Είχα κατέβει νωρίτερα γιατί δεν είχα τι να κάνω στο σπίτι. Βαριέμαι τις γιορτές και τις αργίες, όπως το σχολιαρόπαιδο απεχθάνεται την επίσκεψη στην εκκλησία. Είχα κλείσει τραπέζι στη Λόλα, ένα ουζερί σχεδόν απέναντι από την Καμάρα, μέσα στα σπλάχνα του Ιστορικού Κέντρου. Μετά, μπορούσαμε να πάμε βόλτα να δούμε τη θάλασσα ή να ανεβούμε σπίτι μου.
Όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο επιστήθιος φίλος μου, από το ραδιόφωνο ακουγόταν το Κάποια Παιδάκια του Φοίβου Δεληβοριά, ενώ κοιτούσα την ανοιξιάτικη βροχή που έπεφτε από το πρωί. Η άνοιξη δρόσιζε τη Σαλονίκη. Όταν έφυγε, ανακάλεσα τα βασικά σημεία του διαλόγου μας. Κατάλαβα ότι είχα μια μικρή υπόθεση στα χέρια μου που τσιμπούσε σαν αγκάθινο στεφάνι στα χέρια ενός παιδιού.
«Από που ξέρεις τον πιτσιρικά που εξαφανίστηκε;»
«Από μια πελάτισσα που κάνει ψυχοθεραπεία, εδώ και τρία χρόνια σε μένα. Είναι κοντινός φίλος του γιου της. Πήγαιναν στο ίδιο δημοτικό, μέχρι που ο δικός της πέρασε με εξετάσεις σε ένα ιδιωτικό γυμνάσιο.»
«Πότε εξαφανίστηκε;»
«Δεν πήγε στο σχολείο εδώ και μια βδομάδα. Λείπει από το σπίτι σχεδόν δέκα μέρες.»
Μείναμε για λίγο σιωπηλοί ακούγοντας τη βροχή που είχε δυναμώσει.
«Πληρώνει η πελάτισσα μου. Λίνα Βεζυρτζόγλου τη λένε. Ο γιος της ο Σοφοκλής έχει στεναχωρηθεί πολύ. Το εξαφανισμένο παιδί είναι από οικογένεια μεταναστών. Η ίδια θεωρεί ότι η αστυνομία δεν θα ασχοληθεί ιδιαίτερα. Μου τόνισε ότι μόνο ο Πέτρος Ριβέρης μπορεί να τον βρει.»
«Προέχει να σωθεί το παιδί. Για τα λεφτά θα τα βρούμε»
***
Ο Ερέκλε Καρασβίλι, σχεδόν δεκατρίών ετών, παιδί από τον δεύτερο γάμο μιας καθαρίστριας που εργαζόταν σε έναν υπεργολάβο καθαριότητας, και ενός μπράβου που η τύχη του αγνοούταν κάπου στην Τιφλίδα, εξαφανίστηκε λίγο αφού έφυγε από το σχολείο. Το σπίτι της οικογένειας του βρισκόταν στα όρια της Καλλιθέας Συκιών με την Δυτική Άνω Πόλη. Υπήρχαν άλλα δύο παιδιά, μια κόρη και ένας γιος, από τον πρώτο γάμο της Ταμάρα Καρασβίλι με έναν άλλον μπράβο, που ήταν πλέον θαμμένος κάπου στο Μπατούμι. Τα μεγαλύτερα αδέλφια του είχαν σχεδόν ενηλικιωθεί, αλλά σνόμπαραν τον Ηρακλή ή Ρόκι, όπως τον φώναζαν οι φίλοι του, γιατί ήταν από άλλον πατέρα. Ο μικρός πήγαινε κικ μπόξινγκ από μπόμπιρας, και είχε μια φάτσα που θύμιζε τον Κάπταιν Πιτ, στο πιο σκουρόχρωμο. Οι πιτσιρικάδες της παρέας είχαν γνωριστεί εδώ και έξι χρόνια, μόλις ξεκίνησαν το δημοτικό στην Πλατεία Τερψιθέας. Πλησίον της πλατείας, έμενε η μονογονεϊκή οικογένεια της πελάτισσας. Η Λίνα Βεζυρτζόγλου, ήταν διαζευγμένη και είχε έναν γιο τον Σοφοκλή. Εργαζόταν ως ερευνήτρια στο CEDEFOP, το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης.
Μέχρι να πάω να βρω την Πέρσα που ερχόταν με το μετρό, πρόλαβα να βρω την ανάρτηση της αγγελίας εξαφάνισης του Ερέκλε Καρασβίλι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ήταν γεμάτη σχόλια, σχετικά και άσχετα, καλοπροαίρετα και μη, αρκετά πικρόχολα και μερικά ανθρωπιστικά.
***
Ήταν περασμένες επτά όταν άφησα την Πέρσα στο σπίτι μου πηγαίνοντας στο απογευματινό ραντεβού. «Μην αργήσεις πολύ με τους σπόρους», είπε καθώς με ξεπροβόδιζε τυλιγμένη με μια ακρυλική κουβέρτα. Κόντευε τα σαράντα μα έδειχνε τριάντα. Ήταν μια οπτασία, αλλά μπορούσα να την αγγίξω, να τη μυρίσω, να μπω μέσα της. Με τα γκριζογάλανα μάτια, το γεμάτο στήθος, τη μεσογειακή της περιφέρεια, το μπόι της που έφτανε σχεδόν το δικό μου. Και το τατουάζ μανίκι στο ένα χέρι, με το θηλυκό μάνγκα να πολεμά τον δράκο μέσα σε ένα φλεγόμενο δάσος. Όταν μου έδωσε το φιλί του αποχαιρετισμού, ένιωσα το αίμα να κυκλοφορεί τον ανδρισμό μου σε όλο το μου το είναι.
***
Το ραντεβού ήταν επί της Πηλέως, στη μεζονέτα όπου έμενε η Λίνα Βεζυρτζόγλου με τον Σοφοκλή. Ζήτησα να μην παρίστανται άλλοι γονείς. Ούτε καν η μητέρα του εξαφανισμένου Ερέκλε. Μαζί με τον Σοφοκλή, ήταν ο Αλέξανδρος και ο Γιάννης, οι άλλοι δυο πιο κοντινοί του φίλοι από το σχολείο. Καθώς μου ετοίμαζε έναν καφέ, πρόλαβε να μου πει ότι οι παρόντες, ήταν τα μόνα που δεν αντιμετώπιζαν τον Ρόκι ως ξένο. Ήταν μια γυναίκα σοβαρή, που κόντευε τα πενήντα και είχε μακριά γκρίζα με ανοικτόχρωμες ροζ ανταύγειες. Δεν ήταν ψηλή, αλλά έδειχνε ψηλότερη απ’ ότι ήταν, ίσως λόγω του ηθικού αναστήματος της. Φορούσε μια άσπρη πουκαμίσα, μαύρη φαρδιά παντελόνα και ένα ζευγάρι μοβ γυαλιών κρεμόταν από μια αλυσίδα που ήταν περασμένη στον λαιμό της.
«Υπάρχει κάτι που δεν είπατε στην αστυνομία και θέλετε να μου το πείτε;»
Τρία αγνά πρόσωπα σαν τον ήλιο στην αυγή με κοίταξαν στα μάτια. Ο Σοφοκλής είχε σγουρά καστανά μαλλιά που έπεφταν στους ώμους του, ο Αλέξανδρος ήταν μικρόσωμος και υπερκινητικός, ενώ ο Γιάννης ήταν παχουλός και συμπαθής.
«Όταν ο Ρόκι άκουγε σειρήνα περιπολικού έτρεχε», είπε ο Σοφοκλής.
«Για ποιον λόγο;» ρώτησα σαν να ρωτούσα γιατί ο Π.Α.Ο.Κ. έχασε το πρωτάθλημα.
«Είχε πάρει πράγματα από το ψιλικατζίδικο του κυρίου Παντελή, εδώ πιο κάτω και έφυγε χωρίς να πληρώσει. Εκείνος τον κατάλαβε και άρχισε να τον κυνηγάει. Καθώς τον κυνηγούσε του είπε πως θα καλέσει την αστυνομία και θα τον στείλει να βρει τον μπαμπά του.»
Ο Γιάννης ήταν κατατοπιστικός. Ήρθε η σειρά του Αλέξανδρου να μιλήσει.
***
«Εμείς του δίναμε χρήματα για να έχει κι αυτός χαρτζιλίκι. Ο μισθός της κυρίας Ταμάρα δεν φτάνει για όλα. Τα αδέλφια του δουλεύουν κούριερ ο ένας, σερβιτόρα η άλλη, αλλά δεν του δίνουν μία. Έβγαινε έξω με τα λίγα που έδινε η μάνα του.»
«Μόνο μια φορά είχε πάρει πράγματα χωρίς να πληρώσει;»
Οι τρεις αθώες φάτσες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ο Αλέξανδρος έδωσε το πρόσταγμα.
«Όχι. Αρκετές φορές.»
«Ο Ρόκι πήγαινε σε κάποια δραστηριότητα;» ρώτησα γνωρίζοντας την απάντηση.
«Κικ μπόξινγκ», απάντησαν και οι τρεις μαζί.
«Ήταν καλός;»
«Ήταν από τους καλύτερους», είπε ο Αλέξανδρος.
«Είχε παίξει άγριο ξύλο με κάποιον;»
Για λίγο επικράτησε σιωπή. Ο ήχος της δυνατής βροχής που έπεφτε επίμονα από το πρωί, έμοιαζε να δίνει τον ρυθμό στις απαντήσεις τους.
«Χτύπησε πολύ τον Μανώλη, που όσο πηγαίναμε δημοτικό ήταν στο άλλο τμήμα. Γιατί ο Μανώλης αγαπά την Εβελίνα και η Εβελίνα αγαπά τον Ρόκι. Αλλά οι γονείς της δεν τον θέλουν γιατί είναι ξένος. Ο Μανώλης τον αποκάλεσε μπάσταρδο και τις έφαγε άσχημα.»
Ο Σοφοκλής ήξερε πότε έπρεπε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
***
Το πρωί της Μεγάλης Δευτέρας τηλεφώνησα στον Επιμενίδη Κρητικό. Εξακολουθούσε να διατηρεί το γραφείο τελετών Τα Καρντάσια, το οποίο βρισκόταν απέναντι από το θρυλικό σινεμά ερωτικών ταινιών Βίλμα, που δυστυχώς δεν θα άνοιγε ποτέ ξανά. Ωστόσο δεν περιοριζόταν σε αυτό. Είχε ξαναπιάσει για τα καλά την παλιά του δραστηριότητα και οργάνωνε ψευδομαρτυρίες στα δικαστήρια.
«Καλώς τα μάτια μου τα δυο. Πως και με θυμήθηκες; Λόγω Μεγαλοβδομάδας, για να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου;»
«Θα με συγχωρέσει εκείνος που μπορεί να κοροϊδέψει και τον Άγιο Πέτρο;»
«Κόψε το δούλεμα και λέγε τι θες. Έχω να υπερασπιστώ μια μοιχαλίδα που όλο το χωριό την κουτσομπολεύει για να βγει το διαζύγιο εις βάρος της. Ο άντρας της μόνο με τις κατσίκες από τα γύρω κοπάδια δεν έχει πάει.»
Τον ρώτησα τι ξέρει για τους καυγάδες των εφήβων και αν πήρε κάτι το αυτί του για την εξαφάνιση του Ερέκλε Καρασβίλι.
«Δεν έφτασε κάτι στα αυτιά μου. Αλλά χαμός γίνεται σε λέω! Τα μικρά πλακώνονται και χαρακώνονται για ψύλλου πήδημα. Για μια γκόμενα, για το ποδόσφαιρο, για ένα τσιγαριλίκι, για το ποιος θα κερδίσει σε αυτά τα ηλεκτρονικά διαόλια που παίζουν. Μόλις πάνε γυμνάσιο αρχίζουν και καπνίζουν αυτό το vape μέηπ πως το λένε, το ηλεκτρονικό τσιγάρο. Για όλα φταίει η παγκοσμιοποίηση Ριβέρη που έχει κάνει τους γονείς να δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ. Τα παιδιά αναγκάζονται να γίνονται μεγάλοι πριν την ώρα τους.»
«Τα παιδιά μιμούνται τους μεγάλους Επιμενίδη. Κάποιοι τα κατηγορούν ότι παίζουν πολεμικά παιχνίδια. Οι μεγάλοι που βομβαρδίζουν από το γραφείο τους νοσοκομεία και σχολεία, δίνουν το παράδειγμα. Το κακό συνήθως είναι πιο ελκυστικό από το καλό.»
«Ά, γειά σου. Νομίζουν κι αυτά ότι έτσι θα γίνουν σπουδαία και κρέμονται από ένα κινητό.»
«Αυτό με τις οθόνες έχει βαθύτερες προεκτάσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι για αυτά μια νέα ουτοπία. Μια ψευδαίσθηση που τους πείθει ότι έχει απαντήσεις σε όλα. Ίσως γιατί η ουτοπία με την οποία μεγαλώσαμε εμείς έδωσε ότι είχε να δώσει.»
«Αμέσως να το γυρίσεις στην πολιτική και στην επανάσταση. Καλά λένε, πρώτα βγαίνει το χούι και μετά η ψυχή.»
Του άφησα τα στοιχεία των οικογενειών που είχαν εμπλακεί στον καβγά των εφήβων και ξεκίνησα για το ραντεβού με τη μητέρα του Ερέκλε, την κυρία Ταμάρα. Θέλησε να με συναντήσει, αλλά όχι στο σπίτι της. Με περίμενε μέσα στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, στις Συκιές.
***
Η πρωινή λειτουργία είχε τελειώσει. Άναψα ένα κερί νιώθοντας ότι τελώ μια ποιητική πράξη. Καθόταν στα στασίδια των αντρών και προσευχόταν. Πήγα κάθισα παραδίπλα της. Αφού της συστήθηκα, τη ρώτησα.
«Σας έχει απειλήσει κάποιος πρόσφατα;»
Δεν είχε βγάλει την κουκούλα από το πανωφόρι της. Δεν γύρισε να με κοιτάξει.
«Αφού ο Ηρακλής χτύπησε εκείνο το παιδί, τον Μανώλη ήρθε η μάνα του στη δουλειά. Εκείνη τη μέρα καθαρίζαμε το κτίριο μιας δημόσιας υπηρεσίας, στην πλατεία Αριστοτέλους. Μόλις με είδε άρχισε να φωνάζει και να με απειλεί. Αν δεν μαζέψεις τον γιο σου, θα σε στείλω από κει που ήρθες. Μετά γύρισε και είπε στον υπεύθυνο συνεργείου: Τι την κρατάτε αυτή τη βρωμιάρα; Διώξτε την! Μόνο ζημιά σας κάνει.»
«Τα είπατε αυτά στην αστυνομία;»
«Τα ήξεραν όταν ήρθαν στο σπίτι και με ρώτησαν για το παιδί. Η αστυνομία τα ξέρει σχεδόν όλα.»
«Την προηγούμενη Παρασκευή μετά το σχολείο, δεν γύρισε σπίτι;»
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι και δάκρυσε.
«Τι είναι αυτό που δεν ξέρει η αστυνομία;»
«Ο Ηρακλής και η Εβελίνα βρισκόταν κρυφά στο σπίτι της γιαγιάς της. Έπαιζαν παιχνίδια και μιλούσαν. Καμιά φορά ξάπλωναν αγκαλιά. Η γιαγιά της έχει πεθάνει και το σπίτι είναι άδειο. Λένε ότι το σπίτι είναι στοιχειωμένο και κανείς δεν μπαίνει εκεί μέσα. Οι γονείς της Εβελίνας ζουν μαζί αλλά είναι σαν χωρισμένοι. Μιλάνε μόνο για τα βασικά.»
«Που είναι αυτό το σπίτι;»
«Πάνω στα Κάστρα.»
«Μα πως πηγαίνουν μέχρι εκεί;»
«Νέα παιδιά είναι περπατάνε.»
«Πόσοι ξέρουν ότι πηγαίνουν εκεί;»
«Μόνο εγώ και η μάνα της Εβελίνας;»
«Γιατί δεν το είπατε στην αστυνομία;»
«Η Εβελίνα τρώει ξύλο από τον μπαμπά της. Εκείνος είπε στη γυναίκα του πως αν πάει στην αστυνομία θα την σκοτώσει. Αν έλεγα ότι πηγαίνουν εκεί, θα έψαχναν την οικογένεια της Εβελίνας. Φοβάμαι και για τη δουλεία μου.»
Κατάλαβα ότι οι αστυνόμοι αρκέστηκαν στο να συζητήσουν με τους γονείς του Μανώλη και όχι της Εβελίνας. Κλασική πατριαρχική νοοτροπία. Οι φλόγες των κεριών τρεμούλιαζαν κάτω από το βλέμμα μου. Μου ήρθε αναγούλα. Σηκώθηκα όρθιος και κάθισα ακριβώς δίπλα της.
«Ήθελε ο γιος σου να πάει στην αστυνομία, να πει ότι το κορίτσι του τις τρώει από τον μπαμπά της και δεν τον άφησες; Γι αυτό έφυγε; Σου ζήτησε να πας και δεν τον άκουσες;»
Η γυναίκα ξεκίνησε να κλαίει γοερά. Μέσα στους λυγμούς της κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Που είναι τώρα η μικρή Εβελίνα;»
«Δεν ξέρω.»
«Να υποθέσω ότι ο Ηρακλής άκουγε τον δάσκαλο του κικ μπόξινγκ σαν να ήταν πατέρας του;»
Έγνεψε πάλι καταφατικά και μου είπε ότι τον δάσκαλο τον έλεγαν Στέργιο Κράχτη. Μετά έφυγε για δουλειά. Θα σχολούσε αργά το βράδυ.
***
Καθώς οδηγούσα προς το γυμναστήριο όπου ο μικρός Ερέκλε πήγαινε κικ μπόξινγκ χτύπησε το τηλέφωνο μου. Ήταν ο Επιμενίδης Κρητικός.
«Λέγε.»
«Οι γονείς του μικρού Μανώλη που τις έφαγε από τον δικό σου είναι μυρμηγκάκια.. Αυτός έχει μπουγατσατζίδικο κάπου στην Ξηροκρήνη. Εκείνη είναι εργάζεται στη γραμματεία ενός ιδιωτικού μικροβιολογικού κέντρου, από αυτά που φύτρωσαν σαν μανιτάρια μετά τα μνημόνια. Έχουν και έναν μικρότερο γιο, και λευκό ποινικό μητρώο.»
«Για τους γονείς του κοριτσιού τι έμαθες;»
«Άστα βράστα Ριβέρη. Αυτός δουλεύει σε τράπεζα, είναι γραμματιζούμενος και όλοι λένε τι καλά που φέρεται στον περίγυρο του. Με το σεις και με το σας και α προπό και πάει γαζί το δούλεμα. Δυο φορές έχει πνίξει καταγγελίες συναδέλφων του ότι τις έβαλε χέρι και τις ρίχτηκε. Ζήτησε υπηρεσίες και από μας προληπτικά, σε περίπτωση που το πράγμα έφτανε στα γουνάκια», συμπλήρωσε εννοώντας το δικαστήριο
«Και η μάνα;»
«Μια χαζοβιόλα. Κάποτε νόμιζε ότι παντρεύτηκε μια διάνοια. Τώρα κάνει τουμπεκί γιατί αν χωρίσει δεν θα μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνη της. Δουλεύει σε έναν φούρνο από αυτούς που είναι σαν ζαχαροπλαστεία, αλλά τα γλυκά τους δεν τρώγονται γιατί είναι αέρας κοπανιστός.»
Δεν του είπα κουβέντα για τους τακτικούς ξυλοδαρμούς της μικρής Εβελίνας. Πάρκαρα κοντά στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά. Το γυμναστήριο βρισκόταν στα σύνορα Νεάπολης Πολίχνης.
Από το αυτοκίνητο κάλεσα την Πέρσα. Της έδωσα τα στοιχεία του πατέρα που έδερνε την κόρη του και της μητέρας που το ανεχόταν. Της είπα και τα υπόλοιπα και κυρίως που δούλευε η μητέρα του Ερέκλε.
«Μέχρι το απόγευμα θα έχω βρει το παιδί.»
«Πρόσεχε μωρό μου.»
***
Δεν δυσκολεύτηκα να βρω το γυμναστήριο. Πλησιάζοντας, από ένα ανοικτό μπαλκόνι ακουγόταν οι Ziggy Was να τραγουδούν το Take a look at the kids.
Μπήκα στον χώρο. Υπήρχαν αρκετοί σάκοι του μποξ που κρεμόταν από το ταβάνι και δυο ρινγκ. Έριξα μια γερή σε έναν σάκο και πήγε πέρα δώθε. Αυτόματα εμφανίστηκε ένας τύπος κοντός, τετράγωνος, καραφλός με μια μύτη σαν σφραγίδα χουντικής δημόσιας υπηρεσίας, τσακισμένης από τα πολλά χτυπήματα.
«Ο κύριος;»
«Πέτρος Ριβέρης, ιδιωτικός ντετέκτιβ. Να υποθέσω ότι μιλάω με τον Στέργιο Κράχτη; Να υποθέσω επίσης ότι απειλήσατε τον πατέρα της Εβελίνας, αλλά δεν τον δείρατε;»
Οπισθοχώρησε σαν να έφαγε ένα γερό κροσέ.
«Ναι, εγώ είμαι», είπε με τα πολλά. «Τον απειλήσαμε τον μαλάκα ένα βράδυ. Και αυτός πήγε και κούρντισε εκείνη την κλώσα, τη μάνα του Μανώλη και εκείνη όρμησε στη Ταμάρα στον χώρο εργασίας της. Προτιμήσαμε να προστατεύσουμε τον Ρόκι, παρά να το τραβήξουμε.»
Το να το τραβούσαν ήταν να κάνουν καταγγελία στην αστυνομία ότι ένα κορίτσι δεκατριών ετών τρώει ξύλο.
«Έχει γίνει καταγγελία εναντίον του για άσκηση ενδοοικογενειακής βίας», μπλόφαρα. «Αυτή την ώρα οι μπάτσοι μάλλον μαζεύουν τον πατέρα της Εβελίνας. Πάμε να πάρουμε το παιδί. Έχω εντολή από τη μάνα του την Ταμάρα.»
Έδειξε να το σκέφτεται.
«Κάλεσε την αν θέλεις να βεβαιωθείς», του είπα.
Και πάλι δεν μίλησε. Το μυαλό μου άρχισε να παίρνει στροφές. Μού ήρθε να του ορμήσω. Κρατήθηκα για χατίρι του Ρόκι.
«Τον έχετε αλλού, έτσι; Όχι στο σπίτι της γιαγιάς της Εβελίνας στα Κάστρα.»
Είδα στα μάτια του ένα μίγμα οργής και φόβου. Σε άλλες συνθήκες θα με χτυπούσε. Ζύγιζε την επόμενη κίνηση του.
«Θα πεις στους μπάτσους ότι το παιδί ήρθε σε μένα με τη θέληση του.»
«Που τον έχετε;»
«Με τα κέρδη από το γυμναστήριο, ανοίξαμε με τη δικιά μου μια ταβέρνα. Κάπου στον Εύοσμο. Πάει καλά, μέχρι τώρα. Ο Ρόκι είχε μείνει δυο βράδια μόνος του σε εκείνο το σπίτι, που πήγαιναν με την Εβελίνα. Τον πήραμε από εκεί, για ασφάλεια και αντάλλαγμα του ζητήσαμε να δουλέψει για μάς. Τον έχουμε για λάντζα, για να μάθει τη δουλειά. Μετά βλέπουμε.»
Παρέμεινα ψύχραιμος ενώ δεν το ήθελα. Είχαν μεν προστατεύσει ένα ανήλικο παιδί με δύσκολα βιώματα, και ίσως το έσωσαν από τα χειρότερα, όμως κατά βάθος το έκαναν για ιδίον όφελος. Κατάπια τον θυμό μου για να πάρω πίσω το παιδί.
«Φίλε θα το πω απλά. Όσο και αν το ήθελε να έρθει σε σένα, είναι δεκατρία ετών. Με πας στο παιδί τώρα, για να σώσεις ότι μπορείς από το τομάρι σου. Αργά ή γρήγορα οι μπάτσοι θα φτάσουν και σε σένα. Και αν με ρωτήσουν τι συνέβη, θα το μαζέψω όπως μπορώ. Γιατί αυτό που έκανες δεν είναι σωστό. Αρκεί να πας τώρα στο παιδί, εμένα και τη φίλη της μάνας του που με έβαλε να τον βρω. Η Ταμάρα δεν μπορεί να φύγει από τη δουλεία της.»
«Είσαι ρουφιάνος των μπάτσων;»
«Κάνω πως δεν το άκουσα αυτό.»
Η Λίνα Βεζυρτζόγλου είχε πάρει την πασχαλινή της άδεια και μπορούσε να με συνοδεύσει. Πήρε ταξί και σε δέκα λεπτά ήταν στη Νεάπολη. Σε λίγη ώρα φτάσαμε στον Εύοσμο. Ο μικρός κοιμόταν σε ένα ντιβανάκι πίσω από την κουζίνα. Η πελάτισσα μου πήγε και τον ξύπνησε τρυφερά σαν μάνα. Ο Ερέκλε τη γνώρισε.
«Η μαμά σου σε περιμένει. Έλα πάμε! Έχω και ένα νέο για σένα. Η υπηρεσία στην οποία εργάζομαι χρηματοδοτεί υποτροφίες παιδιών με οικονομικές δυσκολίες όπως εσύ, για να φοιτήσουν σε ένα καλύτερο σχολείο. Κάτι θα κάνουμε. Θα προσπαθήσουμε να είσαι συμμαθητής με τον Σοφοκλή.»
Την κοίταξε όπως κοιτάζει κάποιος που μόλις ξύπνησε, αλλά νομίζει ότι το όνειρο που έβλεπε δεν τελείωσε. Μετά της χαμογέλασε.
***
Ήταν απόγευμα Μεγάλης Πέμπτης. Σε λίγο οι καμπάνες θα ξεκινούσαν να χτυπούν πένθιμα. Περίμενα την Πέρσα να πάμε για ένα ποτό. Διάβασα σε ένα site τοπικών ειδήσεων ότι μετά τον ντόρο που έγινε, οι γονείς της Εβελίνας αφού τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες από τον εισαγγελέα, είχαν διαφορετικές τύχες. Η μάνα αφέθηκε ελεύθερη, ενώ ο πατέρας που ξυλοφόρτωνε τη μικρή, κρίθηκε προφυλακιστέος. Ελεύθερη αφέθηκε και η Ταμάρα Καρασβίλι, η οποία κατηγορήθηκε για έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνου και θα κριθεί όταν οριστεί δικάσιμος. Όταν έρθει η ώρα ίσως ζητήσω από τον Επιμενίδη να τη σώσει χρησιμοποιώντας δικούς του ψευδομάρτυρες. Η Λίνα Βεζυρτζόγλου, όταν ήρθε να με πληρώσει, με ενημέρωσε ότι έχει σχεδόν δρομολογηθεί η δωρεάν φοίτηση του Ερέκλε στο ιδιωτικό σχολείο όπου φοιτά ήδη ο γιος της. Τα λεφτά θα έρθουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτή η εβδομάδα των Παθών, όπως τη λένε, θυμίζει στον καθένα το κενό που χάσκει μέσα του. Για την ακρίβεια, δεν είναι κενό αλλά πηγάδι που αναβλύζει ο πόνος των ανθρώπων. Μόνο αν ο ένας προσπαθεί να πίνει από το πηγάδι του άλλου, έχουμε ελπίδα να σωθούμε.
(*) Ο Πάνος Ιωαννίδης είναι συγγραφέας και δημιουργός του ιδιωτικού ντετέκτιβ Πέτρου Ριβέρη. Ζει στη Θεσσαλονίκη και είναι μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας https://www.elsal.gr/el/theclub/synenoxoi/1475-panos-ioannidis.html
Πηγή: oanagnostis.gr
Σ.Δ. Ο τίτλος στα γεωργιανά: პატარა ირაკლისის გაუჩინარება სალონიკში გამართული დიდი კვირის განმავლობაში, პანოს იოანიდისი

Ο Ρουσέτος δεν συνηθίζει να περνάει από το γραφείο μου. Ούτε εγώ συνηθίζω να κατεβαίνω κυριακάτικα, πόσο μάλλον την Κυριακή των Βαΐων.