Τρίτη, 09 Δεκεμβρίου 2014 02:19

Ο Έλληνας ταξιτζής;

Συντάκτρια 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, είχαν ξεχάσει και πώς τους λένε. Σαν χαμένοι περιέφεραν το βλέμμα κατά μήκος της σειράς όπου ο οδηγός του ταξί κάρφωνε τον αέρα με ένα μικρό πλακάτ, ώσπου ο Φιλ είπε δείχνοντας. «Να ’μαστε». Μικρές κορυφές είχαν φυτρώσει πάνω από το «Τ» του επιθέτου τους και η τελεία πάνω από το «I» είχε εξοκείλει σαν νησί.

 

 

Έτριψε το μάγουλό της που είχε ξυλιάσει από το ρεύμα που έστελνε ο αεραγωγός πάνω από τη θέση της. ένιωθε στραπατσαρισμένη και αναποφάσιστη, κι όταν ο Φιλ προχώρησε βιαστικά προς τον άντρα, γνέφοντας με το χέρι, εκείνη τράβηξε το μέρος της μακό μπλούζας που είχε κολλήσει στη μέση της και τον ακολούθησε σέρνοντας τα πόδια. Βλέπουμε τις προγνώσεις, αλλά μετά φοράμε τα ρούχα που θέλουμε, λες και θα συμμορφώσουμε τον καιρό.

 

Ο οδηγός άπλωσε κτητικά το τριχωτό του χέρι στο καροτσάκι με τις αποσκευές τους. Ήταν κοντόχοντρος με μουστάκι και φορούσε ριγωτή ζακέτα με φερμουάρ και φόδρα με μεγάλα καρό που κρεμόταν από μέσα. όσο για τις ηλιόλουστες προσδοκίες ούτε λόγος. Το αεροπλάνο είχε αργήσει και ήταν ήδη σκοτεινά. Άνοιξε με δύναμη μία από τις πλαϊνές πόρτες για εκείνη και έπειτα κουβάλησε κυρτωμένος τις αποσκευές τους στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που έμοιαζε με φορτηγάκι. «Μεγάλη διαδρομή», είπε, τίποτα άλλο.

«Ναι, αλλά έχει προπληρωθεί», είπε ο Φιλ.

 

Ο οδηγός σωριάστηκε βαρύς στη θέση του και το δέρμα έτριξε. Όταν κοπάνησε την πόρτα, το όχημα σείστηκε. Τα στηρίγματα του κεφαλιού είχαν βγει από τις μπροστινές θέσεις, καθώς λοιπόν έστριψε το σώμα του προς τα πίσω, ρίχνοντας το χέρι πάνω στη ράχη και των δύο καθισμάτων, κάρφωσε, αν και μόλις ένα εκατοστό από το πρόσωπό της, το βλέμμα του απλανές, χωρίς να την κοιτάξει, αποκαλύπτοντας τη λάμψη από τα φώτα του πάρκινγκ το θέαμα της τριχωτής του μύτης. «Κάθισε πίσω, αγάπη μου», είπε ο Φιλ. «Βάλε τη ζώνη σου. Ξεκινάμε.»

Πόσο καλός πατέρας θα γινόταν… Σ’ έπιασα. έλα, όλα καλά, δεν έπαθες τίποτα.

 

Ο Φιλ όμως δεν είχε την ίδια γνώμη. Εξαρχής. Ήθελε να μπορεί να πηγαίνει διακοπές τον χειμώνα, την εποχή που τα σχολεία ήταν ανοιχτά, και οι τιμές των ξενοδοχείων χαμηλότερες. Χρόνια τώρα της έδινε εφημερίδες, τεχνηέντως γυρισμένες στη σελίδα όπου κάποια έρευνα υπολόγιζε γιατί ένα παιδί μπορούσε να σου κοστίσει ένα εκατομμύριο λίρες πριν φτάσει τα δεκαοκτώ. «Όταν το βλέπεις από αυτή την πλευρά», έλεγε, «είναι τρομακτικό. Ο κόσμος νομίζει ότι θα τη βγάλει καθαρή με ρούχα από δεύτερο χέρι και μερίδες χωρισμένες στα δύο. Δεν είναι όμως έτσι».

«Μα, το παιδί μας», έλεγε εκείνη, «δεν θα παίρνει ναρκωτικά. Τουλάχιστον δεν θα είναι εξαρτημένο. Άσε που μπορεί να μην είναι και πολύ έξυπνο, οπότε δεν χρειάζεται το Ήτον. Θα μπορούσε να πάει εδώ κοντά στο Χίλσαϊντ, που είναι δίχως δίδακτρα. Αν και άκουσα ότι έχουν ψείρες εκεί».

«Και θα ήθελες κάτι τέτοιο; Θα τα έβγαζες πέρα; Δεν το νομίζω», της είπε: σαν κάποιος που είχε μόλις βγάλει τον κρυμμένο του άσο.

 

Διέσχιζαν με δυσκολία την πόλη, στα πεζοδρόμια συνωστισμός, οι πινακίδες φτηνών μπαρ αναβόσβηναν, όταν ο Φιλ είπε το αναμενόμενο. «Ήταν η πιο σωστή απόφαση νομίζω». Είχαν μια ώρα ταξίδι μπροστά τους, αυξάνοντας ταχύτητα πέρασαν μέσα από τα άναρχα ρυμοτομημένα προάστια, έπειτα ο δρόμος άρχισε να ανεβαίνει. Χαλάρωσε και ακούμπησε την πλάτη της στο κάθισμα, αφού βεβαιώθηκε ότι ο οδηγός δεν θα άνοιγε συζήτηση. Οι οδηγοί ταξί χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στους πολυλογάδες, που ο μπάρμπας τους είχε ξεκάνει ολόκληρο λόχο Γερμανών στον πόλεμο, και μιλούν ακατάπαυστα σε όλη τη διαδρομή μέχρι την απομακρυσμένη ακτή ή τον εθνικό κήπο, και σε εκείνους που ακόμη και ένα γρύλλισμά τους το βγάζεις με το τσιγκέλι, και δεν πρόκειται να σου πουν πού ζει ο μπάρμπας τους, ούτε με βασανιστήρια. Έκανε ένα-δυο από τα κλασικά σχόλια του τουρίστα: Πώς είναι ο καιρός; «Βροχερός. Θα ανάψω τσιγάρο», είπε ο άντρας. Έριξε ένα τσιγάρο από το πακέτο στο στόμα του, πέταξε τον αναπτήρα στον αέρα και για μια στιγμή τράβηξε και τα δύο του χέρια από το τιμόνι. Οδηγούσε πολύ γρήγορα, εκλαμβάνοντας κάθε στροφή του δρόμου ως προσωπική προσβολή και με την παραμικρή καθυστέρηση έβγαζε καπνούς. Σχεδόν άκουγε τις εντάσεις του Φιλ να μαζεύονται πίσω από τα σφιγμένα χείλη: δεν χαλάς το κιβώτιο των ταχυτήτων με αυτό τον τρόπο; Για ένα διάστημα διασταυρώνονταν με κάποια αυτοκίνητα που ακολουθούσαν προσεκτικά την κατηφόρα προς τα φώτα της πόλης. Έπειτα η κυκλοφορία αραίωσε και κόπηκε. Ο δρόμος στένευε, άφηναν πίσω τους σιωπηλούς, μαύρους λόφους. Ο Φιλ άρχισε να της μιλά για την πανίδα και τη χλωρίδα της πλαγιάς του βουνού.

 

Την ευχάριστη μυρωδιά των φυτών που συνθλίβονταν καταγής έπρεπε να τη φανταστεί. Τα τζάμια των παραθύρων δεν άνοιγαν, σιωπηλή η δροσερή νύχτα έμεινε απέξω, απέστρεψε επίτηδες το βλέμμα από τον άντρα της και η ανάσα της θόλωσε το τζάμι. Όσο για την πανίδα, κατσίκια ήταν κυρίως. Κατέβαιναν τρέχοντας την πλαγιά, πίσω τους κατρακυλούσαν πέτρες, ξαφνικά πετάγονταν μπροστά τους, στο κατόπι τους έτρεχαν παιδιά. Ήταν διάστικτα και πολύχρωμα, βιαστικά και απρόσεκτα. Μερικές φορές ένα μάτι φωτιζόταν φευγαλέα από τα μπροστινά φώτα. Στριφογύρισε κάτω από τη ζώνη του καθίσματος, την έκοβε στο λαιμό. Έκλεισε τα μάτια.

 

Στο αεροδρόμιο του Χίθροου ο Φιλ είχε εκνευριστεί στην ουρά των ελέγχων. Όταν ο μπροστινός νεαρός έσκυψε, προσπαθώντας με κόπο να λύσει τα κορδόνια στις μπότες πεζοπορίας ο Φιλ είπε δυνατά, «Το ήξερε ότι θα έπρεπε να βγάλει τα παπούτσια του. Δεν έβαλε όμως παπούτσια χωρίς κορδόνια, όπως οι υπόλοιποι».

«Φιλ», του είχε πει ψιθυριστά, «είναι βαριές, γι’ αυτό. Φόρεσε τις μπότες του για να μην προσθέτουν βάρος στις αποσκευές».

«Είναι εγωίσταρος, λέω εγώ. Ορίστε, η ουρά περιμένει. Ήξερε τι επρόκειτο να συμβεί.»

Με την άκρη του ματιού, ο πεζοπόρος του έριξε ένα γρήγορο βλέμμα. «Συγγνώμη, φίλε.»

«Θα βρεις τον μπελά σου κάποια μέρα», του είπε εκείνη.

«Αυτό θα το δούμε…», είπε ο Φιλ τραγουδιστά, σαν αγοράκι σε παιδική χαρά.

Της είχε εξομολογηθεί μια φορά, ένα ή δύο χρόνια αφότου είχαν παντρευτεί, πόσο ανυπόφορη αναστάτωση του προκαλούσε η παρουσία των μικρών παιδιών: ο ανεξέλεγκτος θόρυβος, τα σκορπισμένα πλαστικά παιχνίδια, τα άναρθρα θέλω, να δώσεις ή να φτιάξεις κάτι, χωρίς να ξέρεις τι ακριβώς.

«Αντιθέτως» είχε πει εκείνη. «Δείχνουν. Φωνάζουν.»

Είχε συγκατανέψει μελαγχολικά. «Μια τέτοια ζωή», είχε πει. «Σε παίρνει από κάτω. Νομίζεις πως θα κρατήσει μια ολόκληρη ζωή.»

 

Η συζήτηση ήταν πλέον ακαδημαϊκή. Ο κύκλος της γονιμότητάς της είχε φτάσει στο στάδιο που οι γενετικές χορδές έχουν ενστάσεις και τα χρωματοσώματα κινούνται ανεξέλεγκτα, κάνοντας νέες συνδέσεις. «Τρισωμίες», της είπε. «Σύνδρομα. Ανεπάρκειες του μεταβολισμού. Δεν θα σε υπέβαλλα σε τέτοια ταλαιπωρία.»

Αναστέναξε. Έτριψε τα γυμνά της μπράτσα. Ο Φιλ έσκυψε μπροστά. Καθάρισε τον λαιμό του, απευθύνθηκε στον οδηγό. «Η γυναίκα μου έχει ξυλιάσει.»

«Να φορέσει ζακέτα», είπε ο οδηγός. Και έχωσε ένα ακόμη τσιγάρο στο στόμα του. Ο δρόμος τώρα ανέβαινε με συνεχείς, κλειστές στροφές, κι εκείνος έστριβε τόσο απότομα κάθε φορά το τιμόνι, που έφερνε το πίσω μέρος του αυτοκινήτου πάνω από τον γκρεμό.

«Πόσο ώρα ακόμη;», ρώτησε εκείνη. «Περίπου.»

«Μισή ώρα.» Αν μπορούσε, ξεστομίζοντας τη φράση, να φτύσει κιόλας, θα το έκανε, αυτή την αίσθηση είχε.

«Θα προλάβουμε πάντως το βραδινό», είπε ο Φιλ ενθαρρυντικά. Της έτριψε τα μπράτσα σαν να ήθελε να της δώσει κουράγιο. Εκείνη γέλασε σπασμωδικά. «Τα κάνεις να τρεμουλιάζουν», του είπε.

«Ανοησίες. Δεν έχει κρέας επάνω σου.»

 

Το φεγγάρι ήταν μισό, σκεπασμένο από σύννεφα, στα δεξιά τους η γη σχημάτιζε ένα απότομο κοίλωμα, από πάνω ορθόνονταν τα τελευταία δέντρα, πριν από την άγονη μεριά, και καθώς άπλωσε το χέρι του στον ώμο της για να τη χαϊδέψει, κάτι σφηνώθηκε πάλι στη ρόδα, γλίστρησαν, και ένας χείμαρρος από πέτρες έπεσε κροταλίζοντας, κόβοντάς τους τον δρόμο. «Δεν θα μου πάρει περισσότερο από δύο λεπτά για να αδειάσω τις βαλίτσες», έλεγε ο Φιλ. Κι ετοιμαζόταν να της εξηγήσει το σύστημά του να ταξιδεύει με ελαφριές αποσκευές. Ο οδηγός όμως μούγκρισε, έστριψε απότομα το τιμόνι και πάτησε με δύναμη το φρένο, με αποτέλεσμα να ταρακουνηθούν και να σταματήσουν. Εκείνη τινάχτηκε μπροστά χτυπώντας τον καρπό της στο κάθισμα. Την επανέφερε πίσω η ζώνη. Είχαν νιώσει την πρόσκρουση, αλλά δεν διέκριναν τι ήταν. Ο οδηγός άνοιξε με φούρια την πόρτα και χάθηκε στη νύχτα. «Παιδί», ψιθύρισε ο Φιλ.

 

Παρασύρθηκε από κάτω; Κάτι τραβούσε ο οδηγός, ανάμεσα από τους δύο τροχούς. Είχε διπλωθεί στα δύο και έβλεπαν τον πισινό του να υψώνεται με την καρό φόδρα γύρω από τη μέση. Κάθονταν μέσα στο αυτοκίνητο σχεδόν ακίνητοι, σαν μην ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή στο συμβάν. Δεν κοιτούσαν ο ένας τον άλλο, παρατηρούσαν τον οδηγό που στο μεταξύ ίσιωσε το σώμα του, έτριψε πίσω την πλάτη του, έπειτα έκανε τον γύρο του αμαξιού και, αφού άνοιξε το πορτ μπαγκάζ, τράβηξε έξω κάτι σκούρο, σαν μουσαμά. Η παγωνιά της νύχτας τους χτύπησε δίπλα στον άλλο. Ο Φιλ της έπιασε το χέρι. Εκείνη το τράβηξε: όχι από θυμό, αλλά επειδή ένιωσε την ανάγκη να συγκεντρωθεί. Μπροστά τους διαγράφηκε, φωτισμένο από τους μπροστινούς προβολείς, το περίγραμμα του οδηγού. Γύρισε κι έριξε μια γρήγορη ματιά προς τη μια και την άλλη πλευρά του άδειου δρόμου. Κάτι κρατούσε στο χέρι, μια πέτρα. Έσκυψε. Γδούπος, και δεύτερος και τρίτος. Ένιωσε ένταση. Ήθελε να βάλει τις φωνές. Γδούπος, γδούπος, γδούπος. Ο άντρας ίσιωσε το σώμα του. Κάτι είχε στα χέρια, κάτι σαν μπόγο, δεν καταλάβαινε τι. Το αυριανό δείπνο, σκέφτηκε εκείνη. Μαγειρεμένο με κρεμμύδια και σάλτσα ντομάτας. «Μαγειρεμένο». Πώς της ήρθε άραγε αυτή η λέξη. Θυμήθηκε μια πινακίδα κάτω στην πόλη: Ξενάγηση με αυτοκίνητο από τη σχολή του Σοφοκλή. «Μηδένα προ του τέλους…» Ο οδηγός έβαλε τον μπόγο στο πίσω μέρος του αμαξιού, δίπλα στις αποσκευές τους. Η πόρτα έκλεισε με δύναμη.

 

Ανακύκλωση, σκέφτηκε. «Αξιέπαινο». Θα έλεγε ο Φιλ. Αν μιλούσε. Φαίνεται όμως πως είχε αποφασίσει να μη μιλήσει. Καταλάβαινε ότι κανείς από τους δυο τους δεν θα αναφερόταν στην τρομακτική αρχή των χειμερινών διακοπών τους. Έτριψε τον καρπό της. Απαλά. Απαλά. Μια κίνηση νευρικότητα. Μια μικρή κάθαρση. Να πάρει τον στιγμιαίο πόνο. Θα τον ακούω συνέχεια, σκέφτηκε, όλη τη βδομάδα: γδούπος, τριπλός. Ίσως κάνουμε και λίγη πλάκα. Που παγώσαμε. Που τον αφήσαμε να κάνει ό,τι έκανε, τι άλλο μπορούσαμε να… δεν περιπολούν και κτηνίατροι, νυχτιάτικα, στα βουνά. Κάτι ανέβηκε στον λαιμό της έψαξε να βρεις τις λέξεις: γαργάλησε τον ουρανίσκο της και χάθηκε ξανά.

 

Ο πορτιέρης είπε. «Καλώς ήρθατε στο Royal Athena Sun». Φως ξεχείλιζε από το μαρμάρινο εσωτερικό, αλλά και δίπλα τους, φωτισμένοι από μικρούς προβολείς, σπασμένοι κίονες γίνονταν μπλε, έπειτα πράσινοι και έπειτα πάλι τα ίδια. Θα είναι το «αρχαιολογικό στοιχείο» που είχαν υποσχεθεί, σκέφτηκε. Σε μια άλλη περίσταση θα είχε διασκεδάσει με μια τόσο εξόφθαλμη κακογουστιά. Αλλά λίγο ο υγρός αέρας, λίγο το περιστατικό… βγήκε αργά από το αυτοκίνητο και ίσιωσε το σώμα της, αγέλαστη, ακουμπώντας το χέρι της στην οροφή του αυτοκινήτου. Ο οδηγός πέρασε βιαστικός από μπροστά της, χωρίς να πει κουβέντα. Άνοιξε το πορτ-μπαγκάζ. Ο εξυπηρετικός, όμως, πορτιέρης τον είχε προλάβει, στεκόταν ήδη πίσω του. Τέντωνε τα χέρια για να πάρει τις βαλίτσες τους. Η αντίδραση του οδηγού ήταν ακαριαία, μπήκε μπροστά του, και προς μεγάλη της έκπληξη, εκεί βρέθηκε πηδώντας και η ίδια. «Όχι!», το ίδιο και ο Φιλ, «Όχι!»

«Δύο τσάντες είναι μόνο», είπε ο Φιλ, «γι’ αυτό». Και σαν να ήθελε να αποδείξει πόσο ελαφρύ ήταν το φορτίο, γράπωσε τη μία τσάντα και τη στριφογύρισε με ενθουσιασμό. «Είμαι οπαδός του –», είπε. Αλλά η φράση «να ταξιδεύω με λίγες αποσκευές» του διέφυγε. «Δεν είναι κόπος», είπε.

 

«Εντάξει, κύριε», ο πορτιέρης ανασήκωσε τους ώμους. Έκανε πίσω. Το επανέλαβε νοερά, αργότερα, σαν να το διηγούνταν σε μια φίλη: γίναμε συνένοχοι, βλέπεις. Όχι ότι ο οδηγός του ταξί έκανε κάτι κακό, βέβαια. Απλώς κάτι αποτελεσματικό.

Και η φανταστική της φίλη συμφωνούσε, πάρα ταύτα,  όμως ένιωθες, ένιωθες ότι υπήρχε κάτι που έπρεπε να μείνει κρυφό.

«Έτοιμος για ένα ποτό», είπε ο Φιλ. Λαχταρούσε το σκηνικό πίσω από την τζαμαρία: μπράντι κοκτέιλ, παγάκια σε σχήμα ψαριού που χτυπούν, ψηλά τακούνια που αντηχούν σε πήλινα πλακάκια, διακόσμηση από σφυρήλατο σίδερο, σεντόνια ξενοδοχείου, μαλακά μαξιλάρια. Μηδένα προ του τέλους μακάριζε. Κανέναν μη λογίσεις ευτυχισμένο προτού αναπαυθεί εν ειρήνη. Ή τουλάχιστον στην άνετη σουίτα του: να καταφέρει εκεί να σβήσει το σήμερα και να ξυπνήσει αύριο ορεξάτος. Ο οδηγός του ταξί έσκυψε μέσα στο αμάξι για να βγάλει και τη δεύτερη τσάντα. Έσπρωξε ελαφρά με τον αγκώνα του τον μουσαμά, κι αυτό που είχε φευγαλέα – και ταυτοχρόνως αρνιόταν να δει – δεν ήταν μια σχιστή οπλή, αλλά το βρόμικο ανθρώπινο χέρι ενός παιδιού.

Πρώτη δημοσίευση ως «Winter Break».

Guardian 2012, Best Short Stories 2011.

Της Χίλαρι Μάντελ

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 09 Δεκεμβρίου 2014 02:32

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση