Τι γύρευα εγώ, μια κοπέλα που έμαθα τα πρώτα μου γράμματα στο Γύθειο, στα Φιλιατρά και στην Καλαμάτα, τι γύρευα με τις φεμινιστικές τρέλες της μάνας μου, πως πιάστηκα στα δίχτυα της; Στα Φιλιατρά ούτε ένας δεν είπε κάτι, δεν έγραψε κάτι για το πτώμα του ναυτικού που ξέβρασαν τα κύματα. Ούτε μία δεν αισθάνθηκε κάτι; Κι εγώ, πως μου συνέβη και το έδεσα με τα Μανιάτικα μοιρολόγια;
Τότε, στα 14 μου, έγραψα τον Πόνο της μάνας. Είναι πράματα αυτά υγιή; Τι ήθελα και το έδειξα στους δικούς μου; Αυτό μάλλον τους έπεισε να με γράψουν στην Αρσάκειο; Μόνο αυτό; Ή είχα δώσει κι άλλα δείγματα; Και στα 16 μου, που άρχισα να δουλεύω στην Νομαρχία Μεσσηνίας, πως μπλέχτηκα στη χαρτούρα και στα κλειστά γραφεία; Να είσασταν από μια μεριά να βλέπατε πως μου άδειαζαν τον κόσμο οι διπρόσωποι των γραφείων, οι μανιακοί των μικροεξουσιών, οι μοχθηροί συμφεροντολόγοι; Και μετά μέσα σε σαράντα μέρες, μέσα σε σαράντα μέρες το ξαναλέω, έφυγαν δια παντός από τον κόσμο ο πατέρας μου και η μάνα μου. Έφυγαν από κοντά μου. Ο πατέρας μου, που με ...που τον...και η μάνα μου που τόσα περίμενε από μένα. Ποια στα δεκαεννιά της μπορεί ν'ανθίσει στη Νομαρχία Αθηνών; Να κάνει καριέρα, αρκετές, αλλά ν'ανθίσει, ποια; Καμμιά. Αυτό σας το λέω εγώ η Μαρία και να το θυμόσαστε.
Και τι να περίμενα άραγε όταν πήγα και γράφτηκα στη Νομική; Μετρημένες στα δάκτυλα είμασταν τότες αυτές που σπουδάζαμε τους νόμους και τους παρανόμους. Όμως χάρηκα που άρχισα να ζω στην Αθήνα. Όλα εκεί ήταν πιο ανοιχτά, πιο εύκολα, η ποικιλία μεγάλη και τα ερεθίσματα πλούσια. Μα όλα ήταν και πιο θολά, πιο ρηχά και πιο χυλωμένα. Και όλα, μα όλα δεν μου έφταναν για πολύ, δεν με έφιαχναν σας λέω. Δεν ξέρω για τους άλλους της ηλικίας μου, εμένα όμως τίποτα δε με γέμιζε. Τίποτα; Ναι τίποτα, εκτός από τον Κώστα τον ποιητή. Ναι, στην Νομαρχία γνώρισα τον Κώστα, που να μην έσωνα να τον γνώριζα. Υπάλληλος ήταν κι αυτός. Δημόσιος. Μα ήταν και Ποιητής δυνατός. Γίνεται. Δεν ξέρω αν γίνεται, μ'αυτόν όμως έγινε. Τρελάθηκα μαζί του. Κι αυτός που δύσκολα εκδηλωνόταν, έγινε τόσο διάφανος που ακόμα και το παιδί του καφετζή τον διάβαζε. Έτρεμε σου λέω κάθε φορά που... Πόσο κράτησε η δικιά μας πανσέληνος; Έξι εφτά μήνες περίπου. Μετά κλείστηκε πάλι στον εαυτό του χάθηκε. Ερμητικά. Απόλυτα. Χριστέ μου, γιατί σ'εμένα, γιατί τόσο πόνος μαζεμένος;
Ακολούθησε κανονικός αρραβώνας που όλες με ζήλεψαν. Πλούσιος, έξυπνος κι όμορφος ο αρραβωνιαστικός μου. Παιδί μάλαμα, σκέτο λαχείο. Μα η καρδιά μου εμένα, εμένα η καρδιά μου στον Κώστα κολλημένη. Πως γίνεται και κολλάει η καρδιά κόντρα στο συμφέρον της; Πως γίνεται και διαλέγει τη λύπη, την κατηφόρα τη μεγάλη; Γνωρίζει η καρδιά το συμφέρον της; Και η δικιά μου ήταν σαν όλες τις άλλες, ή ήταν μια θεόχαζη καρδούλα, μια καρδιά τόσο άκαρδη απέναντί μου; Διέλυσα τον αρραβώνα, με απέλυσαν από τη δουλειά - ποια δουλειά, αυτή που δεν πατούσα; - τη βαρετή σχολή την παράτησα, πήγαν όλα στράφι, όλα. Κάτι φεγγάρια σπούδασα ηθοποιός και πρωταγωνίστησα στο Κουρελάκι - αν θέλετε το πιστεύετε. Λες και είχε γραφτεί για μένα. Ναι για μένα, αφού τι ήμουνα πια; Ένα κουρέλι παραπάνω δηλαδή, μες της ζωής το σκοτεινό το μονοπάτι, ήμουνα. Αυτό ήμουν. Κάθε μέρα αυτοκτονούσα από λίγο. Και που πήγα στα Παρίσια να σπουδάσω ραπτική λέει, τι μ'αυτό. Τι μαλακίες ήταν αυτές που έκανα Κώστα μου. Κώστα, αγάπη μου. Το '28 που επέστρεψα ο φορέας ωχράς σπειροχέτης Κώστας, πυροβόλησε την καρδιά του. Όχι τα μυαλά του, ούτε το άρρωστο πέος του. Γιατί Κώστα μου, γιατί καρδιά μου πυροβόλησες την καρδιά σου;
Κι αν αυτός κόλλησε σύφιλη, εγώ κόλλησα φυματίωση. Γυρίζω από το Παρίσι κι αντί να προσπαθήσω να κάνω μια καινούργια αρχή, κλείστηκα στο Σωτηρία, γιατί σωτηρία τότε δεν υπήρχε. Δεν ξέρετε με πόση λαχτάρα γύρισα στην Αθήνα. Ένιωθα δυνατή, ένιωθα πως έληξε ο κύκλος του μια του ύψους και μια του βάθους. Κάτι μέσα μου είχε αρχίσει να σαλεύει. Έπρεπε να φύγω από την τρέλα του Παρισιού, για να αρχίσω σιγά σιγά να γεμίζω με απλά πράματα και να φχαριστιέμαι παρέες και φιλίες. Και τότε μπαμπά, το φαντάζεσαι καημένε μου μπαμπά, βρέθηκα εσώκλειστη στο Σωτηρία. Δεν το άντεξα. Στα εικοσιοχτώ μου λες και είχα ζήσει δέκα ζωές. Μαμά, που είσαι μαμά; Πονάω μαμά, πονάω πολύ, δεν αντέχω άλλο. Αύριο θα έρθω να σας βρω. Και τον Κώστα, αν με θέλει ... Λίγο πριν πεθάνω, θα είμαι στην «Οδός Πολυδούρη» στο θέατρο ΘΗΣΕΙΟΝ- Ένα Θέατρο για τις Τέχνες.
Επί σκηνής η Ιωάννα Παππά θα με ενσαρκώνει. Με ψυχοπομπό ένα αντιφυματικό ραδιοφωνικό μήνυμα της εποχής να της μετράει τις ώρες, η Μαρία Πολυδούρη - εγώ δηλαδή, διαμέσου της καλής μου της Ιωάννας - ξηλώνει το φόρεμά της μέχρι να μείνει γυμνή και ταυτόχρονα μονολογεί, εσωστρέφεται, εξωστρέφεται, χορεύει φοξ τροτ, τραγουδάει Αττίκ και απευθύνεται με κοριτσίστικο θυμό σε όσους έχουν φτιάξει το «μύθο» της, συχνά χωρίς την συγκατάθεσή της:
Στο κοινό που την ταύτισε με τον Καρυωτάκη και περιορίστηκε στη μελοδραματική εκδοχή της ερωτικής της ιστορίας. Στους
μολυσματικούς νοτιάδες της Καλαμάτας που επηρέασαν την ποίηση της παιδιόθεν, στην τρέλα της παρισινής ζωής που επέσπευσε το θάνατο από φυματίωση. Στην μητέρα της που προετοίμασε τον ανήσυχο χαρακτήρα της μέσα από πρώιμες φεμινιστικές αναζητήσεις της Καλλιρόης Παρρέν.Στον ίδιο τον Καρυωτάκη που έμεινε αμετακίνητος στην ενόρμηση θανάτου κακοποιώντας τον έρωτά της και αγνοώντας το κάλεσμα της ζωής.
Κείμενο: Ρούλα Γεωργακοπούλου.
Σκηνοθεσία: Θοδωρής Γκόνης.
Σκηνικά- Κοστούμια: Ελένη Στρούλια.
Μουσική: Αλέξανδρος Γκόνης.
Χορογραφία: Χριστίνα Σουγιουλτζή.
Φωτισμοί:Τάσος Παλαιορούτας.
Φωτογραφίες παράστασης: Σπύρος Στάβερης.
Διάρκεια: 60'
Σ.Σ: Πατώντας εδώ θα σας εμφανιστεί η Όλια μας σε ένα βίντεο από την παράσταση "Ηχώ στο χάος", να απαγγέλει εξαιρετικά το ποίημα της Πολυδούρη " Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα ", γραμμένο για τον Κώστα Καρυωτάκη.
Η φωτογραφία της Ι. Παππά πάνω δεξιά, είναι τραβηγμένη στο "φαράγγι" της Δραπετσώνας.

Μόνο; Μόνο εικοσιοκτώ χρόνια θα ζήσω; Ναι, αφού αύριο, ημέρα γέννησης και θανάτου του Καβάφη, θα πεθάνω κι εγώ. Πρωταπριλιά γεννήθηκα του 1902. Φιλόλογος ο πατέρας μου, μαχητική ως γυναίκα η μάνα μου. Μα σχεδόν όλοι και όλες, όσοι γεννήθηκαν στην Πελοπόννησο το 1902, κι έζησαν βίον ειρηνικό, έζησαν πάνω από 50 χρόνια. Εγώ, γιατί εγώ, πέθανα τόσο νέα; Εγώ η προικισμένη; Εγώ η μαλακισμένη;