«Ναι».
«Θα έχω δυο κυρίες, να πάμε Τζιτζιφιές που λέει τα άσματά της η Καίτη».
«Γουστάρω».
«See you tonight then».
«Έγινε».
Από την κλειστή πόρτα ακούμε που μέσα μπουμπουνίζουν τα ηχεία στη διαπασών. Το νυχτομάγαζο είναι ανάμεσα στα γαριδάδικα –όλα ισόγεια. Έχουμε αρχίσει να πίνουμε στου Νίκου από τις 22:00. Τελικά οι κυρίες έγιναν τρεις με μια ακόμα φίλη της φίλης του. 23:30 παρκάρουμε το Cinquecento σε μια άκρη –το πάρκινγκ είναι φουλ. «Να τσιμπήσουμε κάτι πρώτα» πληροφορεί με κάτι αόριστες χειρονομίες δέκα μέτρα μακριά τον Ναπολέοντα που διαμαρτύρεται «με άδεια στομάχια να πάμε; πως κάνεις έτσι»; Μας προλαβαίνει αλλά μόλις βλέπει τον Νίκο, αλλάζει τροπάριο: «Κύριε Νίκο εσείς είστε; συγνώμη δεν κατάλαβα». «Συχωρεμένος» του λέει και του χώνει ένα χαρτονόμισμα στην τσέπη της στολής.
Τίγκα στα τραπέζια τα πεζοδρόμια, βουνό τα μπάζα στα πιάτα, άπειρες μπουχτισμένες απ’ το φαΐ μούρες στις καρέκλες. Τσιμπάμε, «σεμνά να μη βαρύνουμε». Δώδεκα και κάμποσο σπρώχνουμε τα πιάτα, ανάβουμε τσιγάρο, σηκωνόμαστε.
Ο Ναπολέοντας υπόκλιση: «καλησπέρα σας, περάστε, καλή σας διασκέδαση», ευγένειες του κώλου. Ανοίγει, μπαίνουμε και… τρώμε ξεγυρισμένη γροθιά στο στομάχι από τα ηχεία, η αοιδός τα δίνει όλα στο ‘’όφωνο’’:
[…κι αν με φωνάζουνε καψούρη, δε με νοιάζει/ γλυκιά μου αγάπη, ας τον κόσμο να φωνάζει].
Η πόρτα κλείνει πίσω μας. Το μαγαζί υπερπλήρες. Προβολείς στο πάλκο, ημίφως στα τραπέζια, στην πίστα ζαλισμένες φάτσες ισορροπούνε επικινδύνως, γκόμενες λικνίζονται σε επίδειξη πασαρέλας, «μπράβο κορίτσια»! Δεν έχουμε ακόμα συνηθίσει το σκοτάδι: ο Νίκος σκοντάφτει στη Μάνια, η Μάνια στη Μαίρη, η Μαίρη με το πλούσιο στήθος πάνω μου, «συγνώμη», «no problem, μπορείς να το ξανακάνεις».
[Έχω κάψες, έχω κάψες, στην καρδιά και στο μυαλό/ είμαι φουλ ερωτευμένος, πάω να τρελαθώ…].
Το γκαρσόνι μάς δείχνει τραπέζι στην άκρη. Ο μαιτρ (μαύρα: παντελόνι-σακάκι-προπέλα, λευκό πουκάμισο) τον προλαβαίνει: «άστο Λευτέρη, δικοί μου», μας καλησπερίζει –τον Νίκο δια χειραψίας.
«Βασίλη…».
«Ξέρω κύριε Νίκο, τραπέζι μπροστινό, αλλά μου άργησες απόψε και δυσκολεύομαι».
«Ξεδυσκολέψου» του χώνει τεχνηέντως ένα χάρτινο στην τσέπη του σακακιού».
[Έχω ανάψει σαν καμίνι και θα εκραγώ/ Στο κεφάλι μου τη δίνει, πάω να τρελαθώ/ Έχω κάψες, έχω κάψες, στην καρδιά και στο μυαλό].
Μας οδηγεί σε σλάλομ ανάμεσα σε τραπέζια και ξαναμμένους θαμώνες. Ο Νίκος τσιγάρο στο στόμα, μωβ μακό μπλουζάκι, ακαθορίστου χρώματος παντελόνι, μπεζ παντοφλέ πάνινο πατούμενο, η Κάτια φορεματάκι ‘ντίβα’ μπλε ηλεκτρίκ εβαζέ, μαλλί παζ, τακουνάκια, η Καίτη γαλάζιο ψαράδικο παντελόνι, ξώφτερνα και λακόστ λευκό μπλουζάκι, η Μάνια προχωρημένο διανοουμενίστικο ντύσιμο πατόκορφα σε σκούρα ριχτά και -όσο αντιλαμβάνομαι- από κάτω γυμνή, εγώ πουκάμισο κρεμ μακρυμάνικο, μπλου-τζιν και υφάρα (διαθέτω Cinquecento). Κεφάλια θαμώνων γυρίζουν και μας εξετάζουν.
[Κι αν με φωνάζουνε καψούρη, δε με νοιάζει/ Γλυκιά μου αγάπη, ας τον κόσμο να φωνάζει].
Μας βολεύει πλαγίως μεν, πρώτο πίστα δε.
«Εδώ κύριε Νίκο… εντάξει; μου ήρθες και αργά».
«Καλώς. Η κυρία»;
«Μία, μία και κάτι θα βγει ο Γιώργος και μετά η κυρία Καίτη».
Ο Νίκος σχεδόν ψευδίζει και ήδη δεν μπορεί να πει ‘’δέκατος τέταρτος σιδηρόδρομος’’ –εντάξει, σωστός. Αράζουμε κι ανάβουμε τσιγάρο γύρω-γύρω-όλοι: Νίκος, Κάτια, Καίτη, Μήτσος, Μάνια. Βολευόμαστε.
«Βασίλη, ξέρεις, Cutty Sark, φρούτα, ξηρούς καρπούς, αναψυκτικά, νερά, ίσον ένα καφετί» του δείχνει ‘ένα’ σηκώνοντας τον δείκτη.
«Εντάξει, κύριε Νίκο».
[Έχω κάψες, έχω κάψες, στην καρδιά και στο μυαλό/ Είμαι φουλ ερωτευμένος, πάω να τρελαθώ/ και θα εκραγώ…]
**
Πολύ πιάτο στην πίστα, πολύ σουξέ στα ηχεία, πολύ υγρασία στην ατμόσφαιρα, καψούρα και νταλκάς. Ένα γκαρσόνι αραδιάζει τέσσερις σαμπάνιες στα πόδια της καλλιτέχνιδας, πάει δίπλα της, γεμίζει ένα κρυστάλλινο από μια πέμπτη, της δείχνει με κεφαλή δεξιά τον χορηγό και της λέει κάτι στ’ αυτί -μαντεύω: «απ’ τον μαλάκα στο πρώτο». Η τραγουδιάρα κοιτάζει το τραπέζι, γνέφει «ευχαριστώ», φέρνει το ποτήρι στα χείλια της και το δίνει πάλι στο γκαρσόνι, άβρεχτη.
Έρχεται το Cutty με τα λοιπά. Το γκαρσόνι ετοιμάζεται να μας τρατάρει αλλά παρεμβαίνει ο Νίκος: «Άσεεε… θα αναλάβω εγώ».
Ρίχνει στα ποτήρια σεμνά, φτιάχνει long drinks, η Κάτια πίνει ένα δαχτυλάκι με φουλ coca-cola και παγάκια, η Καίτη δαχτυλάκι σκέτο με παγάκια μέχρι τα αυτιά (έτσι θα το πάει όλη τη νύχτα), η Μάνια είναι δικιά μας: long drink με νερό και παγάκια.
Τσουγκρίζουμε, «Στην υγειά μας και άσπρο πάτο», «στην υγειά μας αλλά όχι άσπρους πάτους και τέτοια, καθότι 1ον το ουίσκι θέλει ρέγουλα, 2ον δεν θέλουμε να τους κάνουμε πλούσιους, να διασκεδάσουμε στο μαγαζί τους θέλουμε» συστήνει ο Νίκος.
Η Κάτια επικεντρώνεται στη τραγουδίστρια (ξανθιά, κορμάρα στα είκοσι, τακουνάρες, πιασίματα και υποσχετική μούρη), ο Νίκος επικεντρώνεται στη Μαίρη.
[Είμαι φουλ ερωτευμένος, πάω να τρελαθώ/ Πάω να τρελαθώ και θα εκραγώ].
«Ντραν» η ορχήστρα, πιάτα εκσφενδονίζονται στην πίστα, χειροκροτήματα, μπράβο και τα σχετικά. Η Κάτια όρθια στέλνει φιλιά στην τραγουδιάρα –ρε μπας και είναι λεσβία ή παντός καιρού; Η δικιά της: κάθιδρη, της χαμογελάει φευγαλέα, κάνει υπόκλιση πάνω στις τακουνάρες και αποχωρεί πασάροντας το μικρόφωνο σ’ έναν μισόμαγκα που ρίχνει ζόρικα το ‘’παραμυθάκι’’:
[Σου ‘παν πως είμαι μπελαλής/ άντρας βαρύς…]
Καλό το Παραμυθάκι αλλά δεν βγάζει νύχτα ούτε με σπαρματσέτο…
Ο μισόμαγκας όμως μας κερδίζει «not bad at all, ο τύπος»!
[… και την καρδούλα σου μην τη χαλάς]
**
Το γκαρσόνι φέρνει παγάκια νέας εσοδείας, ξηρούς καρπούς, αναψυκτικά. Η πίστα ανανεώνεται, έρχεται νέο πράμα, παρακολουθούμε για λίγο και γυρνάμε στα δικά μας.
«Δεν σ’ έχω ξαναδεί στις παρέες του Νίκου».
«Μένω μακριά… Εσύ; εδώ της παρέας»;
Στην προσπάθειά της να με ακούσει, γέρνει επάνω μου.
«Κάπου-κάπου, όχι συχνά. Φίλη της Κάτιας είμαι».
Στην προσπάθειά μου να την ακούσω κολλάω πάνω της.
«Έχεις κάτι το καλλιτεχνικό στην αύρα σου, με τί ασχολείσαι»;
«Ηθοποιός… πας θέατρο»;
[παραμυθάκι μου…]
«Όχι και πολύ, αλλά από σήμερα θα πηγαίνω».
«Καλή προσπάθεια. Εσύ τί κάνεις»;
«Καλά ευχαριστώ, χα χα χα».
«Χα χα χα. Λοιπόν»;
«Μπάτσος είμαι».
«Ο καλός ή ο κακός»;
«Ο καλύτερος».
Η Κάτια πάει τουαλέτα με τη Μαίρη.
«Κορίτσια, να ‘ρθω να βοηθήσω»;
«Όχι Νικολάκη, τα καταφέρνουμε και μόνες μας».
Περνάει η λουλουδού, ο Νίκος αγοράζει πανεράκι γαρύφαλλα, διαλέγει ένα κόκκινο, το βάζει στο αυτί, και ένα μπορντό που το προσφέρει στη Μάνια.
«Πάει με την αμφίεσή σου, όμορφη».
«Ευχαριστώ Νίκο».
«Πού τα βρίσκουνε τόσα γαρύφαλλά»;
«Ξέρεις, ’’Τον λατρευτό μας κλπ τα τέκνα τα δισέγγονα’’. Μόλις τελειώνουν οι κηδείες, μπαίνουν οι γύφτοι, βγάζουν τα γαρύφαλλα από τα στεφάνια, κόβουνε τις ουρές και μετά στα πανεράκια».
«Πω-πω αηδία».
«Ανακύκλωση».
**
Κάτια και Μαίρη γυρίζουνε φρεσκαρισμένες, σηκώνεται ο Νίκος ιπποτικά να τις υποδεχτεί, αλλά δεν τα καταφέρνει να ισορροπήσει. Τα κορίτσια μόλις που προλαβαίνουν να βοηθήσουν να καθίσει χωρίς να τσακιστεί, στο μεταξύ έχει τελειώσει το παραμυθάκι και το παλικαράκι βάζει μπρος ‘’τη γυναίκα’’:
[Αυτή η γυναίκα θα ‘ναι το φινάλε μου/ βάλε μου να πιώ και ξανάβαλε μου].
και τα τσιγάρα ανάβω σχεδόν απανωτά/ υπάρχει μια γυναίκα…]
Πρώτος νταλκάς, χαμός και κόλαση. Φτιαγμένα άτομα στην πίστα ψάχνουν τα βήματά τους, καψούρες, καψουροκαταστάσεις, τσουγκρίζουμε ποτήρια, «άντε γειά μας», ο Νίκος διευκρινίζει: «στην υγειά μας και να μην επαναληφθεί, …ο καθένας θα πίνει ήσυχα το ποτό του. Πως κάνουμε στο τσάι; Έτσι ένα πράμα».
[Τί με κοιτάς που πίνω/ μονάχος μου στην άκρη/ ]’[…/…]
«Τι δουλειά κάνει ο Νίκος»;
«Ο Νίκος; Πολιτικός μηχανικός».
«Αυτός εδώ»;
«Αυτός εδώ ή αυτός εκεί, εξαρτάται από που κοιτάς. Αυτός πάντως αυτοπροσώπως».
[και τα τσιγάρα ανάβω σχεδόν απανωτά/]
«Να μαντέψω πως δε φοράς σουτιέν»;
«Σωστός».
«Κιλοτάκι»;
[υπάρχει μια γυναίκα/ υπάρχει μια αγάπη/]
«Μη μου το τρέχεις και μου το χαλάς».
«Συγγνώμη».
«Συχωρεμένος».
[Αυτή ‘ναι η ζωή μας/ και τίποτα μετά/]
**
Γεμίζουμε ποτήρια, πίνουμε, γίνεται μια αναμπουμπούλα στο πάλκο, αποχωρεί ο δικός μας, διώχνουν τα μπάζα από την πίστα, αλλάζει ο φωτισμός και εμφανίζεται ο Γιώργος… ο Καμπουρίδης.
[Έρωτά μου…]
το κόβει μαχαίρι, απόλυτη σιγή, η ορχήστρα μετέωρη, ο κοντός στα ντραμς παγώνει με τα χέρια στον αέρα, ο Γιώργος κοιτάζει τα πλήθη και σκάει την επόμενη λέξη:
[…αγιάτρευτε/ …]
ο ντράμερ ξεπαγώνει, μπαίνει η ορχήστρα στο φουλ, τα πλήθη τραγουδάνε μαζί του:
[και καημέ μου μεγάλε/ ιστορία μου όμορφη της ζωής μου φινάλε/]
Ο Νίκος βγάζει και παραδίδει τα γυαλιά του στην Κάτια:
«Θα μου τα δώσεις μετά» εξηγεί κάνοντας ‘μετά’ με το χέρι. Θα χορέψω».
«Δεν το αφήνεις για αργότερα»;
«Αργότερα πλησίασαν δυο κότερα…, είπα θα χορέψω και πάει κι έγινε».
Σηκώνεται, φτάνει στη πίστα, σκύβει, χτυπάει το χέρι στο πάτωμα, σηκώνεται! φέρνει τρεις απανωτές βόλτες στο ρυθμό του:
[Έρωτά μου, έρωτα μου, έρωτα μου]
και στέκεται όρθιος! Χειροκροτήματα, ο Καμπουρίδης του δίνει τα εύσημα μέσω μικροφώνου: «Γεια σου μεγάλε Νίκο»
Κάποιος από το τρίτο τραπέζι πίσω βγάζει τα εσώψυχά του: «…χαμούρες… παλιοχαμούρες, γραμμένους σας έχω όλους… ξεφτίλες… ποιους μας πέρασες ρε ξεφτίλα, εεε; Παλιοχαμούρη». Οι γυναίκες της παρέας του γελάνε τρανταχτά ξανά και ξανά «Χαμούρες». Λιώμα ο τύπος –έχουν έρθει από νωρίς. «Ρίχ’ τα μεγάλε.
[…και καημέ μου μεγάλε/ ιστορία μου όμορφη, της ζωής μου φινάλε/]
Ο Νίκος επιστρέφει σώος έχοντας κερδίσει επαξίως την εκτίμηση του Καμπουρίδη: «γειά σου φίλε Νίκο» και κάθεται ικανοποιημένος για την επίδοσή του στη θέση του. Το χειροκρότημα που ακούμε, είναι και για τον Νίκο.
[Ήρθαν τα μαντάτα σου/ την πάτησες τη γάτα σου/ επήγες κι έπεσες μες στους ατσίδες/ και σου τα τρώγανε οι παπατζήδες/ Όπου κι αν πας όπου κι αν πας/εδώ παπάς εκεί παπάς…]
Κερνάει και τσουγκρίζουμε, «γεια μας κι άσπρο πάτο», «άσπρο πάτο, άσπρο πάτο». Στο μπούστο της Κάτιας χύνεται από απροσεξία λίγο Cutty, ο Νίκος της το σκουπίζει με τη γλώσσα.
[Σαν κορόιδο πιάστηκες/… Όπου κι αν πας όπου κι αν πας/εδώ παπάς εκεί παπάς]
**
Αναγγελία στο μικρόφωνο: ‘’Βεργούλες… παραγγελιά’’. Ένας πελώριος τύπος ιδιαίτερων διαστάσεων αποχωρίζεται απ’ το σκοτάδι και ανεβαίνει στην πίστα να σαλέψει μόνος του. Όλο το μαγαζί κοιτάζει: για να δούμε τι έχει να μας επιδείξει αυτός.
[Τα δυο σου χέρια πήρανε/ βεργούλες και με δείρανε/… και τη χαρά μου πήρανε…]
Ο Νίκος ενοχλείται με την ‘παραγγελιά’, ρίχνει στα ποτήρια και αρχίζει τη μουρμούρα: «Πρέπει να απαγορεύουνε ανάλογους του εν λόγω κυρίου στις πίστες…, παρντόν, δεν το ξέρω το παλικάρι, άντε γεια μας…, αλλά δεν πρέπει να το χορεύει πίστα…, ιδιω-τικώς ναι, στον κα-θρέφτη, αλλά όχι πί-στα, είναι πέραν του οφθαλ-μοφαν-έστατου ότι δεν… τσουλάει το πράμα, γι’ αυτό σου λέω… άντε γεια μας, που πας κύριε; κολλάς; στο σκηνικό κολλάς; πρόκειται περί καταστήματος περιωπής … διάβασε μαρκίζα, τί λέει; Καίτη Ντάλη λέει, παρτόν, δεν το ξέρω το παλικάρι, αλλά ποιος θέλει πίστα; εσύ; δεν ανεβαίνεις! δεν ανεβαίνεις…, εσύ δεν ανεβαίνεις».
[Μ’ αυτά τα χέρια σου τα δυο…/ να μη σε βλέπω και πονώ]
Ο Νίκος κερνάει αβέρτα. Έχει χάσει το λογαριασμό.
**
Στο πάλκο την φέρνει ο παρουσιαστής, όλα τα φώτα πάνω της.
«Κυρίες και κύριοι…, η Καίτη Ντάλη».
Ο Νίκος ανάβει τσιγάρο, όλο το μαγαζί ανάβει τσιγάρο, όλο το μαγαζί χειροκροτεί. Οι εικόνες πίσω από προπέτασμα καπνού και καταιγισμό χειροκροτημάτων. Ντυμένη στην πένα, με το κλασσικό λινό κρεμ κουστούμι και σεμνά κοσμήματα, μία κυρία η Καίτη, με το μαγαζί απιθωμένο στα πόδια της να την ακούει ευλαβικά.
[Τώρα που ήρθες είναι αργά/ Να ξανασμίξουμε ποτέ μην περιμένεις/ Της καρδιάς μου το σαλόνι/ Άλλος πια το καμαρώνει/ Και κρατάει τα κλειδιά/ Είναι αργά πολύ αργά].
Κατ’ εξοχήν τραγούδι για την κυρία Καίτη. Μένουμε άναυδοι. Της διπλανής παρέας έχουν πέσει τα σαγόνια και κοιτάνε σαν χάνοι.
[Ήρθε η ώρα για να πονάς…/ είναι αργά πολύ αργα.]
Είκοσι λεπτά για να κοπάσουν τα χειροκροτήματα.
Κάποιος ανεβαίνει στην πίστα και γονατίζει στο ένα πόδι. Χειροφίλημα. Η Καίτη τον σηκώνει, του λέει κάτι στ’ αυτί και αυτός της ξαναφιλάει το χέρι, όρθιος.
Η ορχήστρα κάνει τρεις προσπάθειες να ξεκινήσει νέο τραγούδι. Εις μάτην. Τα χειροκοτήματα συνεχίζουν.
Η Καίτη τελικά επιβάλλεται. Κατάνυξη.
[Ήθη νέας εποχής/ λες πως κουβαλάς/ Περίπτωση είσαι ατυχής/ αν έτσι αγαπάς.
Το αντριλίκι δε μετριέται, φίλε, με μαγκιά/ και η καρδιά δεν περπατιέται νύχτα και κρυφά].
Κατάνυξη, θρησκευτική ευλάβεια, είναι αυτό το βιμπράτο στη φωνή που μαγεύει.
[…κάποιαν άλλη στην καρδιά/ ]
Άσμα ασμάτων!
Χορωδιακό από το κοινό με την Καίτη να βοηθάει να παραμείνουμε στη μελωδία:
[Κι αν τελείωσε η αγάπη μας/ ο κόσμος δεν τελειώνει/ κάτι καινούριο έρχεται/ κάθε που ξημερώνει].
Η Καίτη με το μικρόφωνο στο χέρι κάνει μερικά βήματα αριστερά-δεξιά.
Σσσσουτ. Κάτι έρχεται γίνεται. Απόλυτη ησυχία:
[Τις αμαρτίες τις δικές μου/]
Το μαγαζί όλο καθηλώνεται εντελώς. Δέος, κατάπληξη και ευλάβεια!
[αν χρειαστεί να τις μετρήσω/ από τα δέκα δάχτυλα μου/ μόνο τα πέντε θα κρατήσω].
Σιγή… και
χορωδιακό από το κοινό με την Καίτη να βοηθάει να παραμείνουμε στη μελωδία:
[Μα το δικό σου αμάρτημα/]
ψέλνουμε, εν κατανύξει ψέλνουμε.
[του κόσμου όλα τα δάχτυλα/]
παραληρούμε, όλο το μαγαζί παραμιλάει μέσα του
[Μα το δικό σου αμάρτημα/
του κόσμου όλα τα δάχτυλα]’
Ο Νίκος κλαίει:
«Το δικό σου αμάρτημα, του Γιαννάκη του Πάριου, Μήτσο, του Γιαννάκη του Πάριου, μέγιστο άσμα! Άσμα Ασμάτων! και η Καιτούλα το ετόξε… εκ-τόξευσε, στα ουράνια, ακούς φίλε; ακούς Κάτια; ακούς Καίτη, και εσύ ακούς… ξέχασα τ’ όνομά σου ρε κορίτσι, ακούς»;
«Μάνια».
«ναι, Μάνια».
«ναι Νικολάκη, ακούω.
[Βρέθηκα στη στράτα της ζωής/…]
Ο Νίκος κερνάει. Έχει χάσει τον λογαριασμό:
«τί κάνει η γυναίκα; τί κάνει! βαθιά φωνή… αιωρείται, φίλε, ανάμεσα σε απα-γγελία και άσμα ασμάτων! το βιμπράτο! βα-θιά φωνή…, ένα και… μοναδικό φίλε, αιωρείται η Κυρία… ανάμεσα σε ποίηση και… έκ-σταση! μυσταγωγία, κατάνυξη, όλη η ποίηση του κόσμου».
Ο Νίκος πέφτει πάνω στην Μαίρη ξερός για ώρα, ύστερα αφυπνίζεται και κερνάει, «γεια μας, άσπρο παάτο».
Εμφανίζεται ο μαιτρ: «όλα εντάξει παιδιά»;
«φέρ’ ένα Cutty να μην ξεμείνουμε και άμα είναι ξανα… ξαναφωνάζουμε».
Ο μαιτρ χάνεται στο σκοτάδι.
[Αν στης ζωής τη στράτα αργοσβήνεις μόνη/ Δίχως να ‘χεις καμιά συντροφιά μαυρομάτα/ …
Πώς κλαίω και θρηνώ για τα γλυκά σου νιάτα/]
Ο Νίκος κλαίει με λυγμούς:
«το ’λεγε η Ιωάννα Γεωργακοπούλου με το Βασιλάκη τον Τσιτσάνη… γι’ αυτό… και όταν το λέει η Καίτη με βιμπράτο, κλαίω γαμώτο μου, κλαίω».
Η Κάτια τον αγκαλιάζει και τον νταντεύει, ο Νίκος κλαίει, ο Νίκος είναι λιώμα, ο Νίκος με το μωβ μακό μπλουζάκι, τα πάνινα παπούτσια και το κόκκινο γαρύφαλλο στο αυτί.
**
Κάνω διανομή κατ’ οίκον με το Cinquecento, τον βγάλαμε σβαρνιστό από το μαγαζί και τον χώσαμε στο αυτοκίνητο, ακούω τα κορίτσια να μου λένε «τώρα δεξιά, στον επόμενο αριστερά, τώρα-τώρα αριστερά και στον επόμενο δεξιά και τώρα ευθεία και… », άστες να λένε, πάω όπως μου καπνίσει, «εμένα να με πας σπίτι τελευταία» λέει η Μάνια, την βεβαιώνω πως θα την πάω τελευταία…,
Κάποια στιγμή αφυπνίζομαι: 06:00, το κασετόφωνο στη διαπασών και πέντε άτομα, μούσκεμα στον ιδρώτα που εκπνέουν μόνο οινόπνευμα, να ξελαρυγγιαζόμαστε, δίπλα μας ένας πλανόδιος μανάβης, με φορτωμένο τρίκυκλο από τη λαχαναγορά, μου δίνει από το ανοιχτό παράθυρο ένα τεράστιο τσαμπί σταφύλι:
«Ήσαστε ωραίοι, παλικάρι, οι πιο ωραίοι, οι πιο πρώτοι και θέλω να σας κεράσω ένα σταφύλι γιατί ήσαστε και οι πιο πρώτοι και τα κορίτσια σας είναι και τα πιο πρώτα».
«Είμαστε οι πρώτοι, οι πιο πρώτοι, είμαστε οι πιο πρώτοι» φωνάζω «έ, Νίκο; είμαστε οι πιο πρώτοι» για .να πάρω μισή ώρα αργότερα την απάντηση «ναι αμέ, οι πιο πρώτοι»
Αφήνω τη Μάνια τελευταία.
«έλα επάνω… αισθάνομαι απαίσια τέτοιες νύχτες στο κρεβάτι μόνη μου».
Το απόγευμα ξυπνάω σαν από λήθαργο, ανήσυχος, ξένο περιβάλλον, ή Μάνια κοιμάται, της δίνω ένα φιλί στο μάγουλο, την παρατηρώ, ωραίο κορίτσι, την ξαναφιλάω στο στόμα και φεύγω ακροποδητί. Μετά από χρόνια την ανακάλυψα να παίζει ένα ρολάκι σε μια ενδιαφέρουσα ταινία, τη Ρεβάνς.
Τελικά μας χρέωσε 5 Cutty Sark ο καριόλης –όχι ότι δεν τα ήπιαμε δηλαδή, ασφαλώς και τα ήπιαμε, αλλά άντε να το χωρέσει αυτό το κεφάλι τού μεθυσμένου, και να συμφωνήσει να πληρώσει τέσσερα καφετιά με την έκπτωση…, διαπραγματευτήκαμε με τον αρχιτσάτσο που συμβιβάστηκε στα 3,5…, τί να ‘κανε ο άνθρωπος.
**
Τον Νικολάκη τον κάνανε σκόνη στη Βουλγαρία. Η κόρη του ανέλαβε να τον σκορπίσει στο λιμάνι της Σέριφο, αλλά τον ξέχασε στο καφενείο που ήπιε καφέ περιμένοντας το καράβι. Τον θυμήθηκε όταν πλέον από το κατάστρωμα έβλεπε τον Πειραιά να ξεμακραίνει. Δεν τον αναζητήσανε.
Θα σε δω στην κόλαση, φιλαράκι.
Πηγή: oanagnostis.gr/tzitzifies
Σ.Δ
Την Καίτη Ντάλη δεν την ήξερα, την έμαθα από τον δίσκο "Η Κυρία Καίτη κι εγώ" που γύρισε με τον Ξαρχάκο. Πήγα και την άκουσα στην "Πλατεία Βικτωρίας" μία με παρέα φίλων και μία κρυφά μόνος μου. Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή της ζήτησα το τραγούδι του Βαμβακάρη " youtu.be/ Τι πάθος ατελείωτο , 1960 " ... και με ευγένεια με παρέπεμψε στην ορχήστρα του Μανώλη Πάπου που τη συνόδευε. Σκέφτηκα ότι ίσως ο λόγος να ήταν πως μόλις είχε επιστρέψει στο μαγαζί μετά από πολλές μέρες που ήταν άρρωστη. Το βέβαιο ήταν πως τις δυο φορές με έφτιαξε εις το πολλαπλάσιο. Είχα πολύ καιρό να με συνεπάρει τόσο μια τραγουδίστρια. Ο λόγος που δεν την ήξερα ήταν πως σάρωνε για πολλά χρόνια στην Αμερική.
https://youtu.be/G4mxNj4BUOo?si=2Svc-1fD4_XyV6aD
https://youtu.be/bFgwpNk2bD4?si=8hDjzoL0bfkN_-LR
youtu.be/ Καίτη Ντάλη - Έφυγες Χωρίς Να Με Ρωτήσεις
youtu.be/ Μη μου ξαναφύγεις πια - Καίτη Ντάλη

«Εδώ μωρέ, στη Βενιζέλου πιο πάνω. Δουλεύει μια παλιά μου και είπα μπας και θέλει καμιά επανασύνδεση. Εσύ πού πας»;