Για ανθρώπους όπως η Μπέικου (1925-2011) που έζησαν το έπος της αντίστασης αλλά και την ήττα του Εμφυλίου, τη μοναξιά της εξορίας και την προσαρμογή του επαναπατρισμού, τίποτε δεν είναι πιο επώδυνο από το ν’ ανατρέχουν στο παρελθόν. Από τη μεριά της, το ανέβαλλε για καιρό. Βλέποντας όμως τους συνοδοιπόρους της σ’ αυτή την «περιπέτεια» σιγά σιγά να φεύγουν, λίγο προτού φύγει κι εκείνη από τη ζωή, υπέκυψε: «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ» (Καστανιώτης, 2010). Και η αφήγησή της, λιτή, χωρίς εξάρσεις συναισθηματισμού, ξεκινά από τα παιδικά της χρόνια και καταλήγει με τη συμμετοχή της στο «Μάουζερ» του Θόδωρου Τερζόπουλου, διατρέχοντας το διάστημα που πέρασε στην πρώην Σοβιετική Ένωση, σπουδάζοντας σινεμά πλάι στον Ταρκόφσκι και εργαζόμενη επί μια εικοσιπενταετία ως εκφωνήτρια της ελληνικής εκπομπής του μοσχοβίτικου ραδιοσταθμού.(...)
Να πώς συνοψίζει η Μπέικου την εμπειρία της από τον αδελφοκτόνο πόλεμο: «Το καλό ήταν η συναδελφικότητα, η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη, το ότι έδινες τη ζωή σου για τον διπλανό σου, χωρίς να ξέρεις αν η επόμενη σφαίρα είναι δική σου… Το αρνητικό είναι πως όλα αυτά για τα οποία αγωνίστηκες σού αφήνουν τεράστια ερωτηματικά και δεν μπορείς να εξηγήσεις μέσα σου γιατί κατρακύλησαν οι ελπίδες σου, τα ιδεώδη σου, τα οράματα σου, και μέσα σου δημιουργήθηκε ένα κενό…».

Σταυρούλα Παπασπύρου. Όταν η Μαρία Μπέικου, από τα θρυλικά πρόσωπα της εθνικής αντίστασης, αποφάσισε να καταταγεί στον ΕΛΑΣ –«Θα φύγω, θα πάω να πολεμήσω!»– δεν είχε ενηλικιωθεί ακόμη.