Θα θυμηθώ ένα περιστατικό, τον περασμένο χειμώνα. Ήταν νωρίς το πρωί κι ήταν ίσως η πιο κρύα μέρα που ζήσαμε ολόκληρη τη χρονιά. Ανηφόριζα κεντρικό δρόμο του Πειραιά τρέμοντας από το κρύο κι ας φορούσα ό,τι πιο ζεστό διέθετε η ντουλάπα μου. Ένιωθα τα δάχτυλά μου ένα στάδιο πριν την νεκρική ακαμψία και σταμάτησα σε μια καφετέρια για ένα ζεστό τσάι. Εκεί, στα τραπεζοκαθίσματα 4-5 θαμώνες, έπιναν καφέ κι έτρωγαν ζεστά σφολιατοειδή και περιμένοντας για το τσάι μου, ένα σκυλάκι πλησίασε κοντά μας. Ένας κύριος άρχισε να του κάνει γλύκες κι ένας άλλος άρχισε να του κόβει μεγάλες μπουκιές από το φαγητό του κι όλοι χαμογέλασαν κι ευχαριστιούνταν τα νάζια του σκυλιού που μασουλούσε κάνοντας τους χαρούλες.
Τότε την είδα. Ήταν ακριβώς μπροστά μας, ούτε 2 μέτρα πιο κει. Για να είμαι ειλικρινής, απόρησα που δεν την είχα δει νωρίτερα. Ήταν γύρω στα 7 με 8 χρονών και καθόταν στο πεζοδρόμιο με την πλάτη ακουμπισμένη σε σταθμευμένο αυτοκίνητο. Ήταν πολύ ελαφρά ντυμένη με ρούχα αταίριαστα για την ηλικία της και παρατήρησα με ανατριχίλα ότι φορούσε σανδάλια. Ούτε καν κάλτσες. Σαν να ξέμεινε εκεί, μια καλοκαιρινή μέρα...
Είχε τα χέρια κοντά στο στόμα και τα χουχούλιασε για να ζεσταθεί. Κοιτούσε κάτω, αποκομμένη από όσα συνέβαιναν γύρω της, έχοντας πλήρη συναίσθηση του πόσο απαρατήρητη περνούσε.
Γύρισα ξανά και κοίταξα τον κύριο που τάιζε το σκυλάκι. Μεγάλα, ζουμερά κομμάτια της πίτας του, έπεφταν κατευθείαν στο στόμα του σκύλου κι αυτό κουνούσε χαρούμενα την ουρίτσα του. «Τι είναι βρε μπαγάσα; Πεινάς βρε αλητάκο; Θες κι άλλο;»
Ξανακοίταξα προς τη μεριά του παιδιού. Του παιδιού που καθόταν σε απόσταση αναπνοής από όλους μας. Του παιδιού που αν κάναμε μιαν άτσαλη κίνηση θα το πατούσαμε. Κάτι δεν ταίριαζε σ’ αυτήν την εικόνα. Κάτι γινόταν ανάποδα. Κάποια ευγενική χειρονομία μπήκε μπροστά σε κάποιαν άλλην και διατάραξε την φυσιολογική σειρά τους.
Έκανα ό,τι μπόρεσα για το κοριτσάκι στο λίγο χρόνο που διέθετα και έφυγα βιαστική για τη δουλειά μου με την εικόνα του φτωχού παιδιού να τριβελίζει το μυαλό μου.
Από κείνη τη μέρα κι έπειτα άρχισα να παρακολουθώ πιο προσεκτικά γύρω μου. Κι είδα την εικόνα να επαναλαμβάνεται τόσες πολλές φορές. Πάντα το γλυκό αδέσποτο σκυλάκι, κέρδιζε με διαφορά το μικρό, βρώμικο «ζητιανάκι». Αυτό περνούσε απαρατήρητο, δεν το ρωτούσε κανείς αν πεινάει, δεν του πήρε κανείς μια ζεστή σοκολάτα μες στο καταχείμωνο, δεν κοντοστάθηκε κανείς να χαζέψει με χαμόγελο τα παιχνιδάκια του. Δεν του αγόρασε κανείς ένα μπαλάκι για να παίζει.
Κι ύστερα ήταν κι εκείνες οι ειδήσεις κακοποίησης ζώων. Διάβαζα τα σχόλια κάτω από κάθε τέτοια είδηση όπου οι αγανακτισμένοι φιλόζωοι έταζαν στον δράστη τα βασανιστήρια της κολάσεως.
Κάτω από τις ειδήσεις κακοποίησης παιδιού, οι αντίστοιχες «υποσχέσεις» ήταν σημαντικά λιγότερες.
Κοιτάω τον κόσμο να μπαίνει στα pet shop και να ξοδεύει μισθούς στην φροντίδα των κατοικιδίων του, άχρηστα πράγμα τις πιο πολλές φορές, καλλωπιστικά. Λεφτά που θα έφταναν και για τα κατοικίδια και για ένα σάντουιτς για το παιδάκι στα φανάρια, αν τα διαχειριζόμασταν σωστά κι αν μας ένοιαζε λιγάκι.
Σε ποιο σημείο της ιστορίας μας ως άνθρωποι αρχίσαμε να αδιαφορούμε τόσο πολύ για το είδος μας;
Ξέρω, θα πείτε για τα παραμελημένα παιδιά δεν μπορεί να κάνει κάποιος όσα μπορεί να κάνει για τα αδέσποτα. Άλλοι νόμοι, άλλες ευθύνες. Δεν μπορείς έτσι απλά να σώσεις ένα παιδί από το δρόμο. Είναι δουλειά της αστυνομίας-που προτιμά να κόβει κλήσεις και να κάνει ότι δεν βλέπει- να αρπάξει από το σβέρκο τον ενήλικα και να τον χώσει μέσα για εκμετάλλευση και έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο. Είναι δουλειά ενός κράτους προνοίας να παραλάβει από κει το παιδί και να το φροντίσει. Μα αυτό το κράτος ήταν πάντα τυφλό και κουφό σ’ αυτές τις ανάγκες. Αδυνατεί. Δεν το θεωρεί σημαντικό. Δεν θέλει.
Εμείς όμως, που δεν μπορούμε σαφώς να σώσουμε ένα παιδί, γιατί αποφεύγουμε κι αυτό το ελάχιστο; Όχι χρήματα που θα καταλήξουν στην τσέπη κάποιου. Ένα ζεστό ρόφημα ομως, ένα παγωτό, ένα ζευγάρι κάλτσες, το χαμόγελό μας, την παρέμβαση μας κάθε φορά που ένας ενήλικας κακομεταχειρίζεται ένα παιδί και το εκθέτει σε κίνδυνο. Τα παιδιά θυμούνται το χαμόγελο. Τα παιδιά θυμούνται ότι κάποτε κάποιος τα υπερασπίστηκε. Ίσως αυτό ορίσει στο τέλος την ίδια τους την πορεία. Ότι κάποιος, έστω για λίγο, έκρινε ότι αξίζουν να τα νοιαστεί.
Θα πείτε, τα ζώα δεν αξίζουν; Φυσικά και αξίζουν. Και για να μην παρεξηγηθώ, τα αγαπώ πολύ τα ζώα. Στους δύσκολους όμως καιρούς που ζούμε, πρώτα ο άνθρωπος και πιο πολύ τα παιδιά. Ναι, κάνω την σύγκριση γιατί το συνάντησα τόσες πολλές φορές που πλέον είναι αδύνατον να μην το παρατηρήσω. Αγαπάμε τα ζώα, κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε και γι ‘αυτά, αλλά πρώτα τα παιδιά.
Γιατί πολύ απλά αντιβαίνει σε κάθε λογική και σε κάθε ανθρώπινη ευαισθησία, να ταϊζεις στο στόμα ένα σκυλί και παραδίπλα ένα παιδί που πεινά να μην τολμάει καν να σηκώσει το βλέμμα να σε κοιτάξει.

Θέλω να κάνω μια σύγκριση. Δεν το συνηθίζω. Δεν μου άρεσαν ποτέ οι περίεργες συγκρίσεις και ας ζούμε στην εποχή των συγκρίσεων. Ένα πρόχειρο παράδειγμα, το έχουμε όλοι διαβάσει εδώ κι εκεί: «λέτε για τους πρόσφυγες, αλλά για τα ελληνάκια που πεινάνε τίποτα» και λίγο πιο πίσω θυμάμαι: «λέτε για το ξανθό κοριτσάκι που ζούσε με τους Ρομά, αλλά αν ήταν κανένα μαυροτσούκαλο, απαρατήρητο θα περνούσε» Δεν μου αρέσουν αυτές οι συγκρίσεις. θα σταθώ στη μέση. Όλα για όλους ήταν πάντα η δική μου στάση. Υπέρ όλων. Και για τους Έλληνες και για τους πρόσφυγες και για τα ξανθά και για τα μαυροτσούκαλα αγγελάκια και για τα σκυλιά και για τα γατιά… μα πάνω απ’ όλα και πρώτα απ’ όλα για τα παιδιά.
Σχόλια
Κύριε Κουντουπίδη, στα αρκετά χρόνια διαδικτυακής αλληλεπίδρασης με αναγνώστες η εμπειρία μου επιτρέπει να προβλέπω τις πιθανές παρανοήσεις και με υποχρεώνει να διατυπώνω προσεκτικά και με εξαντλητική πολλες φορες σαφήνεια τις απόψεις μου ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτές δεν θα παρερμηνευτουν όπως συχνά συμβαίνει στο γραπτό λόγο. Πάντοτε όμως κάποιος θα βρεθεί που θα διαβάσει αυτό που θέλει να διαβασει. Σπεύδω τότε με όλη την καλή πρόθεση όχι να απολογηθώ αλλά να λύσω τις όποιες παρερμηνειες παραβλεποντας ακόμη και την σφοδροτητα της επίθεσης, γιατί έχω πάντα στο νου ότι άνθρωπος είναι κι ο άλλος και μπορεί να παρερμηνευσε. Δεν μπορώ όμως όσο και να το θέλω, όσο διεξοδικά κι αν το αναλύσω να πεισω για κάτι αν ο άλλος έχει βγάλει ήδη τα συμπεράσματα του. Σας ευχαριστώ για τη ευγενική παρέμβαση.
Καλημέρα σας και πάλι. Τόσο το κείμενο μου όσο και η πρώτη μου απάντηση σε εσας θεωρώ ότι ήταν αρκούντως επεξηγηματικά. Προσπάθησα όσο μπορούσα στον κείμενο μου να διασφαλίσω ότι δεν θα εκληφθουν ρατσιστικές οι προθέσεις μου από κανέναν ζωόφιλο. Παρολαυτα καταφερατε να βγαλετε συμπερασματα που σε καμια περιπτωση δεν ισχυουν και να τα παραθεσστε και με εναν τροπο αδικως επιθετικο.
Απαντω λοιπον.
Δεν θεώρησα ότι έπρεπε να γράψω πόσες φορές φρόντισα αδέσποτο ζώο, γιατί το θεωρώ αυτονοητο.
Ούτε έκρινα απαραίτητο να αναλύσω το πως βοήθησα το κοριτσάκι, δεν είναι μέσο αυτοπροβολής το κείμενο μου.
Ανάμεσα σε ένα παιδί που έχει ανάγκη και σε ένα σκυλάκι-όταν οι πόροι μου δεν φτάνουν και για τα 2 -θα επιλέξω το παιδι. Εγώ. Οι υπόλοιποι είναι ελεύθεροι να πράξουν κατά συνείδηση.
Υ/Γ Πιστεύω να φρόντισες το παιδάκι έστω και λίγο μετά την τόση ενσυναίσθηση και να το ευχαριστήθηκες.
Καλημέρα και σας ευχαριστώ για το σχόλιό σας! Οι απορίες σας είναι εύλογες και θα σας απαντήσω με όση σαφήνεια μπορώ.
Όπως αντιλαμβάνεστε το κείμενο μου αναφέρεται σε μια στιγμιαία, ανθρώπινη σκηνή που έτυχε να ζήσω και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μια ανάλυση της κατάστασης των τσιγγάνων (το παιδί της ιστορίας μου δεν ήταν τσιγγανάκι, αλλά δεν έχει σημασία) Όλα αυτά που λέτε είναι γνωστά. Μονο που εγώ δεν μιλησα για τους γονείς του, αλλά για τα ίδια τα παιδάκια που σαφώς δεν φταίνε για τις επιλογές των γονέων για τον τρόπο που ζουν και για την άρνηση τους να ενταχθούν στην κοινωνία. Τα μωρά δεν μπορούν να σκεφτουν οτι επειδή είναι τσιγγανακια, δεν πρέπει να φορουν ζεστά ρουχα μια κρυα μερα ή οτι μια ζεστή τυρόπιτα δεν γίνεται να προορίζεται γι' αυτα. Τα παιδια είνα παιδιά και οι αναγκες τους είναι ιδιες ανεξαρτήτως φυλής. Αυτό επιχείρησα να θίξω.
Φυσικά δεν χρεώνω τίποτα στον άνθρωπο που τάισε το σκυλακι, ίσα ίσα αισθανόμουν πολύ καλά με την κίνησή του, μέχρι τη στιγμή που είδα το παιδί να κρυώνει και να πεινάει. Το ότι δεν σκεφτηκε κανείς μας το παιδί το χρέωσα σε όλους μας.
Τροφοδοσία RSS για τα σχόλια αυτού του άρθρου.