Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2026 12:47

Μάνος Χατζιδάκις (Ξάνθη, 1925 - Αθήνα, 15 Ιουνίου 1994 ) ο μάγος της ακατάτακτης ομορφιάς

Επιλέγων ή Συντάκτης 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

manosΣε απόσταση αναπνοής ακολουθούσε μέσα μου ο Βαμβακάρης τον Τσιτσάνη, ο Θεοδωράκης τον Χατζιδάκι, ο Μπιθικώτσης τον Καζαντζίδη. Ο Σαββόπουλος ήταν κάτι διαφορετικό, μια κατηγορία από μόνος του.

Αυτές οι ελάχιστες διαφορές μου προέκυψαν μεγαλώνοντας και θεωρώ ότι αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία αυτού που μπορούσα να είμαι στα καλύτερά μου, ο τρόπος και η ουσία που αλληλοεπιδρούσα με τον κόσμο και ανανέωνα τον εαυτό μου. 

Μια διαφορά ανάμεσα στα τραγούδια του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, που εννοείται ότι θα έχει τη σημασία της, ήταν πως τα τραγούδια του Χατζιδάκι τα άκουγα τις περισσότερες φορές μόνος μου και τα τραγουδούσα από μέσα μου. Μια άλλη ήταν πως οι Χατζιδάκειες μελωδίες με έκαναν δίχως να το καταλαβαίνω να πιστεύω στη μαγεία της ομορφιάς, αυτής που προκύπτει στους μοναδικούς δρόμους που επινοούν οι άνθρωποι όταν ονειρεύονται ερωτεύσιμες κορυφές. Κάπως έτσι ένιωθα να ομορφαίνουν οι φουρτουνιασμένες γωνιές μου και μάλλον το δακρυσμένο φωτοστέφανό μου εκεί να οφείλετο, ενώ του Θεοδωράκη ακόμα και τα λυρικά του έργα ένοιωθα να μου χαρίζουν την εμβατηριακή δύναμη για να ξεσηκώνω τον εαυτό μου και τους γύρω μου επιθυμώντας να κάνω καλύτερο τον κόσμο.

Ακολουθεί το αφιέρωμα του Σαν Σήμερα στον Χατζιδάκι. Μου έκανε εντύπωση πάντως που τον "Μεγάλο Ερωτικό" και "Τα Πέριξ", δύο από τα πιο αγαπημένα μου άλμπουμ του δεν τα αναφέρει το Σαν Σήμερα. Εντάξει στα έργα της τέχνης πάντα παίζει η κολοκυθόπιττα των γούστων, αλλά πάντα μέχρι ένα σημείο, ε;  

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ. Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδας, ο Μάνος Χατζιδάκις, γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, «τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως έλεγε και ο ίδιος.

Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκη Αρβανιτίδου. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα.

manos4Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Παράλληλα διδασκόταν βιολί και ακορντεόν.

Παγοπώλης και φορτοεκφορτωτής

Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκις εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.

Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) τηςmanos3 γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.

Γνωριμία με τον Κουν

Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Η γόνιμη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια, με μουσικές για παραστάσεις όπως: «Γυάλινος Κόσμος» (1946), «Αντιγόνη» (1947), «Ματωμένος Γάμος» (1948), «Λεωφορείον ο Πόθος» (1948), «Ο θάνατος του Εμποράκου» (1949) κ.ά.

Εν τω μεταξύ, το 1949 με μια διάλεξη του για το ρεμπέτικο τραγούδι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική αστική κοινωνία.

Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τις Όρνιθες.

Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.

Χατζιδάκις και σινεμά

Μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν και οι μουσικές που συνέθεσε για σπουδαίες ταινίες του ελληνικού και του διεθνούς κινηματογράφου. Αναφέρουμε ενδεικτικά την «Κάλπικη Λίρα» (Γ. Τζαβέλλα 1954), τη «Στέλλα» (Μ. Κακογιάννη, 1955), το «Δράκο» (Ν. Κούνδουρου, 1956), το «America-America» (Ελ. Καζάν, 1962), «Sweet Movie» (Ντούσαν Μακαβέγιεφ, 1974), κ.ά.

Το 1960 κερδίζει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή», τραγούδι το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα. Εννοείται αρνήθηκε να πάει να το παραλάβει και ζήτησε να του στείλουν ένα βραβείο που ως τέτοιο δεν το είχε σε υπόληψη.

Ωστόσο, η μουσική του για τον ελληνικό κινηματογράφο και μια σειρά ελαφρών τραγουδιών τού χαρίζει μια «λαϊκότητα ανεπιθύμητη», την οποία δεν θα αποδεχθεί ποτέ και θα τη μάχεται μέχρι το τέλος της ζωής του.

 Πνεύμα ανήσυχο, ο Μ. Χατζιδάκις χρηματοδοτεί το Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκις» του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη. Το βραβείο απονέμεται στον Ιάννη Ξενάκη, άγνωστο τότε στο ελληνικό κοινό.

 manos5Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ με τον Ζιλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Στην Αμερική θα παραμείνει μέχρι το 1972 και η μουσική του αντίληψη θα επηρεαστεί σημαντικά από την pop music. manos2Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble και η ερωτική συνεργασία με την αξεπέραστη Φλέρυ Νταντωνάκη. 

Τo 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», μέσα από το οποίο επιχειρεί να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής.

Η γέννηση του «Τρίτου»

Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς.

Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.

 Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.

Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας στις 15 Ιουνίου 1994

Πηγή: sansimera.gr/biographies/147?

Σ.Δ  youtu.be/ Ο Εφιάλτης της Περσεφόνης / διασκευή, Gemma 

youtube.com/ Αφιέρωμα του Φοίβου Δεληβοριά στον Μάνο Χατζιδάκι στο Δεύτερο Πρόγραμμα (22/10/15) 

Το πιο ενδιαφέρον πολιτικό φαινόμενο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας δεν υπήρξε πολιτικός, από το fb

Ούτε αρχηγός κόμματος.
Ούτε υπουργός.
Ούτε ιδεολογικός καθοδηγητής.
Υπήρξε ένας συνθέτης.
Όχι γιατί έγραψε μουσική.
Αλλά γιατί κατανόησε κάτι που οι περισσότεροι επαγγελματίες της πολιτικής εξακολουθούν να αγνοούν: ότι η πραγματική εξουσία δεν εγκαθίσταται πρωτίστως στους θεσμούς, αλλά στις μορφές ευαισθησίας μέσα από τις οποίες μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Δεν κυριαρχεί εκείνος που κυβερνά.
Κυριαρχεί εκείνος που ορίζει τι θεωρείται ωραίο, τι θεωρείται σημαντικό, τι θεωρείται άξιο προσοχής, τι θεωρείται φυσιολογικό.
Κάθε εποχή οικοδομεί πρώτα το αισθητικό της καθεστώς και κατόπιν το πολιτικό της οικοδόμημα.
Ο Χατζιδάκις δεν υπήρξε ένας δημιουργός που περιστασιακά σχολίαζε τα δημόσια πράγματα. Υπήρξε μια μορφή πολιτισμικής αντίστασης απέναντι σε μια διαδικασία γενικευμένης εκπτώσεως του κριτηρίου.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ιδιομορφία του.
Αναμετρήθηκε με κάτι βαθύτερο: με τη σταδιακή εγκατάσταση μιας μικροαστικής βαρβαρότητας η οποία παρουσιάζεται κάθε φορά ως πρόοδος, ως εκδημοκρατισμός, ως λαϊκή έκφραση, ενώ στην πραγματικότητα διαβρώνει αργά τους μηχανισμούς διάκρισης που επιτρέπουν σε μια κοινωνία να ξεχωρίζει το ουσιώδες από το ευτελές.
Ο Χατζιδάκις διέβλεψε ότι η κρίση των σύγχρονων δημοκρατιών δεν είναι πρωτίστως θεσμική.
Είναι αισθητική.
Είναι κρίση μορφής.
Κρίση γλώσσας.
Κρίση ευαισθησίας.
Κρίση των συμβολικών ιεραρχήσεων μέσω των οποίων μια κοινότητα συγκροτεί το συλλογικό της βλέμμα.
Όταν οι κοινωνίες χάνουν την ικανότητα να διακρίνουν, δεν καταρρέουν αμέσως.
Συνεχίζουν να λειτουργούν. Διατηρούν εκλογές, κόμματα, μέσα ενημέρωσης, δημόσιες συζητήσεις.
Όμως το περιεχόμενο των λέξεων έχει ήδη αρχίσει να αδειάζει.
Η ποιότητα υποχωρεί μπροστά στην ορατότητα.
Η αξία μπροστά στη δημοσιότητα.
Η σκέψη μπροστά στην ακαριαία αντίδραση.
Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη πολιτική σημασία της διαρκούς του σύγκρουσης με τη χυδαιότητα.
Δεν επρόκειτο για ηθικολογία. Δεν επρόκειτο για συντηρητική νοσταλγία ενός χαμένου παρελθόντος.
Επρόκειτο για μια οξυδερκή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η χυδαιότητα λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτισμικής νομιμοποίησης.
Κάθε εποχή παράγει τις δικές της μορφές βαρβαρότητας.
Οι πιο επικίνδυνες δεν εμφανίζονται ως βαρβαρότητα. Εμφανίζονται ως αυτονόητο.
Ως νέα κανονικότητα.
Ως δήθεν απελευθέρωση από παλιούς περιορισμούς.
Ως κατάργηση των διακρίσεων. Ως θρίαμβος του αυθορμήτου. Και ακριβώς εκεί, όταν η παρακμή παύει να ντρέπεται για τον εαυτό της και αρχίζει να υπερηφανεύεται γι’ αυτόν, αρχίζει η πραγματική κρίση ενός πολιτισμού.
faa7Η σημασία του Χατζιδάκι δεν βρίσκεται λοιπόν στις πολιτικές του προτιμήσεις.
Βρίσκεται στην άρνησή του να παραδοθεί στη λογική των στρατοπέδων.
Ανήκε σε έναν χώρο χωρίς να του ανήκει.
Συνομιλούσε με όλους χωρίς να αφομοιώνεται από κανέναν. Υπερασπιζόταν την ελευθερία της κρίσης απέναντι στη συλλογική πειθαρχία.
Υπήρξε βαθύτατα πολιτικός, γιατί αντιλήφθηκε ότι η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι η διαφωνία αλλά η ομοιομορφία.
Όχι η σύγκρουση αλλά η μαζική συμμόρφωση.
Όχι η ύπαρξη αντιπάλων αλλά η εξαφάνιση της εσωτερικής ανεξαρτησίας.
Η σκέψη του συγκροτεί μια ιδιότυπη μορφολογία της δημοκρατικής παρακμής.
Μια κοινωνία δεν γερνά όταν γερνούν οι πολίτες της.
Γερνά όταν εξαντλείται η δυνατότητα ανακαλύψεως.
Όταν οι άνθρωποι παύουν να κινδυνεύουν από ιδέες.
Όταν η πνευματική ζωή μετατρέπεται σε ανακύκλωση βεβαιοτήτων.
Όταν η δημόσια συζήτηση παύει να αποτελεί τόπο περιπέτειας και γίνεται μηχανισμός επιβεβαίωσης ήδη διαμορφωμένων ταυτοτήτων.
Τότε εμφανίζεται εκείνο που ο ίδιος διέκρινε με εντυπωσιακή καθαρότητα: κοινωνίες γεμάτες πληροφορία αλλά φτωχές σε εσωτερική ζωή, γεμάτες επικοινωνία αλλά φτωχές σε νόημα, γεμάτες δημόσιο λόγο αλλά απογυμνωμένες από πραγματική σκέψη.
Σήμερα, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική σκηνή μοιάζει όλο και περισσότερο με τηλεοπτικό παράρτημα της μετριότητας, όπου η τέχνη συχνά ζητά πρώτα χρηματοδότηση και ύστερα νόημα, όπου τα μέσα ενημέρωσης κατασκευάζουν πρόσωπα χωρίς βάρος και η δημόσια αναγνωρισιμότητα υποκαθιστά κάθε εσωτερική δοκιμασία, ο Χατζιδάκις θα ήταν σχεδόν αφόρητος.
Όχι γιατί θα έλεγε απλώς σκληρά πράγματα, αλλά γιατί θα αφαιρούσε από όλους μας το άλλοθι της εποχής.
Θα μας υποχρέωνε να παραδεχθούμε ότι δεν μας κυβερνούν μόνο οι ανάξιοι.
Τους αναγνωρίζουμε, τους χειροκροτούμε, τους αναπαράγουμε, τους κάνουμε ύφος, τους κάνουμε γλώσσα, τους κάνουμε καθημερινή αισθητική.
Και τότε το πρόβλημα δεν είναι πια η εξουσία.
Είναι η δική μας συγκατάθεση στην ασχήμια.
manos1Γι’ αυτό ο Έρωτας κατέχει τόσο κεντρική θέση στο έργο και στη σκέψη του. Όχι ως συναίσθημα, ούτε ως λυρικό θέμα, αλλά ως ανθρωπολογική κατηγορία.
Ως η δύναμη που αποσπά τον άνθρωπο από την αυτάρκεια του εαυτού του.
Ως η ενέργεια που τον στρέφει προς κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο.
Ο Έρωτας είναι βαθύτατα πολιτικό γεγονός.
Γιατί μόνο κοινωνίες που εξακολουθούν να επιθυμούν κάτι ανώτερο από την αναπαραγωγή του εαυτού τους παραμένουν ιστορικά ζωντανές.
Η παρακμή αρχίζει όταν η επιθυμία αντικαθίσταται από την κατανάλωση, όταν η αναζήτηση αντικαθίσταται από την αυτάρκεια και όταν η ελευθερία συγχέεται με την απουσία κάθε απαιτήσεως.
Ο Χατζιδάκις υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένας μεγάλος καλλιτέχνης.
Υπήρξε ένας από τους τελευταίους φορείς μιας αριστοκρατίας του πνεύματος η οποία δεν είχε καμία σχέση με κοινωνικά προνόμια και ταυτοτικές υπεροχές.
Επρόκειτο για μια αριστοκρατία της απαιτήσεως.
Της αυτοπειθαρχίας.
Της εσωτερικής ελευθερίας.
Της άρνησης να αποδεχθεί ως αναπόφευκτο οτιδήποτε υποβαθμίζει την ανθρώπινη μορφή.
Εδώ λοιπόν βρίσκεται ο πραγματικός λόγος για τον οποίο εξακολουθεί να μας ενοχλεί.
Όχι γιατί είχε δίκιο σε όλα.
Αλλά γιατί μας υπενθυμίζει αδιάκοπα κάτι που ο σύγχρονος δημόσιος βίος προσπαθεί να ξεχάσει: ότι η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν μετριέται μόνο από τους θεσμούς της, αλλά από το ύψος των μορφών που είναι ακόμη ικανή να αναγνωρίζει.
Και όταν μια κοινωνία παύει να αναγνωρίζει τις μορφές που την υπερβαίνουν, δεν εισέρχεται απλώς σε περίοδο κρίσης. Εισέρχεται σε περίοδο πνευματικής συρρίκνωσης, όπου η μετριότητα παύει να είναι ατύχημα και μετατρέπεται σε καθεστώς.
Manos Lamprakis, από το fb 
Διαβάστηκε 401 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 16 Ιουνίου 2026 05:58
Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση