Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2025 14:51

Ο Ιερώνυμος, αντιθέτως, εμφανίζεται σήμερα ως ο ευγενικός θυρωρός της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, του Manos Lambrakis, από το fb

Επιλέγων ή Συντάκτης 

fb72Αναρωτιέται κανείς αν η Εκκλησία της Ελλάδος έχει πλέον παραδώσει τα κλειδιά όχι απλώς της θεολογικής της αυτοσυνειδησίας αλλά της ίδιας της νοηματικής της ικανότητας. 

Η υποδοχή της νέας Αμερικάνας πρέσβειρας από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, ανήμερα της μνήμης του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου —του πατέρα που συνέδεσε την εκκλησιαστική αυθεντία με τη ριζοσπαστική κριτική της κοσμικής εξουσίας— φανερώνει μια Εκκλησία που ούτε θυμάται ούτε επιθυμεί να θυμηθεί τι ακριβώς σημαίνει Χρυσοστομική θεολογία. 

Γιατί, αν κάτι χαρακτήριζε τον Χρυσόστομο, ήταν η ικανότητά του να διακρίνει τον όχλο από την κοινότητα, τον άρχοντα από τον ποιμένα, και τον θεολογικό λόγο από την αυλή των ισχυρών. 

Ο Ιερώνυμος, αντιθέτως, εμφανίζεται σήμερα ως ο ευγενικός θυρωρός της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, έτοιμος να ανοίξει τις πόρτες του συνοδικού μεγάρου σε κάθε πολιτικό προϊόν της υπερατλαντικής αγοράς, ακόμη και σε εκείνα που δεν αντέχουν ούτε για πέντε λεπτά την επιθεώρηση μιας σοβαρής μορφωτικής ή θεσμικής πυκνότητας. 

 Γιατί το ότι ο Αρχιεπίσκοπος ήταν «ο πρώτος που τηλεφώνησε» στην Γκιλφόιλ δεν είναι μια χαριτωμένη λεπτομέρεια αλλά μια θεολογικά και πολιτικά αποκαλυπτική πράξη. Φανερώνει έναν εκκλησιαστικό ηγέτη ο οποίος αναζητά την ισχύ όχι στην ευχαριστιακή κοινότητα, όχι στο πνευματικό κύρος, όχι στα σώματα που καθημερινά πενθούν, παλεύουν και φέρουν τα τραύματα αυτής της χώρας — αλλά στην επικοινωνιακή φιέστα της διεθνούς παρουσίας. 

Η εικόνα του Ιερωνύμου να εκθειάζει την «τιμή και ευλογία» της γνωριμίας με μια πρώην τηλεοπτική περσόνα, πολιτικά στρατολογημένη από το περιβάλλον Τραμπ, αποκαλύπτει το βάθος της εκκλησιαστικής αποσύνδεσης από την ίδια της τη θεολογία. 

Η Εκκλησία, που θα έπρεπε να στέκει απέναντι στην εξουσία με διάκριση, επιφυλακτικότητα και πνευματική αξιοπρέπεια, επιλέγει όχι απλώς την οικειότητα αλλά την κολακεία.

Το πολιτισμικό βάθος αυτής της μετάλλαξης είναι ακόμη πιο δυσοίωνο. Η Γκιλφόιλ, ενσάρκωση της πολιτικο-τηλεοπτικής μυθολογίας της αμερικανικής δεξιάς, μεταφέρει στην Ελλάδα ένα στυλ πολιτικής που αντλεί περισσότερο από την οικονομία του θεάματος παρά από τον ορθολογικό δημόσιο λόγο. Το ότι και η Εκκλησία προσφέρεται ως σκηνικό για την εγκατάσταση αυτής της αφήγησης, την ίδια στιγμή που η κοινωνία βυθίζεται σε υπαρξιακές κρίσεις (οικονομικές, θεσμικές, ηθικές), μαρτυρά ότι ακόμα και οι ιεράρχες δεν αντιλαμβάνονται πια την εκκλησιολογία ως εργαλείο αλήθειας αλλά ως εργαλείο δημοσίων σχέσεων. Η θεολογία της παρουσίας μετατρέπεται σε θεατρικότητα και η λειτουργική παράδοση υποστέλλεται μπροστά στην ανάγκη για διεθνή «αναγνώριση».

 Είναι σαν να ζούμε μια ορθόδοξη εκδοχή της αμερικανικής πολιτικής βιομηχανίας θεάματος: μόνο που εδώ το θέαμα φορά ράσα.

Και τι να πει κανείς για το συμβολικό βάρος του να εμφανίζεται ο Αρχιεπίσκοπος, όχι για να μιλήσει για τα Τέμπη, όχι για να μιλήσει για την εκκλησιαστική διαφάνεια, όχι για να μιλήσει για την κοινωνική αδικία, την ανεργία, την πείνα, την αξιοπρέπεια των αδύναμων, αλλά για να φωτογραφηθεί με την εκπρόσωπο μιας υπερδύναμης που εξάγει παγκοσμίως ιδεολογικά πακέτα — είτε «woke» είτε «anti-woke» ανάλογα με την περίσταση, αρκεί να υπηρετείται η στρατηγική της εικόνας; 

Η ποιμαντική δεν μπορεί να υποκατασταθεί από το πρωτόκολλο των πρεσβειών, Μακαριώτατε. 

Κι όμως, εδώ ακριβώς βρισκόμαστε: μπροστά σε μια Εκκλησία που μοιάζει να αναζητά ρόλο σε ένα γεωπολιτικό θέατρο που ούτε κατανοεί ούτε μπορεί να ερμηνεύσει με το δικό της θεολογικό εργαλείο.

Η σημερινή συνάντηση Ιερωνύμου–Γκιλφόιλ είναι κάτι παραπάνω από κακή σημειολογία. Είναι η διάγνωση μιας Εκκλησίας που έχει πάψει να διακρίνει τον Χρυσοστομικό παρρησιαστικό λόγο από τον κοσμικό οπορτουνισμό, που δεν κατανοεί ότι το κύρος της δεν οικοδομείται με φωτογραφίες αλλά με αλήθεια, που δεν αντιλαμβάνεται την ειρωνεία του να παρουσιάζει ως «ευλογία» μια φιγούρα που ενσαρκώνει ό,τι πιο αντιθεολογικό και αντιεκκλησιαστικό έχει παράξει η πολιτισμική μηχανή της Αμερικής τα τελευταία χρόνια: την ταύτιση της πολιτικής με το image, την υποκατάσταση της ουσίας από την πόζα, την ηθική από την επιτελεστικότητα. 

Αν ο Ιερώνυμος νομίζει ότι η Γκιλφόιλ προσδίδει κύρος στην Εκκλησία, τότε η Εκκλησία έχει ήδη χάσει το κύρος της — όχι λόγω της Γκιλφόιλ, αλλά λόγω του Ιερωνύμου.

Λάκης Ιγνατιάδης

Ραβδοσκοπία ατζαμή

Προσθήκη νέου σχολίου

Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση