βλέμματα

Για έκτη συνεχή χρονιά, το «Ανοιχτό Βιβλίο» φιλοξενεί πρωτότυπα καλοκαιρινά διηγήματα. Δέκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας και αφηγηματικής ροπής, έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες, ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες επιμένουν τόσο στην κριτική πυξίδα όσο και στη λογοτεχνική απόλαυση). Μετά τη Βασιλική Ηλιοπούλου, τον Δημήτρη Φιλιππίδη, τον Παντελή Μπουκάλα, τη Ρούλα Γεωργακοπούλου, τον Γιάννη Γορανίτη, τη Μαρία Στασινοπούλου, την Ξένια Κουναλάκη και τον Δημήτρη Καρακίτσο, το αφηγηματικό νήμα ξετυλίγει η μεταφράστρια και πρωτοεμφανιζόμενη βραβευμένη ποιήτρια Μυρσίνη Γκανά.

Πηγή:  efsyn.gr  

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 05 Σεπτεμβρίου 2018 20:41

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση