Ούτοι συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυν (δεν γεννήθηκα για να μισώ και να μισούμαι, αλλά για να αγαπώ και να αγαπιέμαι), είχε πει η αρχαία Αντιγόνη. Ωραία φράση, αλλά σημαίνει ότι η κοπέλα ήταν λίγο πολύ μια εξαίρεση στον κανόνα του μίσους. Και τότε η κατάσταση ήταν μια κατάσταση εμφυλίου: Ετεοκλής και Πολυνίκης, αν θυμάστε, τα δυο αδέλφια που αλληλοσκοτώθηκαν…
Φυσικά, οι άνθρωποι ρέπουμε προς τον καβγά. Είναι η κακή προέκταση του διαλόγου. Αν μπορούμε να ανοίξουμε διάλογο, μπορούμε και να τον οδηγήσουμε στην αντιπαράθεση και κατ’ επέκταση στην ακραία αντιπαράθεση. Από μιαν άποψη είναι θαυμάσιο ότι μπορούμε να διαλεχθούμε και να αντιπαρατεθούμε. Ζούμε σε φιλελεύθερο περιβάλλον, σε καθεστώς απόλυτης ελευθερίας του λόγου. Αν δεν ζούσαμε σε φιλελεύθερο περιβάλλον, ο θυμός θα υπέβοσκε και δεν θα εκδηλωνόταν – από φόβο. Χίλιες φορές λοιπόν η φιλελεύθερη κοινωνία κι ας οδηγεί σε αντιπαραθέσεις.
Ναι, αλλά αυτές καταλήγουν συχνά, πολύ συχνά, στην τοξικότητα, στην δηλητηρίαση των σχέσεων μεταξύ μας, στη διάλυση όλων των ιδεών που μας συνέχουν ως κοινωνία και ως έθνος. Και τι να κάνουμε; Δεν έχουμε τίποτε άλλο για να στηριχθούμε από τον πολιτικό πολιτισμό μας. Χρειάζεται οπωσδήποτε ένας αυτοπεριορισμός, να γνωρίζουμε τα όριά μας, να γνωρίζουμε ουσιαστικά τα όρια πέρα από τα οποία διαλυόμαστε και εντέλει δυστυχούμε. Γιατί η εχθροπάθεια είναι δυστυχία. Και για το θύμα αλλά και για τον θύτη, κατά βάθος και για τον θύτη. Κι εμείς πρέπει να προσβλέπουμε στην ευτυχία.
Υπάρχουν, λένε οι ανθρωπολόγοι, δύο ειδών κοινωνίες: οι σχισμογενείς και οι μη σχισμογενείς. Σχισμογενείς είναι εκείνες που τείνουν διαρκώς στις διαιρέσεις και στον φαύλο κύκλο της διχόνοιας. Υπάρχουν όμως και οι μη σχισμογενείς, εκείνες που μεριμνούν για τη διατήρηση της σταθερότητας μέσα από τις προσαρμογές, τις «στοχαστικές προσαρμογές» που θα έλεγε κι ο Καβάφης.
Είναι παρήγορο το ότι υπάρχει ως δυνατότητα και η δεύτερη ποικιλία, μια ελπίδα για το ανθρώπινο είδος. Αλλά εμείς γιατί τάχα ανήκουμε κατεξοχήν στην πρώτη, γιατί η Ελλάδα κατέληξε να είναι ο τόπος και ο ορισμός της «σχισμογένεσης»;
Τυχαίνει να διδάσκω αυτό το εξάμηνο για τον Πόλεμο του 1940, την Κατοχή και την Αντίσταση. Ερευνώ με κάποια καχυποψία αν όντως υπήρχε ομοψυχία στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Και, ναι, διαπιστώνω ότι υπήρχε μια τεράστια ομοψυχία – και μια ανάταση, μια ευτυχία του «εμείς». Έπειτα, μες στην Κατοχή, όταν πέθανε ο Κωστής Παλαμάς, ο μεγάλος ποιητής, σύσσωμη η Αθήνα βρέθηκε στην κηδεία του. «Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα», είπε ο άλλος μεγάλος, ο Σικελιανός, υπό το έκπληκτο βλέμμα των Γερμανών κατακτητών – και μας προκαλεί ακόμα ρίγη συγκίνησης. Στην άλλη συμφορά του έθνους, στη δικτατορία του 1967-1974, όταν πέθανε ο μέγιστος Σεφέρης, σύσσωμη η Ελλάδα πάλι τον αποχαιρέτησε με τον Εθνικό Ύμνο και με τους δικούς του στίχους. Η σημερινή Ελλάδα, δυστυχώς, δεν τίμησε τον σπουδαίο τραγουδοποιό της, τον Διονύση Σαββόπουλο, με ανάλογη ομοψυχία. Η στιγμή του πένθους έγινε άλλη μια αφορμή διαίρεσης. Η σημερινή Ελλάδα δεν τίμησε τον εαυτό της.
Κι όμως υπάρχει –αφού το λένε οι ανθρωπολόγοι– η άλλη δυνατότητα: η μη σχισμογενής κοινωνία. Η αντιπαράθεση έχει πράγματι την ηδονή της. Κόντρα σε αυτή την ηδονή όμως, υπάρχει και η χαρά της σύγκλισης, του «όλοι μαζί», της κοινής προσπάθειας. Και πιστεύω πως είναι ισχυρότερη. Αν έχω καταλάβει σωστά, πρέπει να είναι ισχυρότερη.
Εσείς, η νέα γενιά, που είστε γεννημένοι μέσα στην πλήρη δημοκρατία, από το επίπεδο του Κοινοβουλίου έως τη δημοκρατία του διαδικτύου, ας είστε η γενιά που θα προσπαθήσει να μειώσει τις σχισμές, να περιορίσει τις ρωγμές αυτής της ταλαιπωρημένης κοινωνίας, και να περάσει –κι εμείς μαζί σας– από την ηδονή της απόκλισης στη χαρά της σύγκλισης και της κοινής προσπάθειας. Να ’στε καλά και να ευτυχείτε!
[Η ομιλία μου οφείλει πολλά στο άρθρο του Χαρίδημου Τσούκα, Η λογική της ελληνικής διχαστικότητας Η Καθημερινή, 2.10.2025, σ. 37.]

...Για τη σημερινή μου ομιλία επέλεξα ένα θέμα που το βιώνει έντονα η κοινωνία τον τελευταίο καιρό, κάτι που αφορά τις σχέσεις μας και τη συνύπαρξή μας. Σίγουρα το έχετε νιώσει κι εσείς.